8ο υποκεφάλαιο: Σωματεία αυτο-οργάνωσης και άλλα φιλανθρωπικά ιδρύματα για τυφλούς.
8.1. Οι πρώτες ατελέσφορες προσπάθειες συλλογικής οργάνωσης.
Μια εικόνα για τις διεκδικήσεις των ενήλικων τυφλών στο πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα, πριν καν αυτοοργανωθούν σε σωματεία, παίρνουμε από την επιστολή τού τυφλού Β. Χ. Γεωργιάδη στην εφημερίδα Ελεύθερο Βήμα τού 1926, ο οποίος ευχόταν το ελληνικό κράτος και η ελληνική κοινωνία, με πρωτοπόρο τον ελληνικό Τύπο, να μεριμνήσουν για την προστασία των τυφλών, η οποία ήταν πολύ πίσω. Κατά την άποψή του, ήταν αναγκαία η ενίσχυση του ήδη υπάρχοντος Οίκου Τυφλών ή και η ίδρυση δεύτερης σχολής, η οποία να προσανατολίζεται στην επαγγελματική αποκατάσταση και την πνευματική μόρφωση των νέων τυφλών, προκειμένου αυτοί να καταστούν χρήσιμοι πολίτες. Στη συνέχεια, πρότεινε το κράτος και τα φιλανθρωπικά σωματεία να παρέχουν κατάλληλη εργασία στους ενήλικες τυφλούς, να τους απαλλάσσουν από ορισμένα βάρη, όπως οι ναύλοι των σιδηροδρόμων, των ατμόπλοιων, των τραμ κ.λπ., και να προστεθεί ειδική απαλλακτική διάταξη στο ενοικιοστάσιο, το οποίο μάλλον θα έπρεπε να καταβαλλόταν από το κράτος. Όσον αφορά τους υπερήλικες και ασθενείς τυφλούς, άποψή του ήταν ότι θα μπορούσαν να ανακουφισθούν εν μέρει, με την παροχή ειδικού συσσιτίου ή και -στην ανάγκη- στρατιωτικού ή -αντί αυτού- με ένα χρηματικό εβδομαδιαίο επίδομα. Μόνο με αυτές τις ελάχιστες παροχές, θα μπορούσε να παταχθεί το φαινόμενο της επαιτείας και της οικτρής αθλιότητας των εγκαταλειμμένων τυφλών στους δρόμους.
Το 1928 ιδρύεται σωματείο αυτοοργάνωσης των τυφλών με την επωνυμία «Πανελλήνιος Ένωσις Τυφλών», με σκοπό την ηθική και υλική υποστήριξη των τυφλών μέσω της πνευματικής και τεχνικής μόρφωσής τους, ώστε να ζήσουν ως έντιμοι και αξιοπρεπείς πολίτες. Στις 14 Οκτωβρίου τού ίδιου έτους, μέσω του Τύπου, το προαναφερθέν σωματείο καλεί σε Γενική Συνέλευση όλους τους τυφλούς Αθηνών, Πειραιώς και Περιχώρων, είτε είναι γραμμένοι σ΄ αυτό είτε όχι, την ερχόμενη Τετάρτη στις 2:30 μ.μ. στην αίθουσα της εταιρείας των «Φίλων τού Λαού», στην οδό Ευριπίδου 12. Την πρόσκληση υπογράφει ο Πρόεδρος Τρ. Νίνος, ο Γραμματέας Ν. Φωστήρας και ο Ειδικός Γραμματέας Π. Σ. Πετρίδης. Στις 9 Ιουνίου 1929, Κυριακή τού Τυφλού, στην ίδια αίθουσα «Φίλων του Λαού», ο Τρύφων Νίνος έδωσε διάλεξη με θέμα «Οι τυφλοί», συνοδευόμενη από φωτεινές προβολές και από επιδείξεις τυφλών παιδιών. Στις 23 Ιουλίου 1929 μίλησε στο συνέδριο λειτουργών μέσης εκπαιδεύσεως και ανέπτυξε τις απόψεις του για την εκπαίδευση των τυφλών. Τόνισε δε, ότι είναι επιβεβλημένη η ανάγκη δημιουργίας επαγγελματικής σχολής στην οποία θα φοιτούσαν οι τυφλοί, προκειμένου μετά την αποφοίτησή τους να ασκήσουν ένα επάγγελμα για την αξιοπρεπή τους επιβίωση.
Με μοναδική πηγή την εφημερίδα Αθηναϊκά Νέα, πληροφορούμαστε ότι ήδη το 1936 έχει ιδρυθεί «Σύλλογος των τυφλών της Ελλάδος», με μέλη μορφωμένους τυφλούς, αλλά και βλέποντες οι οποίοι είχαν θέσει ως σκοπό του σωματείου τη δημιουργία μιας επαγγελματικής σχολής τυφλών, με σκοπό της να τους παρέχει τη δυνατότητα να καταρτιστούν και να βιοπορίζονται αξιοπρεπώς. Στο Σύλλογο υπήρχε βιβλιοθήκη με φιλολογικά και επιστημονικά βιβλία στην γραφή Braille, τα οποία του έστελναν «τυφλικοί» οργανισμοί τού εξωτερικού. Επιπλέον, καθημερινά στα γραφεία του (Σταδίου 8) τυφλός δάσκαλος παρείχε δωρεάν μαθήματα εκμάθησης του συστήματος γραφής και ανάγνωσης Braille στους ενδιαφερόμενους τυφλούς.
8.2. Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τυφλών (1932 έως σήμερα).
