2ο υποκεφάλαιο: Οι πρώτοι εμπνευστές της εκπαίδευσης των τυφλών στην Ελλάδα.
Μπορεί στη Δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική η μέριμνα για τους τυφλούς και η έμφαση στην εκπαίδευσή τους να ξεκίνησε από τον 18ο αιώνα, ενώ η όλη προσπάθεια συστηματοποιήθηκε τον 19ο αιώνα, ωστόσο στην Ελλάδα αντίστοιχες κινήσεις δεν έγιναν πριν τις αρχές του 20ού αιώνα. Παρόλα αυτά το αίτημα για εκπαίδευση των τυφλών διατυπώνεται για πρώτη φορά, ήδη από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, από τον Κερκυραίο γιατρό και βουλευτή Αντώνιο Παλατιανό. Κατά τη διάρκεια της βουλευτικής του θητείας, ο Α. Παλατιανός νόσησε από ασθένεια των οφθαλμών και αναγκάστηκε να πραγματοποιήσει πολλαπλές εγχειρήσεις στην Ιταλία και το Παρίσι, ώστε να σώσει την όρασή του.
Η προσωπική του περιπέτεια τον ώθησε να ασχοληθεί με την εκπαίδευση των τυφλών. Γνώστης, όπως φαίνεται, των εξελίξεων στην εκπαίδευση των τυφλών που συντελούνταν στην Ευρώπη, θέλησε να μεταλαμπαδεύσει και στη χώρα του αυτές τις αντιλήψεις. Σε αυτή την κατεύθυνση έγραψε δύο βιβλία, το Τυφλοί και κωφάλαλοι εν Ελλάδι, που εκδόθηκε το 1882, και το Δοκίμιον περί εφαρμογής εις την ελληνικήν γλώσσαν της αναγλυφογραφίας Βράιλ προς εκπαίδευσιν των τυφλών.
Στο πρώτο βιβλίο παρουσιάζει την κατάσταση τυφλών και κωφαλάλων στην Ελλάδα. «Δύο τάξεις δυστυχών όντων εισίν έτι μάλλον δυστυχείς δια μόνον λόγον ότι γεννώνται εν Ελλάδι, οι τυφλοί και οι κωφάλαλοι», αναφέρει χαρακτηριστικά στην αρχή του ευσύνοπτου συγγράμματός του. Ο Α. Παλατιανός υπολογίζει, ελλείψει οποιασδήποτε επίσημης στατιστικής, ότι στην Ελλάδα οι τυφλοί είναι περίπου 2.000 και οι κωφάλαλοι 4.000, κατ’ αναλογία με όσους έχουν υπολογιστεί σε άλλες χώρες, ωστόσο αναφέρει ότι κανείς -ούτε η πολιτεία, ούτε ο δήμος, ούτε η κοινωνία- έχει αναλάβει πρωτοβουλία για να τους ανακουφίσει από το «άχθος» τους, ενώ αναφέρει ότι η κατάσταση είναι χειρότερη στις τάξεις των εργατών και των φτωχών, καθώς καμία μέριμνα δεν λαμβάνεται από την οικογένειά τους.
Την κατάσταση αυτή τη θεωρεί ντροπιαστική, και αναφέρει ότι «η Ελλάς ήτις και δικαίως έχει την αξίωσιν να προΐσταται του πολιτισμού εν τη Ανατολή, οφείλει και κατά τούτον τον κλάδον, ως πράττει και εις άλλους, να μιμήται τα πεπολιτισμένα έθνη του παλιού και νέου κόσμου». Σε αυτά τα πολιτισμένα έθνη, οι τυφλοί και οι κωφάλαλοι εκπαιδεύονται και γίνονται ωφέλιμοι για την πατρίδα, την οικογένεια, τους εαυτούς τους. Προς απόδειξη των λεγομένων του, παρουσιάζει την ιστορία της εκπαίδευσης των τυφλών από τις πρώτες προσπάθειες του V. Hauy, που εφηύρε την τέχνη της διδασκαλίας, της ανάγνωσης και της γραφής των τυφλών και ίδρυσε στο Παρίσι κατάστημα τυφλών νέων, μέχρι τις μέρες του, όπου λειτουργούν διάφορα εκπαιδευτήρια τυφλών σε πολλές χώρες. Αναλυτικές πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό των οικότροφων, την ηλικία τους, τα δίδακτρα, τη χρηματοδότηση, τα μαθήματα, την επαγγελματική εκπαίδευση και αποκατάσταση των τυφλών κ.λπ. δίνει για το δημόσιο εκπαιδευτήριο τυφλών στη Γαλλία, ενώ αναφέρει διάσπαρτες πληροφορίες και για την κατάσταση στην Ιταλία και την Αγγλία. Μάλιστα υποστηρίζει ότι τα πλεονεκτήματα της εκπαίδευσης των τυφλών έχουν γίνει ήδη εμφανή, καθώς και από τις δύο αυτές τάξεις ανθρώπων έχουν προέλθει πολλοί διαπρεπείς επιστήμονες, καλλιτέχνες, βιομήχανοι κ.λπ.
