Η επίδραση του χορού στην υποκειμενική ευημερία των αναπήρων: μια συστηματική ανάλυση των ποιοτικών ερευνών – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Νατάσας Τζήκα – ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, Π.Μ.Σ. «ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ: ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ, ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ» – Μέρος 45ο
Κεφάλαιο 6. Συμπεράσματα
6.1 Γενικά
Παρά τα οφέλη, υπάρχουν προκλήσεις, όπως η απογοήτευση κάποιων γονέων για την πρόοδο των παιδιών τους και η ανάγκη για περισσότερη κοινωνική αλληλεπίδραση κατά τη διάρκεια των μαθημάτων. Οι γονείς επιθυμούν αποτελέσματα για τους ίδιους, όχι μόνο για τα παιδιά τους, και θέλουν οι υπηρεσίες να υποστηρίζουν αυτούς τους στόχους (Beresford et al., 2007). Πολλοί από αυτούς βιώνουν προσωπική ανάπτυξη, βελτιωμένες σχέσεις και αλλαγές στις φιλοσοφικές ή πνευματικές αξίες ως αποτέλεσμα της ανατροφής ενός παιδιού με βλάβη (Scorgie & Sobsey, 2000). Τέλος, οι γονείς έχουν συγκεκριμένες προσδοκίες και απογοητεύονται όταν δεν βλέπουν γρήγορα αποτελέσματα, ενώ θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τη συμμετοχή σε ερευνητικές διαδικασίες που υιοθετούν ένα κοινωνικό μοντέλο της αναπηρίας.
Επιπρόσθετα, εμφανίζεται η ανάγκη για τους επαγγελματίες του χορού να αποκτήσουν μια πιο ολοκληρωμένη κατανόηση της τέχνης του χορού ως εργαλείου για την ένταξη και την ευημερία, καθώς και για τη διαφοροποίηση μεταξύ θεραπευτικών και μη θεραπευτικών δραστηριοτήτων. Εξάλλου, οι δάσκαλοι χορού που διδάσκουν ανάπηρους θα πρέπει να είναι κατάλληλα εκπαιδευμένοι τόσο στον χορό όσο και στην αναπηρία (Cheesman, 2011). Η έλλειψη εκπαίδευσης πάνω σε ζητήματα αναπηρίας μπορεί να οδηγήσει σε εμπόδια, όπως η αποτυχία να προσαρμοστούν οι διδασκαλίες στις ατομικές ανάγκες των μαθητών ή ακόμα και η αναπαραγωγή στερεοτύπων (Kuppers, 2000). Οι εκπαιδευτικοί συχνά έχουν θετική στάση απέναντι στην πραγματοποίηση προσαρμογών για μαθητές με βλάβη, αλλά δυσκολεύονται να εφαρμόσουν εξατομικευμένες στρατηγικές λόγω ανεπαρκούς κατάρτισης και υποστήριξης (Scott et al., 1998).
Εξάλλου, μελέτες δείχνουν ότι οι εκπαιδευτικοί αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην αντιμετώπιση των αναγκών διαφορετικών μαθητικών πληθυσμών, συμπεριλαμβανομένων των δίγλωσσων και των αναπήρων μαθητών (Σαμαντά κ.ά., 2019· Τσερμίδου & Ζώνιου-Σιδέρη, 2020). Από την άλλη πλευρά, η κατάρτιση δασκάλων στην αναπηρία ενισχύει την ενσυναίσθηση, τη δημιουργικότητα στη διδασκαλία και τη δυνατότητα προσαρμογής τεχνικών και ασκήσεων σε ποικίλες σωματικές και νοητικές ικανότητες (Τσερμίδου & Ζώνιου-Σιδέρη, 2020). Ταυτόχρονα, οι δάσκαλοι γίνονται φορείς αλλαγής, προωθώντας την κοινωνική ένταξη και την αποδοχή της διαφορετικότητας μέσα από την τέχνη. Τα ευρήματα αυτά υπογραμμίζουν τη σημασία της ολοκληρωμένης κατάρτισης των εκπαιδευτικών για την υπέρβαση των εκπαιδευτικών εμποδίων και την προώθηση πρακτικών χωρίς αποκλεισμούς.
