7ο υποκεφάλαιο: Βασιλική και κρατική Πρόνοια.
α. Βασιλική Πρόνοια.
Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους βρίσκεται το Αρχείο των τέως Βασιλικών Ανακτόρων. Το μεγάλο αυτό αρχείο, που η καταλογογράφησή του αποτελείται από δύο τόμους εκατοντάδων σελίδων, και χρονολογείται από τα τέλη του 19ου αιώνα έως την έκπτωση του βασιλικού θεσμού, περιέχει πληθώρα εγγράφων που αφορούν ποικίλα φιλανθρωπικά ιδρύματα, αλλά και νοσοκομεία, σωματεία, οργανισμούς. Ενδεικτικά αναφέρουμε μερικά εξ αυτών: Άσυλο Ανιάτων, Εθνικό Ίδρυμα Αποκαταστάσεως αναπήρων Ψυχικού, ΚΑΤ, Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός, Διεθνής Κοινωνική Υπηρεσία, Κέντρο Βρεφών «Μητέρα», Ιματιοθήκη Παιδιού, Παιδική Προστασία, Ορφανοτροφεία, ΕΛΕΠΑΠ, ΙΚΑ, αλλά και διάφορους φορείς που αφορούν τους τυφλούς, όπως: Οίκος Τυφλών, Φάρος Τυφλών Καλλιθέας, Οργάνωσις Προστασίας Τυφλών Βορείου Ελλάδας «Ο Ήλιος», Σύλλογος Φίλων Τυφλών «Ειρήνης Λασκαρίδου». Συχνότερη ήταν η αλληλογραφία με τον Φάρο Τυφλών ο οποίος βρισκόταν υπό την υψηλή προστασία της Βασίλισσας Φρειδερίκης.
Τα έγγραφα τμήματος του αρχείου που μελετήθηκε, χρονολογούνται τις δεκαετίες 1950-1960, και είναι κατά κύριο λόγο αλληλογραφία με τα ιδρύματα αυτά. Την αλληλογραφία διεκπεραιώνει η Μεγάλη Κυρία της Αυλής, Μαίρη Καρόλου, για λογαριασμό της πριγκίπισσας Ειρήνης ή της Βασίλισσας Φρειδερίκης. Σε ελάχιστα έγγραφα βρίσκουμε αποστολέα την Ελένη Κοριζή, Κυρίαν επί των Τιμών της Α.Μ. Βασιλίσσης. Ο μεγαλύτερος όγκος εγγράφων αποτελείται από διαβιβαστικά έγγραφα αιτήσεων τυφλών ή των οικογενειών τους, τα οποία συνοδεύονται από την «παράκλισιν όπως εξετάσητε ταύτην ευμενώς». Τα διαβιβαστικά έγγραφα εμπεριέχουν ποικίλα αιτήματα? τα δύο βασικότερα είναι ο διορισμός ενήλικων τυφλών σε θέση τηλεφωνητών και η εισαγωγή ανήλικων μαθητών σε ιδρύματα. Μερικά ακόμη αιτήματα, που δεν απαντώνται συχνά, αφορούν την απαλλαγή τυφλού από φόρο για αμαξίδιο, την παροχή ιματισμού, την απόκτηση δελτίου ελευθέρας κυκλοφορίας, την απόδοση χρηματικής βοήθειας, ή να γίνει ξανά δεκτός μαθητής που αποβλήθηκε από τον Οίκο. Δεν λείπει δε, η διαβίβαση αιτημάτων στο Οφθαλμιατρείο, για την εξέταση ασθενών, αλλά και για την πραγματοποίηση γνωμάτευσης, ώστε να γίνει γνωστό στη Βασίλισσα αν ο ασθενής επιδέχεται θεραπείας ή εγχείρησης, και σε τέτοια περίπτωση να συνδράμει η Βασίλισσα.
Η πρακτική διαβίβασης αιτημάτων που αφορούν Άτομα με Αναπηρία δεν αφορά μόνο τους τυφλούς. Αντίστοιχη μεταβίβαση γίνεται και προς το Διοικητικό Συμβούλιο του Εθνικού Ιδρύματος Κωφαλάλων, με κύρια αιτήματα την εισαγωγή κωφών μαθητών στο Ίδρυμα ή τη δωρεάν φοίτησή τους σε αυτό, καθώς επρόκειτο για απόρους. Μάλιστα η αλληλογραφία αυτή μερικές φορές διαφεύγει της τυπικής αυστηρής φόρμας και η Μεγάλη Κυρία της Αυλής φροντίζει να γράψει δύο καλά λόγια για τον αιτούντα. Ενδεικτική η επιστολή προς το Ίδρυμα Κωφαλάλων που ζητά την εισαγωγή μαθητή στο ίδρυμα με το δικαιολογητικό ότι «είναι εξυπνότατον παιδί (…) έχει και πιστοποιητικόν απορίας».
