ΕΘΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΤΥΦΛΩΝ

Η ιστορία τού Οίκου Τυφλών της Ελλάδος (Μέρος 11ο: Κεφάλαιο Β – 3ο υποκεφάλαιο)

Ιαν 27, 2016 | 'Εργα συναδέλφων (μελέτες), ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

3ο υποκεφάλαιο: Οι ιδέες περί ευγονικής στο 1ο μισό τού 20ού αιώνα.

Το 1920 είχαν ωριμάσει οι συνθήκες για τη συστηματική οργάνωση των υπηρεσιών υγείας στην Ελλάδα. Τότε έρχεται στη Βουλή η συζήτηση για τον ιδρυτικό νόμο του υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας.  Το υπουργείο στόχευε στην ενοποίηση διαφόρων υπηρεσιών διάσπαρτων σε άλλα υπουργεία. Εκείνη την εποχή η κατάσταση της υγείας των πολιτών ήταν κακή (αυξημένη θνησιμότητα, επιδημίες), ενώ η νοσηρότητα εξαιτίας του πολέμου έχει αυξηθεί. Με την ίδρυση του υπουργείου, το κράτος φαίνεται να κατανοεί την αναγκαιότητα να πάρει πρωτοβουλίες σε αυτό τον τομέα.  Τότε για πρώτη φορά γίνεται προσπάθεια υγειονομικής προστασίας του παιδιού από τη σύλληψη μέχρι την εφηβεία. Το ελπιδοφόρο εγχείρημα σταμάτησαν τα πολεμικά γεγονότα του 1920-1922. Ωστόσο πρόκειται για την πρώτη προσπάθεια υγειονομικής προστασίας του παιδιού τον 20ό αιώνα, που στήριξαν οι βενιζελικές κυβερνήσεις, και θα πρέπει να ενταχθεί στο συνολικότερο σχέδιο κοινωνικής πολιτικής τού φιλελεύθερου κόμματος όσο και της σχεδιαζόμενης εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης.

Η πύκνωση του ενδιαφέροντος για αυτά τα ζητήματα οφείλεται σε 3 παράγοντες: 1) στην ανάδυση διεθνών οργανισμών υγείας, 2) στην ανάδειξη, στον ιατρικό λόγο, των κοινωνικών παραγόντων που συνδέονται με την ποιότητα υγείας, 3) στην κρατική ανάληψη ευθύνης γι αυτά τα ζητήματα. Παράλληλα, η ανάπτυξη του ευγονιστικού κινήματος καθώς και οι συζητήσεις για τη χάραξη μιας κοινωνικής πολιτικής απέναντι στην οικογένεια, θα υπογραμμίσουν τη σημασία της υγείας του παιδιού και της μητέρας στο πλαίσιο διαφορετικών πολιτικών. Όσο αυξάνεται αυτό το ενδιαφέρον, παίρνονται και πρωτοβουλίες, π.χ. σχολεία για μαθητές ειδικών κατηγοριών κ.λπ.

Μεταξύ 1918-1920 δημιουργούνται υπουργεία κοινωνικής πρόνοιας σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Αυτό οφείλεται στις συνέπειες του πολέμου (μεγάλοι αριθμοί αναπήρων, αρρώστων, θανόντων). Οι κυβερνήσεις όλων των πολιτικών αποχρώσεων προχώρησαν στη συγκρότηση μιας κοινωνικής πολιτικής, οργάνωσαν νοσοκομεία, συμβουλευτικά κέντρα κλπ. Ωστόσο, παρόλο που τα κράτη αναγνωρίζουν τη σημασία της κοινωνικής πολιτικής ο βαθμός ενεργοποίησής τους ποικίλει. Την περίοδο αυτή η υγεία αναδεικνύεται σε δημόσιο ζήτημα και για το λόγο ότι ενισχύεται το κοινωνικό αίτημα για φροντίδα και το δικαίωμα των πολιτών στην κρατική πρόνοια. Στη διαμόρφωση των νέων αιτημάτων, ουσιαστικό ρόλο έπαιξε η στροφή των γιατρών στις οικονομικές και κοινωνικές αιτίες που ήταν η πηγή της νοσηρότητας.  Καθώς ο Μεσοπόλεμος είναι περίοδος διάχυσης οικουμενικών αξιών και διεύρυνσης της σφαίρας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η υγεία δεν ερμηνεύεται ως ατομική υπόθεση αλλά ως αντικείμενο δημόσιου ενδιαφέροντος. Η κοινωνιολογική στροφή στην ιατρική σκέψη μετά τον Α΄ παγκόσμιο Πόλεμο έρχεται να υποκαταστήσει την ηθικολογική ερμηνεία των αιτιών της αρρώστιας τού τέλους του 19ου αιώνα, που θεωρούσε τους αρρώστους υπεύθυνους της κατάστασής τους. Αυτή η στροφή γίνεται κυρίαρχη μετά το 1930. Διατυπώνεται η άποψη ότι η δημόσια υγεία θα μπορούσε να αναπτυχθεί καλύτερα μέσω της κοινωνικής διαπαιδαγώγησης, σε συνδυασμό με την κοινωνική υγιεινή και την ευγονική. Σε αυτό το πλαίσιο η ανάληψη δράσης μετακινείται από τη φιλανθρωπία στην πολιτική. Ο ρόλος των φιλανθρωπικών οργανώσεων μειώνεται σε αυτή την περίοδο.  Παράλληλα όμως, η διάρθρωση εντός κρατικών ορίων μιας οργανωμένης πρόνοιας εντείνει τον αυταρχισμό. Στην περίπτωση αυτή η ιατρική καθίσταται αντικείμενο ελέγχου και εκμετάλλευσης, όπως στη Γερμανία.  Παράλληλα, η ιατρική χρησιμοποιείται ως εργαλείο για τον έλεγχο των ατομικών και συλλογικών σωμάτων.