Το 1932 ιδρύεται στην Αθήνα ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τυφλών (Π.Σ.Τ.) -με την υπ΄ αριθμ. 9977/32 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών- ο πρώτος ουσιαστικά, όπως αποδείχτηκε, φορέας αυτοοργάνωσης του χώρου της τυφλότητας. Ο Π.Σ.Τ. έχει συνδικαλιστική μορφή και συνήθως διεκδικεί από την Πολιτεία μέτρα για την εκπαίδευση, την επαγγελματική αποκατάσταση, την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και την προνοιακή στήριξη των τυφλών τής χώρας. Για το λόγο αυτό και, με σκοπό να διαμορφώσει το Δ.Σ. αφενός εικόνα για τον αριθμό των εμπιπτόντων στην κατηγορία αυτή και αφετέρου διεκδικητικό πλαίσιο, εκδίδει το 1950 ανακοίνωση στην οποία ζητά «Προκειμένου να ληφθώσει συντόμως διάφορα προστατευτικά μέτρα υπέρ των τυφλών, ειδοποιούνται άπαντες οι τυφλοί πάσης ηλικίας άνδρες και γυναίκες όπως το βραδύτερον μέχρι 31 Μαΐου αποστείλωσι τα στοιχεία των λεπτομερώς προς τον Πανελλήνιον Σύνδεσμο Τυφλών, πλατεία Καπνικαρέας». Επειδή, ωστόσο, η Πολιτεία δεν λαμβάνει ουσιαστικά μέτρα για την επαγγελματική αποκατάσταση των τυφλών, ο Π.Σ.Τ. το 1946 αναγκάζεται να προχωρήσει σε έρανο και καλεί την κοινωνία να προσφέρει τον οβολό της για τη στήριξη των σχολών που συντηρεί. Δεν παύει, βεβαίως, να διεκδικεί από την Πολιτεία τα αναλογούντα στους τυφλούς. Έτσι, υποβάλλει στη Βουλή υπόμνημα, δηλώνοντας ότι ο Οίκος Τυφλών που ιδρύθηκε το 1906 για την εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση των τυφλών της Ελλάδας, είχε αποκτήσει προπολεμικά σημαντικότατη περιουσία από δωρεές ιδιωτών, αλλά η διοίκησή του άφησε ανεπένδυτα τα κεφάλαιά του, τα οποία εξηνεμίσθησαν εξαιτίας του πληθωρισμού.
Προκειμένου να βελτιωθεί η κατάσταση των τυφλών τής χώρας, όπως και στο εξωτερικό, προτείνει τη δημιουργία ασύλου με την οικονομική ενίσχυση του κράτους, το οποίο θα περιλαμβάνει γυμνάσιο και επαγγελματικές τεχνικές σχολές, από τις οποίες -αποφοιτώντας οι τυφλοί- θα είναι εφοδιασμένοι με ένα βιοποριστικό επάγγελμα. Επίσης, απευθύνει έκκληση προς την ελληνική κοινωνία και τους έλληνες του εξωτερικού να ενισχύσουν τον Οίκο Τυφλών, ώστε οι τρόφιμοί του να ξεπεράσουν τις δύσκολες μέρες τις οποίες περνούν.
Το σωματείο για την ενίσχυσή του στις 25 Ιουλίου 1946 διοργανώνει μουσική συναυλία. Ο Σύνδεσμος, εκτός από τη συνένωση όλων των τυφλών, συντηρεί εκπαιδευτήρια στα οποία φοιτούν τυφλοί και τυφλές και διδάσκονται δωρεάν γραφή και ανάγνωση Braille, χειροτεχνία, εκκλησιαστική και ευρωπαϊκή μουσική. Για την ενίσχυση των σχολών ο Σύνδεσμος καθιερώνει ετήσια συναυλία και η πρώτη θα δοθεί στον Παρνασσό. Ο τυφλός καθηγητής Δ. Περής διδάσκει έγχορδα όργανα και ο εν αποστρατεία ταγματάρχης Σωζόπουλος πνευστά.
Πάγιο αίτημα του Π.Σ.Τ. ήταν η εξαφάνιση της μάστιγας της επαιτείας, άμεσης ή έμμεσης. Για να γίνει αυτό επιβάλλεται οι τυφλοί να βρουν εργασία. Ο Σύνδεσμος ζητά τα μέσα να ιδρύσει μικρά εργαστήρια βιοτεχνίας ή χειροτεχνίας, ώστε οι τυφλοί να εργάζονται εκεί.
Το 1951 ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τυφλών καταγγέλλει δια του Τύπου ότι δεν έχει καμία σχέση με το βιαστή Αλέξανδρο Κατσαούνη και φερόμενο ως πρόεδρο του ως άνω σωματείου, ο οποίος εξέδιδε και διακινούσε εφημερίδα με τίτλο «Εφημερίς των Τυφλών» και εισέπραττε προς ίδιον όφελος και μόνον τα αποκομιζόμενα ποσά. Τέτοιου είδους καταγγελίες βρίσκουμε συχνά στον Τύπο από τον Π.Σ.Τ.
Ένα από τα αιτήματα που εκδήλωσε ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τυφλών προς τον υφυπουργό Συγκοινωνιών ήταν η χορήγηση δελτίων ελεύθερης μετακίνησης στις αστικές συγκοινωνίες, τουλάχιστον στους τυφλούς που μετακινούντο για επαγγελματικούς λόγους.