«Ενώπιον τοιούτων αποτελεσμάτων είναι αδικαιολόγητος η παρ’ ημίν έλλειψις εκπαιδευτικών καταστημάτων υπέρ των τυφλών και κωφαλάλων», τονίζει και αναφέρει ότι πρέπει να υπάρξει κινητοποίηση για να ελαττωθεί η «αθλιότητα» αυτών των ατόμων και να γίνουν «ωφέλιμοι και έντιμοι πολίτες». Θεωρεί δε, ότι αυτό είναι καθήκον της κοινωνίας. Σε αυτό το πλαίσιο προτείνει, να διεξαγάγει καταρχήν η κυβέρνηση στατιστική για να δει το μέγεθος του προβλήματος, και στη συνέχεια να συνεργήσει μαζί με τους δήμους και τους ιδιώτες για τη σύσταση εκπαιδευτήριων τυφλών και κωφαλάλων και για τα δύο φύλα. Στο «Ειδικό εκπαιδευτήριο», το οποίο πρέπει να είναι «χρήσιμο δια πάσαν την Ανατολή», θα φοιτούν τυφλοί και κωφάλαλοι 6-20 ετών, που δεν έχουν «ατελή διανοητική ανάπτυξιν» αναφέρει, ενώ κάνει λόγο και για χρηματική βοήθεια στους πένητες. Τέλος δεν παραλείπει να αναφερθεί σε σκέψεις και ενέργειες της Βασίλισσας, από το 1881, ώστε να φιλοξενήσει και να εκπαιδεύσει τυφλά και κωφάλαλα παιδιά, το ορφανοτροφείο Χατζηκώστα, γεγονός που τον ωθεί να προτείνει την ίδρυση «εταιρείας», υπό την προστασία της, η οποία θα αναλάβει την περίθαλψη και εκπαίδευση τυφλών και κωφαλάλων, με παραρτήματα σε όλη την Ελλάδα, και στόχο την ίδρυση του Εκπαιδευτηρίου.
Η επόμενη προσπάθεια του Α. Παλατιανού είναι να εισαγάγει τη γραφή Braille στην Ελλάδα. Ο Α. Παλατιανός γνώριζε ότι σε Αγγλικό γυμνάσιο για τυφλούς γόνους ευγενών διδάσκονταν αρχαία ελληνικά και «προ ολίγων δε ετών εφηρμόσθη επί τούτω εις το Ελληνικό Αλφάβητο το σύστημα Βράιλ», ενώ τυπώθηκαν, σε αυτή τη γραφή, βιβλία του Θουκυδίδη, τα Ευαγγέλια κ.λπ. Ωστόσο υποστηρίζει ότι «η εφαρμογή απέβη ατελής μην λαμβάνουσα υπόψιν τους τόνους» και ότι γίνονται προσπάθειες τελειοποίησης στην Ελλάδα και Αγγλία. Τις προσπάθειες αυτές συστηματοποιεί με την έκδοση του Δοκιμίου περί εφαρμογής εις την ελληνικήν γλώσσαν της αναγλυφογραφίας Βράιλ προς εκπαίδευσιν των τυφλών, με το οποίο κάνει γνωστό το σύστημα Braille στην Ελλάδα και προσπαθεί να το προσαρμόσει στην ελληνική γλώσσα.