Όσον αφορά τις ευγονικές αντιλήψεις και την κρατική πολιτική,  υπάρχουν δύο κυρίαρχα μοντέλα σκέψης στην ιατρική: η κοινωνική ιατρική και ο ευγονισμός. Η κοινωνική ιατρική εστιάζει στις περιβαλλοντικές και κοινωνικές συνθήκες διαβίωσης, στην υγεία των ατόμων και ομάδων και στην αρρώστια και προσπαθεί να ελέγξει την επίδραση εξωγενών παραγόντων (συνθήκες εργασίας, διατροφής κ.λπ.).

Ο ευγονισμός ή ευγονική εξετάζει τη γενετική επίδραση διαφόρων στοιχείων και κληρονομικών παραγόντων στην υγεία, προτείνοντας ένα σύνολο διαφόρων γενετικών ερευνών και κοινωνικών και ηθικών πρακτικών που κρίνονται θετικές για τη δημιουργία μιας «υγιούς φυλής». Ρίζες αυτών των θεωριών είναι η εγκληματολογική ανθρωπολογία του Lombroso, που απέδιδε ψυχολογικά χαρακτηριστικά σε ένα βιολογικό κληρονομικό στοιχείο και αφετέρου η θεωρία της κληρονομικότητας του Galton, που είχε επιχειρήσει μια μαθηματική προσέγγιση των βιολογικών φαινομένων. Ο Pearson επεσήμανε ότι η μελέτη του ευγονισμού είχε ως στόχο τη στατιστική εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας σε όλες τις φάσεις της, υγιείς και νοσηρές. Έτσι αναπτύχθηκε ο κλάδος της βιομετρίας.  Ο Galton ανέπτυξε το σχέδιό του για την εφαρμοσμένη βιομετρία, στην οποία η ευγονική ήταν σε θέση να επιτρέψει την αύξηση του ποσοστού αναπαραγωγής των πιο ικανών, μειώνοντας αυτό των λιγότερο ικανών. Η ποσοτικοποίηση γίνεται για τους ευγονιστές η μοναδική επιστήμη. Στόχος είναι η αναβάθμιση της φυλετικής ποιότητας του πληθυσμού και η φροντίδα μελλοντικών γενεών, δηλαδή η δημιουργία εύρωστων απογόνων, στοιχείο που νομιμοποιεί την κρατική παρέμβαση σε αυτή την κατεύθυνση. Σε αυτό το πλαίσιο το κράτος έπρεπε να πάρει μέτρα κοινωνικής πολιτικής. Οι ευγονικές θέσεις αποκτούν ευρύ κοινό και η σωματική ευρωστία του κοινωνικού συνόλου θεωρείται όλο και πιο αποτελεσματική για τη στρατιωτική προετοιμασία του έθνους. Η ανάγκη για εύρωστους πολίτες σπρώχνει το κράτος σε πρωτοβουλίες για να προστατευτούν οι πολίτες από ανθυγιεινές προκλήσεις. Διατυπώνονται διάφορες απόψεις για τη δημιουργία ενός βιολογικά ανώτερου κεφαλαίου καθώς και για τα όρια παρέμβασης του κράτους στη ζωή των πολιτών. Δημιουργήθηκαν δύο τάσεις: Η λήψη αρνητικών μέτρων (π.χ. στείρωση που παραπέμπει στον κοινωνικό εκφυλισμό και τη φυλετική παρακμή) και μια θετική, που έθετε ως στόχο την βελτίωση της ποιότητας ζωής και της δημόσιας υγείας και την αποτροπή της φυλετικής παρακμής, χάρη στον καθαρό αέρα, την άσκηση, την ηλιοθεραπεία. Κοινή πεποίθηση και των δύο ήταν ότι το κράτος μπορούσε να διαπλάσει την κοινωνία προς το καλύτερο, αν αποτρέψει τον φυλετικό εκφυλισμό.  Το σχολείο γίνεται χώρος ανάδειξης αυτών των αρχών.