Ο Π.Σ.Τ. κατά το 1956 διατηρούσε στα Κάτω Πετράλωνα (οδός Νεφέλης 36) βιοτεχνικά εργαστήρια, για την κατασκευή σκουπών και βουρτσών, τις οποίες προμηθεύονταν υποχρεωτικά οι δημόσιες υπηρεσίες, οι πολιτικές, στρατιωτικές και οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας. Ο Σύνδεσμος, έκανε έκκληση προς τις επιχειρήσεις και τους ιδιώτες να προβούν σε παραγγελίες χειροποίητων ειδών, προκειμένου να βοηθήσουν στην ανάπτυξη των εργασιών τού εργαστηρίου και, έτσι, να δοθεί η ευκαιρία να αποκατασταθούν επαγγελματικά περισσότεροι τυφλοί. Για την ενίσχυση των εργαστηρίων του, ο Π.Σ.Τ. πέτυχε τη διεξαγωγή πανελληνίου εράνου από τις 8 έως τις 10 Δεκεμβρίου 1956.
Πόροι του σωματείου ήταν οι συνδρομές των μελών και τα έσοδα από τις πωλήσεις της εφημερίδας που εξέδιδε το «Βήμα των Τυφλών». Ο Π.Σ.Τ. παρείχε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στα μέλη του και τους χορηγούσε τακτικά βοηθήματα τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, καθώς και έκτακτα, όποτε παρίστατο ανάγκη.
Ωστόσο ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τυφλών σαν βασικό του στόχο, από τη δημιουργία του, είχε -και διατηρεί μέχρι σήμερα- τη συνδικαλιστική διεκδίκηση από την Πολιτεία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων των τυφλών. Το 1976 το Διοικητικό του Συμβούλιο και η Εξελεγκτική Επιτροπή αποτελούσαν το βασικό κορμό τής Συντονιστικής Επιτροπής Αγώνα, που ηγήθηκε στην κατάληψη του Οίκου Τυφλών.
8.3. Σχολή Τυφλών Βορείου Ελλάδος «Ο Ήλιος».
Το 1947, με πρωτοβουλία του φιλανθρωπικού σωματείου «Οργάνωση Προστασίας Τυφλών», ιδρύθηκε το Ίδρυμα Προστασίας Τυφλών Βορείου Ελλάδος «Ο Ήλιος» – Σχολή Τυφλών και με την υπ΄ αριθμ. 1782 της 29/31 Ιουλίου 1948 απόφαση του πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης εγκρίθηκε το καταστατικό του. Στα δύσκολα εκείνα χρόνια, μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο και τον εμφύλιο πόλεμο, η Σχολή Τυφλών έπρεπε να καλύψει όχι μόνο ανάγκες αναπηρίας, αλλά και ορφάνιας και ανέχειας. Λειτουργούσε με ελάχιστο προσωπικό, βασιζόμενο στην εθελοντική προσφορά μελών του σωματείου αλλά και ευαισθητοποιημένων πολιτών.
Το 1949 ο δήμος Λονδίνου προσέφερε στον Οίκο Τυφλών στη Θεσσαλονίκη 8 χιλιάδες λίρες.
Το 1950 ιδρύθηκε ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (επιχορηγούμενο από το υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας) η Σχολή Τυφλών Βορείου Ελλάδος «Ο Ήλιος», η οποία δεχόταν δωρεάν τυφλά παιδιά ηλικίας 7-19 ετών. Διέθετε πλήρες δημοτικό 6τάξιο σχολείο, τμήμα βυζαντινής μουσικής και πιάνου και τμήμα επαγγελματικής εκπαίδευσης (ψαθοπλεκτικής, σαρωθροποιίας, πλεκτικής, υφαντικής, ταπητουργίας, καθεκλοποιίας και ξυλουργικής).
Το 1956, με απόφαση των υπουργείων Πρόνοιας και Οικονομικών επιχορηγείται με 50.000 δραχμές η σχολή τυφλών Βορείου Ελλάδος «Ο Ήλιος».
Το 1973 τέθηκε σε ισχύ το Ν.Δ. 1111/1972, που υποχρέωνε τα φιλανθρωπικά σωματεία να ιδρύσουν ιδρύματα, οπότε η Σχολή Τυφλών άλλαξε νομική υπόσταση και απέκτησε την ονομασία Ίδρυμα Προστασίας Τυφλών Βορείου Ελλάδος «Ο Ήλιος» – Σχολή Τυφλών. Για μια δεκαετία ακόμη περίπου το φιλανθρωπικό σωματείο συμμετείχε στο Δ.Σ. του Ιδρύματος και το στήριζε οικονομικά, καθώς για το μεγαλύτερο μέρος των δωρεών προς τη Σχολή Τυφλών η αποδοχή γινόταν από το φιλανθρωπικό σωματείο και όχι από το Ίδρυμα.
8.4. Φάρος Τυφλών τής Ελλάδος.
Το 1946, μετά από υπόδειξη του Eric Boulter, εκπροσώπου τής Near East Foundation, ιδρύθηκε στην Καλλιθέα ο «Φάρος Τυφλών τής Ελλάδος» (ΦτΕ). Η ανέγερση των συγκροτημάτων του έγινε σε οικόπεδα τα οποία δώρισε ο πρεσβευτής τής Ελλάδας στις Η.Π.Α., Μιχ. Τσαμαδός, και οι δαπάνες ανέγερσης των κτηρίων καταβλήθηκαν από δωρεές τής Ευγενίας Εμπειρίκου και του Θ. Πετρακόπουλου σε μνήμη του Ευστ. Λάμψα.
Σκοπός τού ΦτΕ ήταν η προαγωγή της επαγγελματικής εκπαίδευσης των τυφλών και της αποκατάστασής τους. Ο «Φάρος Τυφλών» ιδρύθηκε με την υποστήριξη αγγλικών και φιλανθρωπικών οργανώσεων και τελούσε υπό την προστασία τής Βασίλισσας. Υπό την εποπτεία τού Φάρου Τυφλών λειτουργούσε από το 1950 η Αγροτική και Τεχνική Σχολή Τυφλών (διετούς εκπαίδευσης) για τυφλούς μαθητές άνω των 17 ετών, η οποία διέθετε αγροτικό τμήμα (πτηνοτροφίας, αγελαδοκομίας), τεχνικό τμήμα (μηχανοτεχνιτών και ξυλουργών), κοινωνική υπηρεσία (κοινωνικοί λειτουργοί για τους τυφλούς) και τμήμα εξυπηρέτησης τυφλών Γυμνασίου.
