6ο υποκεφάλαιο: Επαγγελματική αποκατάσταση των τυφλών στην Ελλάδα.
Κατά τις πρώτες δεκαετίες τού 20ου αιώνα, στις εφημερίδες βρίσκουμε συχνά περιγραφές των συντακτών ή αναγνωστών τους για το «ενοχλητικό φαινόμενο» της επαιτείας πάσης φύσεως αναπήρων, τόσο στο κέντρο όσο και στις συνοικίες των Αθηνών με έξαρση στις τουριστικές περιοχές και κατά τη διάρκεια των εορταστικών ημερών. Το φαινόμενο τεκμαίρουμε, από τα γραφόμενα, ότι ελάμβανε κατά καιρούς μορφή μάστιγας για το κοινό. Πιθανολογείται ότι η Πολιτεία, προκειμένου να δώσει κάποια διέξοδο στην επιβίωση των τυφλών, ενίοτε έδιδε άδειες για επαιτεία, υπό την προϋπόθεση ότι τα άτομα θα έφεραν ειδικό περιβραχιόνιο: «Φαίνεται, εν τούτοις ότι στις μεγάλες γιορτές, τα τουριστικά μέτρα χαλαρώνονται και το κράτος την παθαίνει? ρεζιλεύεται στους ξένους. Γιατί μια απ΄ αυτές τις μέρες της Λαμπρής ανέβαινε την οδόν Πανεπιστημίου μια παράνομη ομάδα τυφλών ζητιάνων με τη συνοδεία δέκα και περισσότερων οδηγών. Ήταν παράνομη, γιατί δεν έφερε την σφραγίδα του κράτους. Τα μέλη της δεν είχαν το περιβραχιόνιον της επισήμου επαιτείας».
Ωστόσο οι τυφλοί δεν ήταν μόνο επαίτες. Τη σημασία της επαγγελματικής τους αποκατάστασης αναγνώρισε ήδη από το 1942 ο Μιχ. Μιχαλακόπουλος, και μετά από ενέργειές του ιδρύθηκε στην Πάτρα η Εταιρεία Αντιλήψεως Τυφλών Πελοποννήσου, με σκοπό την αξιοποίηση των δυνατοτήτων και των ικανοτήτων των τυφλών εργαζομένων.
Κάποια βασικά επαγγέλματα των τυφλών ήταν: μουσικοί (είτε ατομικά είτε σε οργανωμένες ορχήστρες ) και ιεροψάλτες. Μουσικοί που διέπρεψαν ήταν ο Γιώργος Θέμελης και ο Βάσσος Θαναηλίδης στο πιάνο και ο Τόνης Ζαχόπουλος στο βιολί. Το 1947 βρίσκουμε στον Τύπο ευχαριστήριο του Πανεπαγγελματικού Σωματείου Τυφλών Ελλάδος «Η Πρόοδος» προς την Κυβέρνηση, για την απαλλαγή από τη φορολογία των συναυλιών που δίνουν οι τυφλοί.
Επιπλέον οι τυφλοί εργάζονταν ως εργάτες σε εργαστήρια κατασκευής βουρτσών, σκουπών και σάρωθρων. Από το 1952 ιδρύθηκε σαρωθροποιείο στην Πάτρα για την απασχόληση των τυφλών. Με το Ν. 2765/1954 υποχρεώνονται όλες οι δημόσιες υπηρεσίες να προμηθεύονται τα σάρωθρα της παραγωγής από Ειδικά Εργαστήρια Εργαζομένων Τυφλών. Το γεγονός αυτό δημιούργησε σφοδρότατες αντιδράσεις από το σύλλογο σαρωθροποιών, ο οποίος ζήτησε την κατάργηση του νόμου, ως ασύμφορη προς το κράτος και καταστρεπτική για τις επιχειρήσεις του και αντιπρότειναν την επιβάρυνση με 5 λεπτά επί της αγοράς των σαρώθρων από το ελεύθερο εμπόριο, κατόπιν μειοδοτικού διαγωνισμού υπέρ των τυφλών. Τελικά, ο υπουργός Εθνικής Αμύνης, Πρωτοπαπαδάκης, ανακάλεσε την απόφασή του. Πάντως την ίδια χρονιά με τον Ν. 2765/1954 (ΦΕΚ 38, 4 Μαρτίου 1954) περί διευκολύνσεων πώλησης των προϊόντων των εργαζομένων τυφλών, προβλέφθηκε η προνομιακή απορρόφηση από το Δημόσιο των προϊόντων των εργαστηρίων σκουπών και βουρτσών, στα οποία εργάζονταν τυφλοί.
