ΕΘΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΤΥΦΛΩΝ

Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΗ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ ΤΩΝ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΑ – Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία του Δημητρίου Μίχου -Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, ΜΠΣ «Οργάνωση και Διαχείριση Αθλητικών Δραστηριοτήτων για Άτομα με Αναπηρίες (ΑμεΑ)» – Μέρος 57ο

Αυγ 5, 2022 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΗ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ ΤΩΝ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΑ – Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία του Δημητρίου Μίχου -Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, ΜΠΣ «Οργάνωση και Διαχείριση Αθλητικών Δραστηριοτήτων για Άτομα με Αναπηρίες (ΑμεΑ)» – Μέρος 57ο

 

3ος Ερευνητικός Άξονας: Κοινωνική Λειτουργικότητα & Συναισθηματική Σταθερότητα

 

Στον τρίτο ερευνητικό άξονα της εργασίας διερευνήθηκε η κοινωνική λειτουργικότητα και οι κοινωνικές σχέσεις των ερωτηθέντων, σε συσχέτιση με την αναπηρία τους και την ενασχόλησή τους με τον αθλητισμό. Το πρώτο ερώτημα είχε ως στόχο να ερευνηθεί εάν οι ερωτηθέντες είχαν βιώσει ποτέ διακρίσεις, ανισότητα, πόνο και κοινωνικό αποκλεισμό λόγω της αναπηρίας τους. Εδώ οι συμμετέχοντες στην πλειοψηφία τους απάντησαν πως έχουν υποστεί κοινωνικές διακρίσεις, όπως αδιάκριτα βλέμματα από συμπολίτες τους, έλλειψη σεβασμού στα δικαιώματα τους, αντικοινωνική συμπεριφορά. Όλοι τους όμως έθεσαν ως κοινό άξονα για τις διακρίσεις εναντίον τους την έλλειψη υποδομών για πολίτες με αναπηρίες, την έλλειψη παιδείας στα θέματα αναπηρίας και τον διαχωρισμό ανάμεσα σε άτομα με και χωρίς αναπηρία. Συνεπώς, αυτοί οι παράγοντες έχουν ως αποτέλεσμα τα άτομα με αναπηρία να υφίστανται δυσπιστία από τους συμπολίτες τους, ακόμα και στον εργασιακό χώρο (ειδικά τα άτομα με αόρατες αναπηρίες) και να νιώθουν αποκλεισμένοι, ανεπιθύμητοι και σε μειονεκτική θέση συγκριτικά με τους συνανθρώπους τους χωρίς αναπηρία. Οι απαντήσεις και προσωπικές εμπειρίες των ερωτηθέντων επιβεβαιώνουν την άποψη πως τα άτομα με αναπηρία αντιμετωπίζουν συχνά κοινωνικά εμπόδια καθώς η αναπηρία προκαλεί αρνητικές αντιλήψεις και κατά συνέπεια κοινωνικές διακρίσεις. Ως αποτέλεσμα του παραπάνω, έχει δημιουργηθεί ένα στίγμα σχετικά με την αναπηρία και οι άνθρωποι με αναπηρίες αποκλείονται από χώρους αναγκαίους για την ανθρώπινη ανάπτυξη, όπως η εκπαίδευση, η απασχόληση και η κοινοτική ζωή, στερώντας τους έτσι απαραίτητες ευκαιρίες για την κοινωνική τους ανάπτυξη, υγεία και ευεξία (https://www.un.org/development).

Ο αποκλεισμός των ατόμων με αναπηρία από το κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον τους υπενθυμίζει ότι είναι διαφορετικοί και πιθανόν αισθάνονται μειονεκτικά (Reeve, 2006). Οι διακρίσεις, η ανισότητα και ο κοινωνικός αποκλεισμός των ατόμων με αναπηρία, θίγεται σε πληθώρα ερευνών. Οι περιορισμοί στη συμμετοχή, σύμφωνα με ερευνητές (Crawford & Stodolska, 2008; Dattilo & Dattilo, 1994; Martin, 2010) προέρχονται κατεξοχήν από την μη προσβασιμότητα εγκαταστάσεων και τα προβλήματα στη μεταφορά, τον ανεπαρκή εξοπλισμό κλπ. Ομοίως οι Rimmer et al. (2004) ομαδοποιούν τους περιοριστικούς παράγοντες σε εμπόδια που σχετίζονται με το φυσικό περιβάλλον, τον εξοπλισμό, τα οικονομικά ζητήματα, τις πληροφορίες, τις αντιλήψεις και τις στάσεις και τις πολιτικές.