Το 1955 ο Θεόδωρος Πετρακόπουλος έκανε δωρεά κτήριο 400 τ.μ. όπου αρχικά στεγάστηκε το Οικοτροφείο τού ΦτΕ, ενώ τον Απρίλιο του ιδίου έτους ιδρύθηκε η Σχολή Τηλεφωνητών. Το 1975 χτίστηκε ο πρώτος όροφος του κεντρικού κτηρίου του Φάρου Τυφλών, επί της οδού Αθηνάς 17, από την οργάνωση American Friends of the Blind in Greece. Τα κεφάλαια προήλθαν από την πώληση των εγκαταστάσεων της Αγροτικής και Τεχνικής Σχολής «Γεώργιος Πόδας» που είχε ιδρυθεί το 1950 στα Σεπόλια, για τους τυφλούς της Ελλάδος, με δωρεές των Γεωργίου Πόδα, Ανδρέα Γιαρβή, Α. Θωμόπουλου και άλλων. Το 1979 χτίστηκε ο δεύτερος όροφος, με δωρεά της Γενικής Γραμματέως του Δ.Σ. Λίνας Ρέστη. Το 1984 ιδρύθηκε το Μουσείο Αφής, το οποίο στεγάζεται στο διώροφο κτήριο επί της οδού Δοϊράνης 198, και δημιουργήθηκε η Μονάδα Κατεργασίας Μετάλλων η οποία στεγάζεται στο χώρο του παλαιού Οικοτροφείου.
Το Δ.Σ. του Φάρου Τυφλών της Ελλάδος επισκέφθηκε τους νοσηλευόμενους τυφλούς τραυματίες των μαχών κατά των «συμμοριτών» στο στρατιωτικό νοσοκομείο Ρίμινι και τους πρόσφερε ιματισμό και τσιγάρα. Οι τραυματισθέντες στους οφθαλμούς υπερέβαιναν τους 80, ενώ οι απολέσαντες και τα δυο τους μάτια ανέρχονταν σε 20.
Ο Φάρος Τυφλών και το Τμήμα Περιθάλψεως Τυφλών τού Ιδρύματος Εγγύς Ανατολής, επιθυμώντας να ανακουφίσουν τους τυφλούς οι οποίοι είχαν πολλαπλασιαστεί εξαιτίας των σύγχρονων όπλων (νάρκες, κ.λπ.), μαχόμενοι υπέρ του «εθνικού αγώνος», έκαναν έκκληση σε κυρίες και δεσποινίδες να μάθουν τη γραφή Braille, προκειμένου να αντιγράφουν βιβλία για την ανακούφιση των προαναφερθέντων τυφλών. Ήδη, μέχρι το 1948, είχε δημιουργηθεί με τον τρόπο αυτό μια μικρή βιβλιοθήκη.
Το 1953 το Δ.Σ. της «Εταιρείας Διαχειρίσεως των εις την Υπηρεσίαν του Ελληνικού Δημοσίου Χρέους Υπεγγύων Προσόδων», με αφορμή το θάνατο του προέδρου της, Ιωάννη Αθηνογένους, διέθεσε 5.000.000 δραχμές στη μνήμη του. Το 1962 λειτουργούσε ήδη στο Φάρο Τυφλών τυπογραφείο στη γραφή Braille, όπου είχαν εκτυπωθεί όλη η σειρά των βιβλίων βυζαντινής μουσικής και ένα αγγλοελληνικό λεξικό.
Το 1976 φοιτούσαν στην τηλεφωνική σχολή τού Φάρου Τυφλών 10 τηλεφωνητές, ενώ εκκρεμούσαν 100 αιτήσεις. Η επιλογή δεν ήταν αξιοκρατική, αλλά εξαρτιόταν από τη γενικότερη συμπεριφορά και τις απόψεις τού υποψήφιου για το Φορέα. Στα εργαστήρια του Φάρου Τυφλών εργάζονταν περίπου 30 νέοι και νέες, όπου κατασκεύαζαν βούρτσες και σκούπες και τα οποία απορροφούσαν οι κρατικές υπηρεσίες και, κυρίως, ο στρατός. Πληρώνονταν με ημερομίσθιο 219 δρχ., χωρίς τις κρατήσεις και η διεύθυνση του Φάρου τούς υποχρέωνε να παράγουν έναν ορισμένο αριθμό τεμαχίων (για παράδειγμα, 14 βούρτσες τού παρκέ ή 70 μικρές) την ημέρα? κάτι το οποίο είχε σαν αποτέλεσμα οι τυφλοί να εντατικοποιούν την εργασία τους σε τέτοιο βαθμό, ώστε να υπάρχουν επιπτώσεις στην υγεία τους, όπως πληγές στα χέρια κ.ά. Η εργασία τους ξεκινούσε πολύ νωρίς το πρωί, επειδή συχνά έπρεπε να παίρνουν 3 συγκοινωνίες και τελείωνε αργά, ώστε να παραχθεί ο συγκεκριμένος αριθμός τεμαχίων. Από την άλλη πλευρά, η Διεύθυνση του Φάρου Τυφλών, δήλωνε ότι ήθελαν να δουλεύουν τόσο εντατικά για να φεύγουν νωρίτερα. Ο χώρος εργασίας των τυφλών ήταν μία σειρά από παραπήγματα υγρά, όπου δεν έμπαινε ήλιος και μύριζε θειάφι,το οποίο χρησιμοποιούνταν για το γυάλισμα του χόρτου στις σκούπες, ενώ δεν τους χορηγούνταν επίδομα ανθυγιεινής εργασίας. Επίσης, υπήρχαν και εποχές κατά τις οποίες οι εργαζόμενοι τυφλοί απασχολούνται 1-2 μέρες την εβδομάδα, επειδή -σύμφωνα με τη Διεύθυνση- υπήρχε μεγάλο στοκ. Ο διευθυντής τού Φάρου Τυφλών, Εμμ. Κεφάκης, επίσης τυφλός, ανέφερε ότι είχε χτιστεί καινούργιο κτήριο, το οποίο προοριζόταν για την στέγαση εργαστηρίων, βιβλιοθήκης, αίθουσας διαλέξεων κ.λπ., με δωρεές τής οργάνωσης «Αμερικανοί φίλοι των τυφλών τής Ελλάδας» και ότι «τα νέα προγράμματα θα τεθούν σε εφαρμογή με ρυθμό ανάλογο προς την επιτυχία των προσπαθειών μας για την εξασφάλιση των απαραιτήτων πόρων».