Δεν είναι λίγες οι φορές που οι φορείς απαντούν στα αιτήματα αυτά και τα έγγραφά τους βρίσκονται μέσα στο Αρχείο των Βασιλικών Ανακτόρων. Ωστόσο τα ιδρύματα δεν φαίνεται να ανταποκρίνονται πάντα θετικά στις παροτρύνσεις της Βασίλισσας. Έτσι ορισμένες φορές, τα ιδρύματα αρνούνται την εισαγωγή μαθητών γιατί δεν έχουν συμπληρώσει το όριο ηλικίας, έχει περάσει το χρονικό διάστημα των εγγραφών, δεν έχουν αποδοθεί τα κατάλληλα πιστοποιητικά, γιατί ο τυφλός είναι «ανεπίδεκτος μαθήσεως», επειδή δεν υπάρχει χώρος για ένταξη σε τμήματα εκπαίδευσης τηλεφωνητών, ενώ ορισμένες φορές αρνούνται να παράσχουν χρηματική βοήθεια ή ιματισμό. Χαρακτηριστικό είναι δε απαντητικό γράμμα από το Φάρο που δεν μπορεί να ικανοποιήσει άμεσα το αίτημα της βασίλισσας για προώθηση τυφλής ως τηλεφωνήτριας καθώς προηγείται η τοποθέτηση (στον Ευαγγελισμό και το Παίδων) των ήδη εκπαιδευόμενων από τη Σχολή, ενώ κάνει αναφορά και στη δυσκολία διορισμού τυφλών τηλεφωνητών μεγαλύτερων των 30 ετών.
Παράλληλα στο αρχείο βρίσκουμε επισυναπτόμενα και λίγα από γράμματα που οι ίδιοι οι τυφλοί ή οι συγγενείς τους έστελναν προς τη Βασίλισσα, στα οποία ζητούν την ικανοποίηση αιτημάτων τους. Χαρακτηριστικό το γράμμα μητέρας, που αναφέρει ότι η κόρη της, που έχει προβλήματα όρασης και είναι ορφανή από πατέρα, έχει ανάγκη μορφώσεως, ωστόσο η ίδια αδυνατεί να της την παράσχει εξαιτίας της πενιχρής σύνταξης που λαμβάνει. Μάλιστα γράφει ότι δεν θέλει να αφήσει το παιδί της «παράσιτο στην κοινωνία» και αφού «έχει το ελάττωμα να έχει τουλάχιστον μόρφωσιν», οπότε ζητά να εισαχθεί η κόρη της στο Γυμνάσιο, καθώς δεν μπορεί να μάθει ραπτική. Σε άλλη επιστολή, τυφλός άνεργος ενήλικος, με 82χρονη μητέρα ασθενή, ζητά οποιαδήποτε χρηματική βοήθεια, κάνοντας επίκληση στα φιλανθρωπικά αισθήματα της Βασίλισσας αναφέροντας: «έλαβα το θάρρος να αποταθώ προς την Μεγαλειότητά σας καθώς είναι πασίγνωστη η ευσπλαχνία και η φιλανθρωπία σας». Βρίσκουμε μάλιστα και περίπτωση άμεσης ανταπόκρισης στο αίτημα για υλική βοήθεια από την βασίλισσα, κατά την οποία εσωκλείονται χρήματα προς το Φάρο Τυφλών για τη θεραπεία τυφλού μαθητή του Φάρου στη Βιέννη, χρήματα που προέρχονται από το ταμείο της Βασίλισσας αλλά και δωρεές.