Σύμφωνα με την έκθεση του National Disability Authority του Sports England (2001) τα πιο κοινά εμπόδια στη συμμετοχή στη σωματική δραστηριότητα είναι οι ακατάλληλες αθλητικές εγκαταστάσεις, οικονομικοί λόγοι, προβλήματα μεταφοράς, οι στάσεις άλλων πολιτών, οι διακρίσεις, το αφιλόξενο προσωπικό, η έλλειψη υποστηρικτικού περιβάλλοντος αλλά και οι αναστολές των ατόμων με αναπηρία. Συνέπεια των παραπάνω, οι ευκαιρίες συμμετοχής σε προγράμματα άσκησης, στην αθλητική αναψυχή είναι περιορισμένες για τα άτομα με αναπηρία (Murphy et al, 2008).

Στο δεύτερο ερώτημα, οι ερωτηθέντες ρωτήθηκαν αν ο στίβος και η ενασχόληση τους με αυτόν τους κάνει να νιώθουν περισσότερο κοινωνικά αποδεκτούς στις σχέσεις με το συγγενικό, φιλικό και ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Οι συμμετέχοντες ανέφεραν πως μέσω της ενασχόλησης τους με τον στίβο διευρύνθηκε ο κοινωνικός τους κύκλος επειδή έκαναν νέες φιλίες και γνωριμίες, βίωσαν αισθήματα αποδοχής και εντυπωσιασμού από συνανθρώπους τους στο άκουσμα της ενασχόλησης τους με τον αθλητισμό, ενώ η γενικότερη ενασχόληση τους με τον αθλητισμό τους έκανε να νιώθουν περισσότερο αποδεκτοί από την κοινωνία στην οποία ζουν. Επιπροσθέτως, ένας αριθμός των ερωτηθέντων ανέφεραν πως τα άτομα που τα αγαπούν, όπως η οικογένεια τους, τους αγαπούσαν και αποδέχονταν εξαρχής ανεξάρτητα της αναπηρίας και της ενασχόλησης με τον αθλητισμό, ένιωθαν ωστόσο χαρά βλέποντας τους συμμετέχοντες να λαμβάνουν μέρος σε μια ασχολία που τους προκαλεί θετικά συναισθήματα και την οποία μπορούν να συζητήσουν μαζί τους. Οι απαντήσεις των συμμετεχόντων ατόμων με αναπηρία επαληθεύει την μελέτη των Rode, Rehg, Near & Underhill (2007), σύμφωνα με τους οποίους ο αθλητισμός μπορεί να συμβάλλει στη μείωση του στίγματος και των διακρίσεων που σχετίζονται με την αναπηρία, διότι μπορεί να αναδιαμορφώσει τη στάση της κοινότητας απέναντι στα άτομα με αναπηρίες επισημαίνοντας τις δεξιότητές τους και μειώνοντας την τάση να κυριαρχεί η αναπηρία έναντι του ατόμου. Επιπλέον υποστηρίζεται και η μελέτη του Pichler (2009), σύμφωνα με την οποία ο αθλητισμός αλλάζει τα άτομα με αναπηρίες με εξίσου βαθύ τρόπο όπως και τα υγιή, δίνοντας τους τη δυνατότητα να συνειδητοποιήσουν τις δυνατότητές τους, να αποκτήσουν κοινωνικές δεξιότητες, ανεξαρτησία και να έχουν την εξουσία να ενεργούν ως παράγοντες αλλαγής.