Στη συνέχεια εξέδωσε βιβλία γραμματικής, αριθμητικής, και εκπαιδευτικά βιβλία για τυφλούς, τα οποία, σύμφωνα με τον βιογράφο του στον Παρνασσό, έγιναν γνωστά στο εξωτερικό «μετά επαίνων», αλλά στην Ελλάδα έμειναν «απαρατήρητα». Η αναγνώριση των προσπαθειών του από τους ομολόγους του στην Ευρώπη γίνεται εμφανής από την πρόσκληση που του απευθύνθηκε, ώστε να συμμετάσχει στην Εθνική Σύνοδο επιστημόνων που ασχολούνταν με την εκπαίδευση και θεραπεία τυφλών, το 1883 στη Φλωρεντία, και σε αντίστοιχη σύνοδο στην Ολλανδία.
Τέλος αξίζει να σημειωθεί ότι ο Α. Παλατιανός, ακολουθώντας το πρότυπο του Valentin Hauy, δίδαξε αυτοπροσώπως τυφλό μαθητή από τα 4 του έτη. Η διδασκαλία περιλάμβανε γραφή, ανάγνωση και στοιχειώδεις γνώσεις. Μάλιστα, επιδιώκοντας να «χρησιμεύση ως παράδειγμα μαρτυρούν ποιαν ήθελε παράσχειν ωφέλεια η σύσταση τακτικού και πλήρους σχολείου των τυφλών», τον έστειλε υπότροφο σε εκπαιδευτήριο τυφλών στη Νάπολη, στο οποίο ο μαθητής είχε άριστες επιδόσεις, αλλά εξαιτίας νόσου πέθανε, προκαλώντας μεγάλη λύπη και απογοήτευση στον Α. Παλατιανό.
Παρά τις προσπάθειες του Α. Παλατιανού, μέχρι το 1893 -έτος θανάτου του- τίποτα δεν έγινε για την εκπαίδευση των τυφλών και κωφάλαλων στη χώρα. Κανένας φορέας, ούτε το κράτος, ούτε οι δήμοι, ούτε η ιδιωτική πρωτοβουλία ενδιαφέρθηκε να υλοποιήσει τα οράματά του. Έτσι ο ίδιος προνόησε και στη διαθήκη του άφησε «40 μετοχάς της Ιονικής Τραπέζης της ιδιοκτησίας μου, όπως διά μόνων των τόκων εκπαιδεύωνται νέοι τυφλοί Κερκυραίοι, ορθόδοξοι, νοήμονες, πολίται Έλληνες, εις τι εκπαιδευτήριον εις το Εξωτερικόν ή προτιμότερον εις συσταθησόμενον εν Ελλάδι. Αν τυχόν εν Κέρκυρα δεν υπάρχουν τοιούτοι νέοι τυφλοί, θέλει εκπαιδεύονται νέοι τυφλοί εξ άλλων επαρχιών της Ελευθέρας Ελλάδος». Μάλιστα στη διαθήκη του προέβαλε αφενός το αρχικό κεφάλαιο να παραμείνει άθικτο και αφετέρου η διαχείρισή του να γίνεται από τον αρχιεπίσκοπο της Κέρκυρας, τον δήμαρχο του νησιού, και ένα συγγενικό του πρόσωπο. Τελικά το κληροδότημα του Α. Παλατιανού αξιοποιήθηκε και μετά την ίδρυση του Οίκου Τυφλών, χρηματοδοτώντας υποτροφίες, γεγονός που προφανώς ώθησε στην καταγραφή του ονόματος του κερκυραίου πολιτικού σε τιμητική πλάκα έξω από τον Οίκο, υπό τον τίτλο Μεγάλοι Ευεργέτες. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι εκτός από τον Α. Παλατιανό και η Ελένη Βασιλείου στη διαθήκη της, τρία χρόνια μετά, το 1896, άφησε κληροδότημα 25 χιλιάδων δρχ. εντόκως στην Εθνική Τράπεζα για την ίδρυση ασύλου τυφλών από την κυβέρνηση ή ιδιώτες.