Τέλος στο αρχείο βρίσκουμε ορισμένες φορές και τα απαντητικά έγγραφα των φορέων προς τους ίδιους τους αιτούντες, γεγονός που σημαίνει ότι οι ίδιοι τα προωθούσαν στη Βασίλισσα, πιθανόν για την συνέχιση της εποπτείας της υπόθεσής τους. Σε τρία από αυτά προερχόμενα από τη διοίκηση του Ήλιου, ο γράφων χρησιμοποιεί μια σκληρή γλώσσα προς τους γονείς (ταξίαρχο και εφημέριο), κάνοντας λόγο για συνεχή όχληση της Βασίλισσας. Στην πρώτη περίπτωση, μάλιστα, αναφέρει ότι μένει κατάπληκτος «με τα όσα γράφετε και ιδίως δια το άσκοπον των ενεργειών σας με τας οποίας ενοχλείτε την Μεγαλειοτάτην». Στο γράμμα κάνει λόγο για προνομιακή μεταχείριση των θυγατέρων του, για παράταση της φοίτησής τους χαριστικά, και τον χαρακτηρίζει «αγνώμων» με το ίδρυμα που ιδρύθηκε για να στεγάζει και να εκπαιδεύσει τυφλούς, ενώ «τα παιδιά του χαρίτι θεία έχουν την όρασίν τους στο ένα μάτιο».
β. Κρατική Πρόνοια.
Από το 1950 και ύστερα, μετά την ανάδυση του μοντέλου των κρατών πρόνοιας παρατηρείται μια σταδιακή ανάληψη κρατικών πρωτοβουλιών που αφορούσαν τους τυφλούς και στην Ελλάδα. Το 1951 έγινε απογραφή των τυφλών από το Τμήμα Μερίμνης Τυφλών του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας που αποδείκνυε ότι το πρόβλημα ήταν οξυμένο. Το 1951 ψηφίστηκε ομόφωνα στη Βουλή ο Νόμος 1904 «Περί προστασίας και αποκαταστάσεως των τυφλών» που όριζε: τις προϋποθέσεις της τυφλότητας, θέσπιζε γενικό μητρώο τυφλών στο Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας, καθιστούσε υποχρεωτική τη φοίτηση των τυφλών παιδιών σε ειδικές σχολές (που δεν υπερέβαιναν τις 4 σε όλη τη χώρα), έκανε λόγο για επαγγελματική αποκατάστασή τους, προέβλεπε παροχή οικονομικού βοηθήματος σε όσους θεωρούνταν ανίκανοι προς εργασία, καθώς και τη σύσταση Συμβουλίου προστασίας τυφλών στο υπουργείο Πρόνοιας, που αποτελούσε το αρμόδιο συμβουλευτικό όργανο.
Πιο αναλυτικά: Στο πρώτο άρθρο ορίζεται ότι τυφλός εν τη εννοία του νόμου, λογίζεται εκείνος που στερείται παντελώς της αντίληψης του φωτός ή έχει οπτική οξύτητα κάτω του 1/25ου και είναι ανίκανος προς κάθε εργασία. Στο 2ο άρθρο θέτει βασική προϋπόθεση, για να τύχει ο τυφλός των ευεργετημάτων του νόμου, την εγγραφή του σε γενικό μητρώο τυφλών στο υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας. Με το 3ο άρθρο προβλέπεται η υποχρεωτική εγγραφή των τυφλών παιδιών σε ειδικά σχολεία, τα οποία σε ολόκληρη τη χώρα δεν μπορούν να είναι περισσότερα των τεσσάρων και, προκειμένου να λειτουργήσουν, δεν επιτρέπεται να έχουν λιγότερους των 50 μαθητών. Οι γονείς των τυφλών παιδιών είναι υποχρεωμένοι εκ του νόμου να τα εγγράφουν στα ειδικά αυτά σχολεία διαφορετικά τους επιβάλλονται κυρώσεις. Με το 4ο άρθρο η πολιτεία αναλαμβάνει την μέριμνα για την κατάρτιση σε επάγγελμα ή τέχνη των ικανών προς εργασία τυφλών. Με το 5ο άρθρο λαμβάνεται πρόνοια από το υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας στους ανίκανους για εργασία λόγω ηλικίας ή άλλης σωματικής ή ψυχικής ανικανότητας για περίθαλψη, εφόσον δεν λαμβάνουν από το δημόσιο ταμείο ή από άλλη πηγή οικονομικό βοήθημα και εφόσον στερούνται των αναγκαίων για τη διαβίωσή τους και για την ιατροφαρμακευτική τους περίθαλψη. Η περίθαλψη αυτή ανάγεται σε χρηματικό ποσό το οποίο λαμβάνει ο ίδιος ή η οικογένειά του εάν είναι ανήλικος ή το ίδρυμα στο οποίο διαβιεί. Τέλος, με το 6ο άρθρο συνίσταται «Συμβούλιον Προστασίας Τυφλών», το οποίο θα αποτελεί συμβουλευτικό όργανο για κάθε σχετικό θέμα τού εκάστοτε υπουργού Προνοίας.