Ο Πρόεδρος του Πανελληνίου Συνδέσμου Τυφλών (Π.Σ.Τ.), Βασίλης Τσούπρας, σε συνέντευξη που είχε δώσει στην εφημερίδα Ριζοσπάστης, δήλωσε ότι το κτήριο περατώθηκε με τα χρήματα από την πώληση ενός κτήματος που βρισκόταν στα Σεπόλια στον «Οργανισμό Σχολικών Κτιρίων» (την Αγροτική Σχολή Σεπολίων), έκτασης 13 στρεμμάτων, όπου υπήρχαν πολλά νέα κτήρια μέσα, με δωρεές τής οργάνωσης «Αμερικανοί φίλοι των τυφλών τής Ελλάδας». Διευθυντής τής Σχολής για 30 χρόνια ήταν ο Εμμ. Κεφάκης και απασχολούσε το υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών και τα Σωματεία των Τυφλών με τα παράπονα των 5-6 τροφίμων ενάντια στη διεύθυνση. Οι τυφλοί ζητούσαν να αξιοποιηθεί η Σχολή και όχι να κλείσει. Στη συνέχεια ο Εμμ. Κεφάκης έγινε διευθυντής στο Φάρο Τυφλών και, αν και εκείνος ισχυριζόταν ότι δεν μισθοδοτούνταν, υπήρχαν φήμες για το αντίθετο. Το 1969 όταν ο Εμμ. Κεφάκης είχε απομακρυνθεί από το Εθνικό Συμβούλιο Τυφλών Ελλάδας, μετά από εκλογές, η εκπρόσωπος του Φάρου, Βρεττού, αρνήθηκε να παραδώσει την περιουσία τού ΕΣΤΕ και χρειάστηκε η παρέμβαση εισαγγελέα, κάτι το οποίο μπορούσε να επιβεβαιωθεί από τα Πρακτικά τού Δ.Σ. του ΕΣΤΕ. Τέλος, ο Βασίλης Τσούπρας, δήλωσε ότι στο κλείσιμο των εργαστηρίων του Π.Σ.Τ. πιθανότατα συνέβαλε και ο Φάρος Τυφλών και ότι ο τελευταίος έπρεπε να είχε πλεονάσματα, δεδομένου ότι επιχορηγείτο με 1.000.000 δρχ. από το Κράτος ετησίως και δεχόταν και πολλές δωρεές.
Τον Δεκέμβριο τού 1976 η νεολαία τού Π.Σ.Τ. (στην οποία μετείχαν οι τυφλοί μαθητές, φοιτητές και εργαζόμενοι όλης της Ελλάδας) κατήγγειλε με ανακοίνωσή της, την παρελκυστική τακτική τού Διοικητικού Συμβουλίου του Φάρου Τυφλών. Στην καταγγελία αναφερόταν ότι οι δηλώσεις των υπευθύνων του Φάρου (οι οποίοι προσπαθούσαν να επιβάλλουν την άποψη ότι δεν υπάρχει ανάγκη κρατικής εκπαίδευσης για τους τυφλούς, επειδή ο Ίδρυμα συνέβαλε ουσιαστικά στην κάλυψη των αναγκών των τυφλών μαθητών και φοιτητών) δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, επειδή το Ίδρυμα δεν διέθετε αρκετά βιβλία δημοτικού, γυμνασίου κ.λπ. για να καλυφθούν οι ανάγκες των τυφλών μαθητών, σπουδαστών και φοιτητών. Εξάλλου, ο τυφλός φοιτητής που θα ήθελε να προμηθευθεί ένα βιβλίο (για παράδειγμα, Πολιτική Δικονομία) θα έπρεπε να καταβάλλει το ποσό των 1.400 δρχ., ενώ στα βιβλιοπωλεία το βιβλίο βλεπόντων κόστιζε 300 δρχ. και για να το δανειστεί θα έπρεπε να δώσει 100 δρχ. ως εγγύηση. Στο τέλος της καταγγελίας, η νεολαία του Π.Σ.Τ. κάλεσε όλους τους αρμόδιους να αναλογιστούν τις ευθύνες τους σχετικά με την εκπαίδευση των τυφλών, και τον Φάρο Τυφλών ειδικότερα, και τόνισε ότι θα αγωνίζονταν για «μόρφωση, ψωμί, δουλειά» ώστε να μην είναι υποχρεωμένοι να ζητιανεύουν.