Η συμμετοχή σε αθλήματα προωθεί την κοινωνική συναναστροφή (Martin, 2010). Σε αρκετές έρευνες (Blinde & McCallister, 1999; Henderson & Bedini, 1995) η φιλί στον αθλητισμό αξιολογήθηκε ως το σημαντικότερο κίνητρο για συμμετοχή. Μέσω της κοινωνικής αλληλεπίδρασης, τα άτομα με αναπηρία απολαμβάνουν υψηλότερα επίπεδα ικανοποίησης από τη ζωή (Ziolkowski et al, 2016). Τέλος, η συμμετοχή σε κατασκηνωτικά αθλητικά προγράμματα έδειξαν θετική συσχέτιση με ποιότητα κοινωνικής ζωής (Zabriskie, Lundberg, & Groff, 2005).

Το τρίτο και τελευταίο ερώτημα που τέθηκε στους συμμετέχοντες ήταν το αν θεωρούν πως η ενασχόληση με τα σπορ και η προπόνηση στον στίβο συνέβαλαν στην ενδυνάμωση και την ανθεκτικότητα της προσωπικότητας τους. Οι ερωτηθέντες συμφώνησαν στο ότι ο στίβος βοηθάει στη δημιουργία ενός δυνατού, ώριμου και κινητοποιημένου χαρακτήρα, θέτοντας συνεχώς νέους στόχους και πετυχαίνοντας τους, καθώς επίσης τους βοήθησε να διατηρούνται υγιής τόσο σωματικά, όσο και ψυχικά. Συγχρόνως, κάποιοι από τους συμμετέχοντες έκαναν αναφορά στο πως η ενασχόληση με τον στίβο τους προσέδωσε ακόμα περισσότερη αυτοπεποίθηση και σε προσωπικό επίπεδο, αλλά και για να αντιμετωπίζουν με μεγαλύτερη ευκολία και σθένος τις αντιξοότητες και δυσκολίες που συνεπάγεται η ζωή των ατόμων με αναπηρίες. Ακόμα, έγινε αναφορά στα διαπροσωπικά οφέλη του αθλητισμού, δηλαδή την ανάπτυξη κλίματος ομαδικότητας, συνεργασίας και πειθαρχίας. Οι απαντήσεις των ερωτηθέντων ατόμων σε αυτό το ερώτημα επαληθεύουν τους ισχυρισμούς του Pichler (2009). Βελτιωμένη αυτοεικόνα, αλλά και καλύτερη εικόνα που έχουν οι άλλοι για τους αθλητές με αναπηρία δείχνει και έρευνα των Goodwin, Thurmeier & Gustafson, (2004). Έρευνα των Sherril et al. (1990) αποτυπώνει τη μεγαλύτερη αυτοεκτίμηση, και αυτοσεβασμό, που βιώνουν οι αθλητές με αναπηρία σε σχέση με άτομα με αναπηρία που δεν αθλούνται (Sherril, et al. 1990). Περαιτέρω, υποστηρίζεται η θεωρία πως ο αθλητισμός διδάσκει στα άτομα πώς να επικοινωνούν αποτελεσματικά, καθώς και η σημασία της ομαδικής εργασίας, της συνεργασίας και του αλληλοσεβασμού, ενώ παράλληλα οδηγεί στη μείωση της εξάρτησης και την ενίσχυση της ανεξαρτησίας μετατρέποντας τα άτομα με αναπηρία σε ισχυρότερα, σωματικά και διανοητικά, άτομα (https://www.un.org/development). Επίσης, επιβεβαιώνονται οι μελέτες των Labronici, Cunha, Oliveira, & Gabbai (2000) και Levermore (2008), σύμφωνα με τις οποίες ο αθλητισμός επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό την ανάπτυξη των σωματικών, ψυχολογικών και κοινωνικών χαρακτηριστικών των ατόμων με αναπηρία και αποτελεί μία ευκαιρία για αλλαγή στην ποιότητα ζωής τους.

 

Μετάβαση στο περιεχόμενο