Το ζήτημα, βέβαια, συχνά δεν εντοπίζεται μόνο στις ικανότητες των χορευτών, αλλά στην ελλιπή κατανόηση ή προετοιμασία του κοινού τους. Η συμμετοχή σε ολοκληρωμένα προγράμματα χορού μπορεί να επηρεάσει θετικά τις απόψεις των παιδιών σχετικά με την ικανότητα χορού και την αναπηρία (Zitomer & Reid, 2011). Υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης στην ηχητική περιγραφή και στην προετοιμασία του κοινού, με στόχο την ενίσχυση της συνολικής εμπειρίας κατά την παρακολούθηση χορευτικών παραστάσεων. Για παράδειγμα, δημιουργία ηχητικών περιγραφών που παρέχουν πλαίσιο για τη χορογραφία, όπως το θέμα, τα συναισθήματα που εκφράζονται, και η σύνδεση με τη μουσική (Artpradid, 2023). Και γενικότερα, απαραίτητη κρίνεται η καλλιέργεια πολιτιστικής παιδείας, έτσι ώστε η εμπειρία των θεατών να γίνει πιο εμπλουτισμένη και ουσιαστική, ενώ παράλληλα να καλλιεργηθεί ένας πιο ενημερωμένος και ευαισθητοποιημένος θεατής.
Ωστόσο, οι ανάπηροι χορευτές αντιμετωπίζουν συχνά σύνθετες συναισθηματικές αντιδράσεις από το κοινό, όπως καλοσύνη, έκπληξη, οίκτο και γοητεία (Apelmo, 2024). Αυτές οι αντιδράσεις μπορούν να απομακρύνουν τους χορευτές από το ίδιο τους το σώμα και να δημιουργήσουν ανησυχία (Apelmo, 2024). Επιπλέον, η εκπαίδευση του κοινού σχετικά με τη σημασία της ένταξης της αναπηρίας στον χορό μπορεί να συμβάλει στη μείωση αυτών των αντιδράσεων. Μέσα από την τέχνη, οι ανάπηροι χορευτές μπορούν να επαναπροσδιορίσουν την εικόνα του σώματός τους και να διεκδικήσουν τον χώρο τους στη σκηνή με αυτονομία και αυθεντικότητα.
Αναμφισβήτητα, υπάρχει περιορισμένη αναφορά σε δημογραφικά στοιχεία, όπως η εθνοτική προέλευση και η αιτιολογία των μαθησιακών δυσκολιών. Οι μελέτες δεν φαίνεται να εξετάζουν πουθενά το κοινωνικο οικονομικό υπόβαθρο των αναπήρων. Δεν έχουν όλοι οι ανάπηροι ίση πρόσβαση στις δραστηριότητες χορού, καθώς οι οικονομικές δυνατότητες παίζουν μεγάλο ρόλο. Τα μαθήματα χορού, ειδικά αν είναι προσαρμοσμένα, συχνά έχουν υψηλό κόστος λόγω της εξειδικευμένης διδασκαλίας, του εξοπλισμού ή της ανάγκης για υποστηρικτικό προσωπικό. Ακόμα και αν υπάρχει φυσική προσβασιμότητα, που τις περισσότερες φορές εκλείπει εξαιτίας τόσο των φυσικών και κατασκευαστικών φραγμών όσο και των περιορισμένων ή μη προσαρμοσμένων μεθόδων και εργαλείων διδασκαλίας (Koutsoklenis et al, 2009), η κοινωνική και οικονομική διάσταση μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά με πολλούς τρόπους. Για παράδειγμα μπορούν τα μαθήματα να καλύψουν διαφορετικές ανάγκες; (π.χ. για τυφλούς ή κωφούς μαθητές;) Υπάρχουν υποτροφίες ή οικονομική υποστήριξη για άτομα χαμηλού εισοδήματος; Γίνονται προσαρμογές διδασκαλίας και διαφορετικές στοχοθεσίες για τις διαφορετικές βλάβες; Το θέμα αυτό εγείρει σπουδαίες συζητήσεις. για να συναποφασιστεί πως θα καλυφθούν αυτά τα κενά. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να υπάρξει χρηματοδότηση για τη δημιουργία δωρεάν ή χαμηλού κόστους μαθημάτων, να δημιουργηθούν προσβάσιμοι χώροι για όλους, να πραγματοποιηθεί ενημέρωση και εκπαίδευση δασκάλων ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες διαφορετικών τύπων βλάβης, και διαφημιστικές εκστρατείες που προωθούν τη συμμετοχή όλων, ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης. Είναι κάτι που χρειάζεται ολιστική αντιμετώπιση, με την εμπλοκή κρατικών φορέων, ιδιωτικών πρωτοβουλιών, και οργανισμών για τα δικαιώματα των αναπήρων.