Σημαντική εξέλιξη στην επαγγελματική αποκατάσταση των τυφλών στην Ελλάδα υπήρξε μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τη δεκαετία του 1950. Ο μεγάλος αριθμός αναπήρων πολιτών στη Γερμανία, ο οποίος με τον κατάλληλο εξοπλισμό ή μετά από σχετική επανεκπαίδευση μπορούσε να εργαστεί, απασχόλησε τους ειδικούς κι έτσι η Siemens προχώρησε στη δημιουργία ειδικών τηλεφωνικών κέντρων, τα οποία μπορούσαν να χειριστούν απολύτως οι τυφλοί. Το 1954 ήδη 1.000 τυφλοί εργάζονταν ως τηλεφωνητές στη Γερμανία. Ο πρόεδρος της εταιρείας, Φρ. Γκουστ, ήρθε και στην Ελλάδα το 1954 και σε ειδική εκδήλωση παρουσίασε δημόσια το νέο αυτό τηλεφωνικό κέντρο, το οποίο προμηθεύθηκε και ο Φάρος Τυφλών της Ελλάδος (ΦτΕ), όπου το 1955 λειτούργησε η πρώτη σχολή τυφλών τηλεφωνητών στη χώρα. Από την ίδρυσή της μέχρι το 1962 είχαν πάρει πτυχίο 55 τυφλοί.
Ο πρώτος τυφλός τηλεφωνητής ήταν ο Δημήτρης Βαρδαλάς και προσλήφθηκε το 1956 από την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδας. Το 1957 η βασίλισσα, κατά τη διάρκεια ειδικής τελετής στο Φάρο Τυφλών της Ελλάδος, απένειμε σε τέσσερις τυφλούς τηλεφωνητές τα πτυχία τους από τη σχολή τού ΦτΕ. Οι πτυχιούχοι στη συνέχεια προσελήφθησαν από τον ΟΤΕ, τη ΔΕΗ, την εταιρεία πετρελαιοειδών «Ρέστης και Σία» και την εταιρεία Siemens. Στη συνέχεια, το υπουργείο Πρόνοιας, με σχετική εγκύκλιό του, ορίζει ότι θα πρωτιμώνται κατά τις προσλήψεις τηλεφωνητών στις δημόσιες υπηρεσίες και τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) τυφλοί, εφόσον έχουν δίπλωμα της σχολής «Φάρος Τυφλών». Πράγματι, 53 τυφλοί είχαν διοριστεί ως το 1962, σε δημόσιους οργανισμούς και διάφορες επιχειρήσεις.
Το 1957 ορκίστηκε ο πρώτος τυφλός δικηγόρος, ο Παντελής Λυμάκης, αριστούχος της Νομικής Σχολής και την ίδια χρονιά ανέλαβε την υπεράσπιση άντρα αποπειραθέντος να σκοτώσει τη σύζυγό του, αποσπώντας θετικές εντυπώσεις για την υπερασπιστική του γραμμή.
Το 1960, στην οδό Ιπποκράτους 32, λειτούργησε και το πρώτο κατάστημα, το οποίο πουλούσε αποκλειστικά χειροτεχνήματα που κατασκευάζονταν από τυφλούς, οι οποίοι εργάζονταν στα εργαστήρια του Οίκου Τυφλών, της Στέγης Τυφλών στους Αμπελοκήπους, του Φάρου Τυφλών Ελλάδος και της Σχολής Τυφλών στα Σεπόλια. Το 1962 λειτουργούσαν στην Αθήνα δύο εργαστήρια βουρτσών και σκουπών, ένα από το Φάρο Τυφλών Ελλάδος και ένα από τον Πανελλήνιο Σύνδεσμο Τυφλών (Π.Σ.Τ.) και τα οποία απασχολούσαν 40 τυφλούς, ως ημερομίσθιους εργάτες με πλήρη κοινωνική ασφάλιση.
Η έκθεση φωτογραφιών και αντικειμένων των τυφλών και αναπήρων πολιτών στην αίθουσα της Η.Ε.Α.Π, από τις 22 Οκτωβρίου έως τις 4 Νοεμβρίου 1960, μέσω των εκθεμάτων της παρείχε στοιχεία της πολύπλευρης προσπάθειας για την επαγγελματική κατάρτιση των τυφλών και αναπήρων πολιτών και παιδιών σε διάφορες εργασίες, όπως η πτηνοτροφία, η εξάσκηση σε βιοτεχνικά και αγροτικά εργαστήρια, τους τόρνους, την τηλεφωνική, τη ραπτική, την τυπογραφία και η εκμάθησή τους ανάγνωσης, γραφής και μουσικής.