Ευγονισμός και οικογενειακή υγεία συνδέονται με τον Μεσοπόλεμο. Ο ιδεατός κόσμος των ευγονιστών είναι ένα εργαστήριο ανάπτυξης όμορφων και υγιών ανθρώπων με βάση τις ακόλουθες αρχές: 1) Κατάταξη, 2) Διασταύρωση μεταξύ γεννητόρων ίσης κατηγορίας, 3) Ικανοποίηση κοινωνικού καθήκοντος των γεννητόρων. Η υποχρέωση για αναπαραγωγή θεωρείται παρόμοια με τη στρατιωτική υποχρέωση. Μπροστά στο ενδεχόμενο μιας νέας πολεμικής σύρραξης και μείωσης του ποσοστού γεννήσεων δημιουργήθηκαν ανησυχίες και έγιναν ενέργειες για τη στήριξη της μητρότητας και την προστασία της παιδικής ηλικίας.

Η ανάπτυξη του ενδιαφέροντος για την υγεία του παιδιού και της μητέρας συναρτάται με το κίνημα του ευγονισμού, του ελέγχου των γεννήσεων, της ποιότητας του πληθυσμού. Η μείωση των γεννήσεων μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αύξησε την ανησυχία για την ποιότητα των παιδιών, τη σωματική τους ικανότητα, την ψυχική τους υγεία.

Σημαντικό ήταν το κίνημα των γεννήσεων που πρωτοστάτησε στον τομέα αυτό, συναρτώντας τον με κοινωνικά προβλήματα, τη φτώχεια, τους ευγονικούς προβληματισμούς και τα ζητήματα αναπαραγωγής. Σε αυτό το κίνημα πρωτοστάτησε η Sanger, που με στόχο να προωθήσει τις αρχές τού οικογενειακού προγραμματισμού μεταξύ των γυναικών της εργατικής τάξης, ίδρυσε στις Η.Π.Α. το 1916 κλινική για τον έλεγχο των γεννήσεων. Από τη δεκαετία του 1920 συνδέει το ζήτημα με τον ευγονισμό και την αναγκαιότητα να εμποδιστεί η αναπαραγωγή μη υγιών στοιχείων. Υιοθετεί απόψεις της φυλετικής υγιεινής και επιχειρήματα για τη στείρωση ατόμων με προβλήματα υγείας και νοητική υστέρηση.

Δραστήριοι έλληνες στον τομέα αυτό ήταν ο Ε. Λαμπαδάριος (συγγραφέας του βιβλίου Λαμπαδάριος Εμμ. Ν., Σχολική υγιεινή, Τύποις «Σφενδόνης», Αθήναι, 1928) και ο παιδίατρος Α. Δοξιάδης.

Σε θέματα που θέτουν το 1930 σε συνέδρια και διεθνείς συναντήσεις δεν υπάρχει αναφορά για την αντιμετώπιση παιδιών με αναπηρίες.  Ωστόσο στο πρώτο διαβαλκανικό συνέδριο προστασίας του παιδιού το 1936 στην Αθήνα, το δεύτερο τμήμα του αφορούσε την προστασία του «άρρωστου και ανώμαλου παιδιού».

Η καταγωγή του ενδιαφέροντος για τον ορισμό και τη μέτρηση της διανοητικής υγείας, άρα και της καταγραφής των «παρεκκλίσεων» από τον κανόνα, τοποθετείται από τα μέσα του 19ου αιώνα όταν η ψυχολογική μελέτη του παιδιού αναγνωρίζεται ως πεδίο επιστημονικής έρευνας. Φτιάχνονται επίσης ψυχομετρικά τεστ, εργαλείο που χρησιμοποίησαν οι ευγονιστές για να επιβεβαιώσουν τις θέσεις τους τη δεκαετία του 1920.

Η δαρβινιστική αντίληψη οδηγούσε στη σκέψη ότι οι διανοητικές παρεκκλίσεις έχουν βιολογική βάση και αιτιολογία, γενετικού χαρακτήρα. Από το 1908 συγκροτείται το ρεύμα της διανοητικής υγιεινής.