Οι περισσότερες μελέτες εστιάζουν σε ψυχοθεραπευτικές και καλλιτεχνικές προσεγγίσεις, με έμφαση σε ζητήματα ψυχοκοινωνικής φύσης που επηρεάζουν τους ανάπηρους. Η εμπειρία της αναπηρίας έχει παραδοσιακά εξεταστεί μέσω ψυχολογικών θεωριών απώλειας και θλίψης, αλλά αυτή η προσέγγιση έχει επικριθεί (Sapey, 2004). Αντ’ αυτού, το κοινωνικό μοντέλο της αναπηρίας δίνει έμφαση στα κοινωνικά εμπόδια και όχι στις ατομικές βλάβες (Oliver, 1998). Αυτή η μετατόπιση αμφισβητεί τις ιατρικές παρεμβάσεις και απαιτεί κοινωνικές και πολιτικές λύσεις για την αντιμετώπιση των διακρίσεων. Ωστόσο, οι τρέχουσες θεωρητικές προσεγγίσεις μπορεί να περιορίζονται από τα εκσυγχρονιστικά πλαίσια που δεν μπορούν να αποτυπώσουν την πολυπλοκότητα των εμπειριών των αναπήρων (Corker, 1999). Για τη βελτίωση της έρευνας και των παρεμβάσεων για τη δημόσια υγεία όσον αφορά τους ανάπηρους, υπάρχει ανάγκη να ενσωματωθούν πιο περιεκτικές προσεγγίσεις που αποφεύγουν την εννοιολόγηση της αναπηρίας ως βάρος ή πρόβλημα (Berghs et al., 2016). Αυτό περιλαμβάνει τη βελτίωση των μέτρων έκβασης ώστε να αντικατοπτρίζουν καλύτερα τις ποικίλες εμπειρίες αναπηρίας και τη συμμετοχή των αναπήρων στην ερευνητική διαδικασία, υπερβαίνοντας το παραδοσιακό ιατρικό μοντέλο προς μια πιο ολιστική κατανόηση της αναπηρίας. Η δημιουργία δικτύων μεταξύ σχολείων, στούντιο χορού και επαγγελματικών εταιρειών μπορεί να υποστηρίξει τους ανάπηρους νέους σε όλη τη διάρκεια της χορευτικής τους διαδρομής (Aujla & Redding, 2013).
Δημιουργείται, εξάλλου, δυσκολία στην ποσοτικοποίηση των υποκειμενικών αποτελεσμάτων, καθώς τα συναισθήματα, οι κοινωνικές εμπειρίες και η ψυχολογική ευημερία είναι έννοιες που δύσκολα μετρούνται με αντικειμενικά μέσα. Πολλές έρευνες χρησιμοποίησαν ποιοτικές μεθόδους, όπως συνεντεύξεις ή ημερολόγια εμπειριών, οι οποίες αποδίδουν μεν πολύτιμες πληροφορίες, αλλά δεν επιτρέπουν γενικεύσεις ή στατιστικά συμπεράσματα. Πρόσφατες έρευνες έχουν αναδείξει τις προκλήσεις στην ποσοτικοποίηση των υποκειμενικών εμπειριών και συναισθημάτων. Ο Λαμπρινάκος (2019) διερεύνησε τον τρόπο με τον οποίο τα συναισθήματα επηρεάζουν την πειθώ, σημειώνοντας ότι ο αντίκτυπός τους εξαρτάται από την εξέχουσα συναισθηματική διάσταση. Οι μελέτες αυτές καταδεικνύουν τις συνεχιζόμενες προσπάθειες για την ποσοτικοποίηση των υποκειμενικών εμπειριών και των επιπτώσεών τους σε διάφορες πτυχές της ανθρώπινης συμπεριφοράς και ευημερίας, παρά τις εγγενείς δυσκολίες στην αντικειμενική μέτρηση τέτοιων αφηρημένων εννοιών.
Παράλληλα, οι περιορισμένες παρεμβάσεις που καταγράφηκαν, οι οποίες κυμαίνονταν από μεμονωμένα προγράμματα χορού έως μικρές χορευτικές ομάδες, έθεσαν περισσότερους περιορισμούς στην έρευνα, καθιστώντας την ανάλυση και την εξαγωγή γενικών συμπερασμάτων ακόμη πιο δύσκολη. Η αναπηρία δεν έχει ομοιομορφία, καθώς κάθε άτομο έχει τη δική του, μοναδική πάθηση. Κάθε μελέτη, είναι μια μελέτη περίπτωσης. Σε κάθε άνθρωπο η έρευνα είχε διαφορετικά αποτελέσματα, με διαφορετική ισχύ, και δεν υπάρχει η δυνατότητα να προκύψουν αθροιστικά, στατιστικά δεδομένα. Για παράδειγμα, η έρευνα για τη «δυσλεξία« (όρος που χρησιμοποιείται από τους συγγραφείς) δείχνει ότι μόνο μια διαδραστική προσέγγιση που λαμβάνει υπόψη πολλαπλούς παράγοντες μπορεί να εξηγήσει τον «φαινότυπο της δυσλεξίας«, καθώς κάθε άτομο παρουσιάζει μοναδικά χαρακτηριστικά (Tigka & Tsolaki, 2016). Όλες οι μελέτες καταδεικνύουν συλλογικά ότι η έρευνα για την αναπηρία απαιτεί εξατομικευμένες προσεγγίσεις, καθώς η κατάσταση και οι συνθήκες κάθε ατόμου είναι μοναδικές.