Στις 4 Δεκεμβρίου 1976 η σύζυγος του αμερικανού πρεσβευτή στην Ελλάδα είχε παραβρεθεί (με αφορμή φιλανθρωπική εκδήλωση) στην αίθουσα διαλέξεων του Φάρου Τυφλών, ώστε να διαφημιστεί και να επιδειχθεί ένα προϊόν τής αμερικανικής εταιρείας IBM-ISI, που θα βοηθούσε τους τυφλούς να διαβάσουν, το οποίο σημειώνεται ότι ήταν ατομικό, δηλαδή μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνο από έναν τυφλό, στοίχιζε το καθένα 150.000 δρχ. και η διάθεση δωρεάν δείγματος έγινε καθαρά για διαφημιστικούς σκοπούς. Η εκδήλωση, η οποία ήταν καθαρά αμερικανικού χαρακτήρα σε ένα ίδρυμα που χρηματοδοτείτο από το «Σύλλογο των εν Ελλάδι Αμερικανίδων» και με ακροατές αμερικανούς, μετατράπηκε σε διαδήλωση 100 περίπου τυφλών, με αποτέλεσμα η σύζυγος του πρεσβευτή να εγκαταλείψει την αίθουσα με τη βοήθεια ισχυρών αστυνομικών δυνάμεων, ενώ οι φωνές διαμαρτυρίας προκάλεσαν την αγανάκτηση των παρευρισκομένων στην αίθουσα διαλέξεων του Φάρου Τυφλών.
Η «αγαθοεργή» δράση τού «Συλλόγου των εν Ελλάδι Αμερικανίδων» χρονολογείτο από το 1948 και ένα χρόνο πριν είχε ιδρυθεί και ο Φάρος Τυφλών, με χρηματοδότη του μια αμερικανική φιλανθρωπική εταιρεία με έδρα τη Νέα Υόρκη, την επονομαζόμενη «Αμερικανοί φίλοι των ελλήνων τυφλών». Οι εκπρόσωποι της εταιρείας (της οποίας τα μέλη δεν ξεπερνούσαν τα 15) ισχυρίζονταν ότι χρηματοδοτούνταν από εράνους που γίνονταν στην Αμερική, χωρίς όμως να γνωρίζουμε περισσότερες λεπτομέρειες γι αυτούς. Οι τυφλοί υποστήριζαν ότι τα ποσά των εράνων αυτών ήταν και παρέμεναν για 23 χρόνια ένα σκοτεινό σημείο. Έτσι στις 4 Δεκεμβρίου, δεδομένων των παραπάνω, ομάδα τυφλών κατήγγειλε ότι «Ο Φάρος Τυφλών έχει τεράστια έσοδα από τους φιλανθρώπους που διαμένουν στην Αμερική και εδώ. Τα χρήματα αυτά δεν φτάνουν ποτέ στα χέρια μας. Είμαστε 15.000 τυφλοί. Μόνο οι 500 είμαστε ασφαλισμένοι. Οι άλλοι έχουν εγκαταλειφθεί στην τύχη τους». Στη συνέχεια διαμαρτυρήθηκαν ότι ο Φάρος αποτελούσε τροχοπέδη στην επίλυση των προβλημάτων τους και, με την τακτική τής δημιουργίας βιτρίνας, ισχυριζόταν ότι συνέβαλε αποτελεσματικά στην εξυπηρέτηση και την κάλυψη των αναγκών των τυφλών μαθητών και γι αυτό δεν υπήρχε ανάγκη κρατικής εκπαίδευσης. «Πρέπει όλοι να μάθουν τι κρύβεται πίσω την βιτρίνα», κατέληξαν οι τυφλοί και δήλωσαν ότι ο Φάρος είναι μια καθαρά κερδοσκοπική επιχείρηση και αποτελεί τόπο διαφήμισης αμερικανικών προϊόντων στην ελληνική αγορά.
8.5. Λοιπά φιλανθρωπικά ιδρύματα για τυφλούς.
Από το 1938, με πρωτοβουλία της Ειρήνης Λασκαρίδου, λειτούργησε στο Μαρούσι Οικοτροφείο και Σχολή Τυφλών Κορασίδων, με την επωνυμία «Σύλλογος Φίλων Τυφλών» (Αποφάσεις 3873/1938 και 5120/1940 Πρωτοδικείου Αθηνών), το οποίο δεχόταν τυφλές κοπέλες (δυναμικότητας έως 20 ατόμων). Διέθετε εργαστήρια υφαντικής, πλεκτικής, χειροτεχνίας και -σύμφωνα με το άρθρο 8 τού καταστατικού τού Συλλόγου- σκοπός τής ίδρυσής του ήταν η προστασία των ενήλικων τυφλών και ιδιαίτερα όσων είχαν αποφοιτήσει από τη Σχολή Τυφλών, η οργάνωση παρατηρητηρίου συγκέντρωσης και πώλησης έργων των τυφλών και η ίδρυση τυφλολογικού μουσείου. Το ίδρυμα επιχορηγούνταν, εκτός των άλλων, και από το υπουργείο Πρόνοιας.
Το 1942 το κράτος ιδρύει τη «Στέγη Τυφλών Αναπήρων Πολέμου» στην οδό Πτολεμαίων, όπου γίνεται κάποια προσπάθεια για την επαγγελματική τους επανακατάρτιση και ανακούφιση, υπό την αιγίδα τού Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. Τρόφιμοι του Οίκου Τυφλών προσφέρθηκαν να διδάξουν στους τυφλούς αναπήρους πολέμου μουσική, γραφή Braille και χειροτεχνία. Το 1956 οι τυφλοί ανάπηροι του συμμοριτοπολέμου και της Κορέας, οι περιθαλπόμενοι στον «Οίκο Αναπήρων Πολέμου» στο Παλαιό Φάληρο κατέβηκαν σε απεργία πείνας, μετά από την πρόθεση του υπουργείου Εθνικής Άμυνας να κλείσει το ίδρυμα.