Η αγωγή των βραδύνοων είχε απασχολήσει διάφορες ευρωπαϊκές χώρες με πολλαπλούς τρόπους (π..χ. στη Γερμανία είχαν ιδρυθεί σχολεία παροχής βοήθειας, στη Γαλλία σχολεία καλυτέρευσης – βελτίωσης, στην Αγγλία «σχολεία ελαττωματικών»).  Η διανοητική υγεία άρχισε να απασχολεί ιδιαίτερα γιατρούς και παιδαγωγούς στο Μεσοπόλεμο: γίνονται συνέδρια, ιδρύονται ιατροπαιδαγωγικά τμήματα σε πανεπιστήμια, ιατρεία, άσυλα και ειδικές σχολικές τάξεις και ιδρύματα παρατήρησης για τα «ανώμαλα παιδιά» (Ιταλία νόμος του 1925), κ.λπ.

Στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα γίνεται προσπάθεια ιατρικοποίησης της παιδικής ηλικίας.  Η πεποίθηση των μεταρρυθμιστών παιδαγωγών του μεσοπολέμου ήταν ότι ο άνθρωπος και η κοινωνία μπορούν να αλλάξουν, μέσα από την προσαρμογή της εκπαίδευσης στις πραγματικές ανάγκες των παιδιών.  Για τον λόγο αυτό, αναπτύχθηκαν οι παιδικές εξοχές, οι οποίες συνήθως ακολουθούσαν εκπαιδευτικές δράσεις και πνευματικές ασκήσεις, με δραστηριότητες χαλάρωσης και άσκησης του σώματος (διαμονή στο δάσος, κολύμβηση, περίπατος). Η κοινωνική λειτουργία τους ορίζονταν ως εξής: Επειδή η οικογένεια δεν μπορεί να εξασφαλίσει καλή υγεία στα παιδιά, η κοινότητα αναλάμβανε αυτό το ρόλο μέσω των εξοχών.

Για την περίθαλψη των προσφύγων τής Μικράς Ασίας το 1922 δραστηριοποιήθηκε, εκτός των άλλων, και η Αμερικανική Οργάνωση της Εγγύς Ανατολής που ανέλαβε την περίθαλψη ορφανών παιδιών προσφύγων. Η εμπλοκή αυτής της φιλανθρωπικής οργάνωσης στην περίθαλψη των προσφύγων θεωρήθηκε ευκαιρία για διείσδυση των αμερικανικών μεθόδων κοινωνικής πρόνοιας στην Ελλάδα. Η εκπαίδευση στις αρχές της αυτοβοήθειας, η επίλυση πρακτικών ζητημάτων, η υγιεινή διαπαιδαγώγηση ήταν τα βασικά θέματα που προωθούσε. Έτσι, εκτός από περίθαλψη, η οργάνωση απέδιδε εξέχουσα σημασία και στη στοιχειώδη εκπαίδευση των ορφανών καθώς και στην προετοιμασία τους για την επαγγελματική ζωή. Η προστασία των παιδιών από μολυσματικές ασθένειες, η περίθαλψη των αρρώστων και ανάπηρων παιδιών ορίστηκαν στόχοι της. Η ίδρυση περιπτέρου για φυματικά παιδιά στο σανατόριο Σωτηρία, η ίδρυση ενός σχολείου για τυφλά παιδιά και ενός ακόμη για βαρήκοα, η εκπαίδευση αδερφών νοσοκόμων ήταν ορισμένα από τα έργα της.

Εξέχουσα προσωπικότητα για την προστασία του παιδιού αναδεικνύεται ο Δοξιάδης. Ορίζεται υφυπουργός Υγιεινής το 1929 ενώ για πολλά χρόνια διατέλεσε πρόεδρος του Πατριωτικού ιδρύματος για την προστασία των παιδιών – ΠΙΠΠ. (Το ίδρυμα λάμβανε κρατική επιχορήγηση, ενώ ίδρυσε το 1932 Συμβουλευτικό Σταθμό στο χώρο της Μαθητικής Πολυκλινικής για τα «νευρικά, δύσκολα και ανώμαλα παιδιά»).

Ο Δοξιάδης σε διάφορους λόγους του τονίζει ότι η προστασία της παιδικής ηλικίας θα βοηθήσει στην πρόοδο της φυλής. Το ΠΙΠΠ διαδέχεται το ΠΙΚΠΑ (Πατριωτικό Ίδρυμα Πρόνοιας και Αντίληψης) το 1936 με στόχους την προστασία της μητρότητας, των παιδιών, των απόρων, λειτουργία συσσιτίων κ.λπ., που έδειξε -μεταξύ άλλων- ενδιαφέρον για τα μειονεκτούντα άτομα και υπήρξε μέλος της Διεθνούς Εταιρείας μέριμνας Αναπήρων.

Μετάβαση στο περιεχόμενο