Κατ΄ επιταγή του Ν. 1904/1951 συγκροτήθηκε σε γνωμοδοτικό σώμα το «Συμβούλιο Προστασίας Τυφλών». Είναι χαρακτηριστικό ότι για πρώτη φορά σε ένα τέτοιο όργανο αντιπροσωπεύονται και οι ίδιοι οι τυφλοί με δύο αντιπροσώπους, εκτός από τα υπουργεία Προνοίας, Παιδείας και Εργασίας, καθώς και ο χώρος τής φιλανθρωπίας με έναν εκπρόσωπο. Ο νόμος έχει τρεις βασικούς άξονες, 1) η σχολική εκπαίδευση των τυφλών, 2) η επαγγελματική αποκατάσταση με εκμάθηση επαγγέλματος ή τέχνης, ανάλογα με την αναπηρία τους και 3) η παροχή περίθαλψης για την αντιμετώπιση των βασικών βιοτικών αναγκών και η ιατρική περίθαλψη των τυφλών που είναι ανεπίδεκτοι επαγγελματικής προσαρμογής. Δεδομένου ότι ένα ικανό μέρος των τυφλών μπορεί, με ανάλογες χειρουργικές επεμβάσεις, να απωλέσει την ιδιότητα αυτή, θα πρέπει να προσανατολιστεί η πολιτεία προς την κατεύθυνση αυτή. Τα μέτρα που θα πρέπει να παρθούν δε θα πρέπει να είναι φιλανθρωπίας, αλλά επαγγελματικής αποκατάστασης, γιατί η φιλανθρωπία είναι μια προαιρετική ηθική επιταγή, ενώ η αποκατάσταση είναι μια επιταγή κοινωνική, που είναι υποχρεωτική για την οργανωμένη ολότητα. Το κράτος όχι μόνο δεν πρέπει να αγνοεί ή να απορροφά τις συναφείς οργανώσεις εθελοντικής πρωτοβουλίας, αλλά απεναντίας πρέπει να τις ενισχύει και να τις έχει σαν συμπαραστάτες του, αρκεί η δράση τους να κινείται μέσα στα πλαίσια που θέτει το κράτος. Επιβάλλεται επίσης, να είμαστε κοινωνοί τής συνεργασίας των ίδιων των τυφλών. Επίσης στις 14 Ιουνίου 1952 ψηφίστηκε ο Νόμος «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων των αφορωσών εις τας εγγραφάς, μετεγγραφάς και εξετάσεις των μαθητών σχολείων Μέσης Εκπαιδεύσεως» (ΦΕΚ 164, τεύχος 1). Ο Νόμος αποτέλεσε σταθμό στο εκπαιδευτικό σύστημα, επιτρέποντας στους τυφλούς μαθητές να παρακολουθούν τα μαθήματα στα Γυμνάσια της χώρας.
Από τη δεκαετία του 1950 το ελληνικό κράτος αναλαμβάνει να παράσχει στους τυφλούς και επιδόματα. Το 1951 οι τυφλοί που δεν μπορούσαν να εργαστούν έλαβαν για πρώτη φορά επίδομα ύψους 100.000 δραχμών. Σε υλοποίηση του νόμου 1904/1951 «Περί προστασίας και αποκαταστάσεως των τυφλών», εφαρμόστηκε από το έτος 1964 πρόγραμμα επιδότησης των τυφλών, με 250 δρχ. τον μήνα. Με τον Ν. 612/1977 «Περί συνταξιοδοτήσεως λόγω γήρατος των τυφλών των ησφαλισμένων εις ασφαλιστικούς οργανισμούς αρμοδιότητος του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών», προβλέφθηκε η πλήρης συνταξιοδότηση των τυφλών μετά από εργασία 15 ετών. Το 1976 η Πολιτεία χορηγούσε στους τυφλούς ηλικίας 0-18 ετών και άνω των 50, βάσει κριτηρίων, οικονομική ενίσχυση 500 δραχμών τον μήνα.