Αν και δεν υπάρχουν επίσημες απογραφές των τυφλών, σε άρθρο της εφημερίδας Το Βήμα τού 1962, διαβάζουμε ότι οι τυφλοί ανέρχονταν σε 16.000, αρκετοί ήταν ιεροψάλτες αλλά δυσκολεύονται να βρουν δουλειά, άλλοι ήταν μαθητές γυμνασίου και πανεπιστημίου, ενώ υπήρχαν 11 απόφοιτοι της Νομικής και της Θεολογίας. Το 1968, σύμφωνα με άρθρο τής Δήμητρας Χέλμη στην Μεγάλη Παιδαγωγική Εγκυκλοπαίδεια, οι εργαζόμενοι τυφλοί ανέρχονταν σε 528 και στις σχολές Οίκος Τυφλών Καλλιθέας και Βορείου Ελλάδος Θεσσαλονίκης φοιτούσαν 160. Από τους εργαζόμενους τυφλούς, 96 ήταν χειροτέχνες, 20 γεωργοί, 3 φυσιοθεραπευτές, 3 χορδιστές πιάνων, 10 δικηγόροι, 16 δάσκαλοι, 5 θεολόγοι, 160 τηλεφωνητές, 50 εργάτες σε βιομηχανίες, 25 ιεροψάλτες, 1 κοινωνικός λειτουργός, 1 καθηγητής μαθηματικών, 2 φιλόλογοι και 1 εκπαιδευτικός σύμβουλος. Η αρθρογράφος επισημαίνει ότι οι ως άνω αριθμοί δεν βασίζονται σε επίσημη στατιστική, αλλά προέρχονται από πληροφορίες που συνέλεξε η ίδια.
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι άνεργοι τυφλοί, συχνά εργάζονταν παράνομα σαν υπαίθριοι μικροπωλητές με συνηθισμένη κατάληξη το αυτόφωρο στο αστυνομικό τμήμα. Σε αυτό το πλαίσιο, μετά την κατάληψη του Οίκου Τυφλών (το 1976) ένα από τα αιτήματα των τυφλών ήταν η παραχώρηση άδειας μικροπωλητή σε άνεργους τυφλούς που αδυνατούσαν να ασκήσουν άλλο επάγγελμα. Στις 30 Σεπτεμβρίου 1976, και μετά από διαβεβαιώσεις του υπουργού Δημόσιας Τάξης, Σταμάτη, και του αστυνομικού διευθυντή, Βέρα, ότι αρμόδιος για την έκδοση αδειών μικροπωλητή στους τυφλούς είναι ο Δήμος Αθηναίων, ορισμένοι τυφλοί πραγματοποίησαν συγκέντρωση έξω από το Δημαρχείο, απαιτώντας να τους χορηγηθούν οι άδειες. Ουσιαστικά όμως ο Δήμος Αθηναίων, σύμφωνα με το Ν.Δ. 703 ήταν αναρμόδιος για το εν λόγω θέμα.
Ο δημοτικός σύμβουλος, Μιχαλακόπουλος, μίλησε στους συγκεντρωμένους τυφλούς, εξηγώντας τους την αναρμοδιότητα του Δήμου, τους υποσχέθηκε ότι το θέμα τους θα συζητιόταν στην επόμενη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου και τους διαβεβαίωσε ότι ο Δήμος θα τους συμπαραστεκόταν και ότι θα τους χορηγούσε τον απαιτούμενο χώρο για να πωλούν τα εμπορεύματά τους. Ο δήμαρχος, Παπαθεοδώρου, είπε για το θέμα, ότι σύμφωνα με το Ν.Δ. 703, για να χορηγηθεί άδεια μικροπωλητή, απαιτείται πρώτα αίτηση στο αρμόδιο αστυνομικό τμήμα, υπενθύμισε ότι ο Δήμος διεκδικεί την αποκλειστική αρμοδιότητα για την έκδοση αδειών, έχοντας κάνει γι αυτό επανειλημμένα διαβήματα στο υπουργείο Εσωτερικών και δήλωσε ότι θα δίνονταν 50 άδειες αν η αστυνομική αρχή δεν είχε αντιρρήσεις, αρκεί να τηρηθεί η νόμιμη διαδικασία και να υποβληθούν οι σχετικές αιτήσεις.
Τέλος στη Μεταπολίτευση, με τον Ν. 963/1-9-1979 «Περί Επαγγελματικής Αποκαταστάσεως Αναπήρων και εν γένει ατόμων μειωμένων ικανοτήτων», προβλέφθηκε η κάλυψη κατά το 1/3 των οργανικών θέσεων οικιακών τηλεφωνικών κέντρων του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΔΕΚΟ από τυφλούς πτυχιούχους σχολής τηλεφωνητών.