Εκτός από τον Οίκο Τυφλών Καλλιθέας και τη Σχολή Τυφλών Βορείου Ελλάδος «Ο Ήλιος», λειτούργησε για τους τυφλούς το 1950 η Σχολή Αποκαταστάσεως Τυφλών (τμήμα τού ΚΑΠΑΨ) στους Αμπελοκήπους (στην οδό Τσόχα) με διευθύντρια τη Φανή Μαυρουδή, όπου λειτούργησε οικοτροφείο και εργαστήριο για τυφλούς από 16 ετών και άνω, από το οποίο από το 1950 έως το 1962 εξυπηρετήθηκαν περίπου 220 άτομα. Η Σχολή είχε ήδη παραρτήματα κατά το 1962 στην Κρήτη, στην Τρίπολη και στην Πάτρα. Το ανωτέρω ίδρυμα επιχορηγούνταν από το υπουργείο Πρόνοιας.
Το 1950, με πρωτοβουλία και δωρεές της οργάνωσης «Αμερικανών φίλων των τυφλών της Ελλάδος», ιδρύθηκε Αγροτική και Τεχνική Σχολή τυφλών στα Σεπόλια (στην οδό Φοινίκης), η οποία εγκαινιάστηκε με την παρουσία της βασίλισσας και των υπουργών Οικονομικών, Πρόνοιας και άλλων επισήμων, στις 21 Απριλίου το 1954. Στις 24 Αυγούστου 1957 η γραμματεία τής Σχολής πραγματοποίησε δεξίωση προς τιμή του μεγάλου δωρητή της, Ανδρέα Γιαβή, δήμαρχο τού Πόρτσμουθ τής «Νέας Αγγλίας», της συζύγου του, του εκπαιδευτικού του ακόλουθου στην αμερικανική πρεσβεία Ελλάδας, Έμρικ, και του ελληνοαμερικανού επιχειρηματία, Κόκκορη, και της συζύγου του. Ο ομογενής δήμαρχος τού Πόρτσμουθ, Ανδρέας Γιαβής, ήταν ο κύριος διαθέτης σημαντικού ποσού (200.000 δολάρια), με το οποίο ανεγέρθηκε το κτήριο των υπνωτηρίων των μαθητών τής Σχολής.
Στη δεκαετία τού 1960 ιδρύθηκε σωματείο, αναγνωρισμένο από το Κράτος, του οποίου σκοπός ήταν η πνευματική ανύψωση, η ψυχική ανάπλαση και η υποβοήθηση των τυφλών στις επαγγελματικές τους επιδιώξεις και διατηρούσε δανειστική βιβλιοθήκη σε γραφή Braille με την επωνυμία «Οι Τρεις Ιεράρχαι» στην οδό Δαμάρεως 70 στο Παγκράτι και εξέδιδε το περιοδικό Η Λυχνία. Από το 1962 λειτούργησε οικοτροφείο τυφλών κοριτσιών με την επωνυμία «Αγία Σκέπη», στην οποία διδάσκονταν οι μαθήτριες χειροτεχνία και άλλα μαθήματα, ενώ από το 1967 άρχισε η λειτουργία παραρτήματος του Οικοτροφείου, στο οποίο στεγάζονταν τρόφιμες, που παρακολουθούσαν το Γυμνάσιο.
8.6. Προνοιακά ιδρύματα για άλλες αναπηρίες.
Το 1937 συστήθηκε από το Αμερικανικό Ίδρυμα Εγγύς Ανατολής η Ελληνική Εταιρεία Προστασίας Αναπήρων Παίδων – ΕΛΕΠΑΠ (απόφαση 52043/1948 Πρωτοδικείου Αθηνών). Στην Εταιρεία γίνονταν δεκτά παιδιά με κινητικές αναπηρίες ηλικίας μέχρι 16 ετών και ετησίως εξυπηρετούσε 800 παιδιά περίπου. Διέθετε τμήμα Διαγνωστικής, Κλινικής και Θεραπευτήριο με ορθοπεδικούς γιατρούς, φυσιοθεραπευτές, γυμνάστριες και σύγχρονο εξοπλισμό? εργασιοθεραπευτήριο, κοινωνική υπηρεσία, νηπιαγωγείο, μονοτάξιο δημοτικό σχολείο και εργαστήριο κατασκευής ορθοπεδικών μηχανημάτων.
Από τον Ιούλιο τού 1954 λειτούργησε το «Κέντρον Αποκαταστάσεως Αναπήρων Παίδων Βούλας, ΠΙΚΠΑ», ως ειδικό κέντρο αποκατάστασης παιδιών με κινητικές αναπηρίες, με 400 κλίνες. Το Κέντρο διέθετε Ιατρική υπηρεσία (ορθοπεδικοί, ψυχίατροι, νευρολόγοι, παιδίατροι, μικροβιολόγοι, ακτινολόγοι, κ.λπ.), Φυσικοθεραπευτήριο – Γυμναστήριο, Εργασιοθεραπευτήριο υφαντικής, πλεκτικής, καλαθοπλεκτικής και ταπητουργίας), Τμήμα Επαγγελματικού Προσανατολισμού και Εκπαίδευσης (ξυλουργείο, ραφείο, υποδηματοποιείο, σιδηρουργείο για την κατασκευή ορθοπεδικών μηχανημάτων, μελισσοκομείο, κηπουρική), Κοινωνική Υπηρεσία και Δημοτικό διτάξιο σχολείο.
Από το 1955 ιδρύθηκε η Ειδική Πρότυπος Σχολή Κωφαλάλων Γλυφάδας, ως αναγνωρισμένο ιδιωτικό σχολείο, δυναμικότητας 45 κωφάλαλων μαθητών. Για τη Σχολή αρμόδιο ήταν το υπουργείο Παιδείας.
Το 1945 ιδρύθηκε το «Κέντρο Αποκαταστάσεως Πολιτικών Αναπήρων Ψυχικού» (ΚΑΠΑΨ) με τη συνεργασία τού υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας και του αμερικανικού ιδρύματος Εγγύς Ανατολής. Τα πρώτα πέντε χρόνια εχρηματοδοτείτο αποκλειστικά από το δεύτερο, ενώ από το 1950 από το ελληνικό Δημόσιο. Γίνονταν δεκτοί ανάπηροι άποροι άνω των 16 ετών και το ίδρυμα τους παρείχε ιατρική και προνοιακή περίθαλψη, διατηρώντας δύο αντίστοιχες υπηρεσίες για το σκοπό αυτό. Η ιατρική υπηρεσία παραλάμβανε τον ανάπηρο μετά τη νοσοκομειακή του περίθαλψη και με συμπληρωματικά μέσα, προσπαθούσε να τονώσει τις σωματικές του δυνάμεις, εφαρμόζοντας μεθόδους φυσιοθεραπείας και εργασιοθεραπείας με, τελευταίου τύπου, θεραπευτικές συσκευές.
Σε περιπτώσεις κινητικά αναπήρων που είχαν ανάγκη, χορηγούσε δωρεάν ορθοπεδικά μηχανήματα και τεχνητά μέλη, τα οποία κατασκευάζονταν στα εργαστήρια από τροφίμους τού Κέντρου. Το Κέντρο, επίσης, αναλάμβανε και την ιατροφαρμακευτική κάλυψη πολλών αναπήρων, είτε νοσηλευομένων σε διάφορα ιδρύματα είτε κατ΄ οίκον. Για τους κινητικά αναπήρους διέθετε εργαστήρια επαγγελματικής εκπαίδευσης στο Ψυχικό, όπου οι εκπαιδευόμενοι μάθαιναν την τέχνη τού υποδηματοποιού, του ράπτη, του επισκευαστή ρολογιών, πλεκτική με μηχανές, κ.ά. Για τους τυφλούς διατηρούσε τη Στέγη Τυφλών, η οποία βρισκόταν στους Αμπελοκήπους αλλά υπαγόταν στο Κέντρο, όπου λειτουργούσαν εργαστήρια καρεκλοποιίας, ψαθοπλεκτικής και σαρωθροποιίας. Για τους αναλφάβητους λειτουργούσε μονοτάξιο δημοτικό σχολείο, όπου οι τυφλοί διδάσκονταν το σύστημα γραφής και ανάγνωσης Braille και το οποίο τους επέτρεπε να διαβάζουν και να γράφουν με ευχέρεια, χρησιμοποιώντας την αφή αντί της όρασης. Μέχρι το τέλος τού 1955 οι εξυπηρετηθέντες από το ΚΑΠΑΨ ανέρχονταν σε 8.558 και το 1956 το 72% από αυτούς εργάζονταν. Από την επαγγελματική σχολή είχαν αποφοιτήσει έως το 1956 συνολικά 885 και χορηγήθηκαν 646 ορθοπεδικά μηχανήματα. Όσον αφορά το προσωπικό τού Ιδρύματος, προσπαθούσε κάτω από πολύ επίπονες συνθήκες, να αποβάλλει από τον ανάπηρο το αίσθημα κατωτερότητας, να τον κάνει να πιστέψει στον εαυτό του και να τον πείσει ότι μπορεί να κάνει όσα και ένας αρτιμελής. Το ΚΑΠΑΨ δεν είχε τη δυνατότητα να αποκαταστήσει τούς πολιτικούς ανάπηρους στην Ελλάδα. Μέχρι το 1956 εκκρεμούσαν 4.500 αιτήσεις και υπήρχαν περισσότεροι από 10.000 που δεν τις είχαν ακόμα υποβάλλει. Σύμφωνα με τον τότε διευθυντή τού Κέντρου, το Ίδρυμα δεν επαρκούσε για όλους, αντιμετώπιζε έντονα το πρόβλημα της στενότητας του χώρου, όλες οι εγκαταστάσεις τού φυσιοθεραπευτικού τμήματος βρίσκονταν μέσα σε μία μικρή αίθουσα και τα εργαστήρια στεγάζονταν σε ένα επίσης μικρό οίκημα.
Η επαγγελματική αποκατάσταση των πολιτικών αναπήρων, μέχρι τότε γινόταν προσπάθεια να επιτευχθεί με τη δημιουργία «συνεργατικών» στα αστικά κέντρα, όπως, για παράδειγμα, ήταν η ιδρυθείσα «συνεργατική» από πέντε απόφοιτους της επαγγελματικής σχολής τού ΚΑΠΑΨ, οι οποίοι διατηρούσαν υποδηματοποιείο στη Φιλοθέη, υπό την προστασία τού Ιδρύματος, το οποίο τους απέδιδε αρκετά για να ζήσουν με αξιοπρέπεια. Από οικονομικής πλευράς, ήταν συμφέρον τού κράτους, να εξασφαλίσει εργασία στους ανάπηρους που είχαν αποκατασταθεί σωματικά και εκπαιδευθεί επαγγελματικά. Σύμφωνα με μία στατιστική που είχε υποβληθεί στο υπουργείο ΣυντονισÎ