Εξάλλου, δε θα πρέπει να παραλειφθεί και η μελέτη που γίνεται απευθυνόμενη στους φροντιστές, τους εκπαιδευτικούς ή τους δασκάλους των αναπήρων. Η πρακτική που επικεντρώνεται αποκλειστικά σε αυτούς, παραβλέποντας τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους, μπορεί να είναι βαθιά απαξιωτική. Τέτοιες προσεγγίσεις ενισχύουν την αντίληψη ότι οι ανάπηροι δεν είναι ικανοί να συμμετέχουν ενεργά στη δική τους ανάπτυξη ή στην κατανόηση των αναγκών τους (Κολτσίδα, 2022). Οι προκλήσεις, βέβαια, παραμένουν στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο συχνά εμμένει σε ξεπερασμένες πρακτικές και δίνει έμφαση στις βασικές γνώσεις έναντι των σύνθετων γνωστικών δεξιοτήτων (Σταυριανουδακή & Ρακιντζή, 2019). Επομένως, είναι απαραίτητη μια μετατόπιση προς μια πιο συμπεριληπτική και ουσιαστική εκπαίδευση, όπου οι ανάπηροι συμμετέχουν ενεργά στη διαμόρφωση των μαθησιακών τους εμπειριών.
Η παραπάνω νοοτροπία συμβάλλει στη διατήρηση της μαθημένης αβοηθησίας, δηλαδή της κατάστασης κατά την οποία τα άτομα εσωτερικεύουν την αίσθηση ότι δεν έχουν τον έλεγχο στη ζωή τους, με αποτέλεσμα να αποφεύγουν να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες ή να διεκδικούν τα δικαιώματά τους. Όταν η εκπαίδευση και η υποστήριξη σχεδιάζονται μόνο για τους φροντιστές, χωρίς να περιλαμβάνεται η φωνή και η συμμετοχή των ίδιων των αναπήρων, διαιωνίζεται η ιδέα ότι χρειάζονται πάντα κάποιον άλλο για να τα καταφέρουν (Κολτσίδα, 2022). Οι έρευνες δείχνουν ότι η μαθημένη αδυναμία, όπου τα άτομα εσωτερικεύουν την έλλειψη ελέγχου της ζωής τους, μπορεί να διαιωνίζεται όταν η εκπαίδευση και η υποστήριξη σχεδιάζονται αποκλειστικά για τους φροντιστές χωρίς να συμπεριλαμβάνουν τις φωνές των ίδιων των αναπήρων(Γιαννούσιου, 2022). Οι έννοιες της επιλογής, της ευθύνης και της ελευθερίας είναι αλληλένδετες και κρίσιμες για την αντιμετώπιση των προβλημάτων εξάρτησης και την ενδυνάμωση των ατόμων (Σμυρνάκη & Μητάδη, 2017).
Αυτό που φαίνεται επίσης να πρέπει να αλλάξει είναι το χρονικό διάστημα το οποίο διαρκεί η παρέμβαση μέσω του χορού. Έρευνες συμφωνούν ότι για να υπάρξει σημαντική στατιστική διαφορά, το διάστημα διεξαγωγής του προγράμματος θα πρέπει να είναι μεγαλύτερο των δύο μηνών (Borges et al., 2014). Μελέτες δείχνουν ότι τα προγράμματα χορού που διαρκούν 12 εβδομάδες ή περισσότερο είναι πιο αποτελεσματικά στη βελτίωση της ισορροπίας σε άτομα με νόσο του Πάρκινσον (Oliveira et al, 2020; Simpkins & Yang, 2022).
Όλες οι μελέτες που εφάρμοσαν χορευτική παρέμβαση στο πεδίο, συμφωνούν στο ότι, δεδομένης της αυξημένης διάρκειας του προγράμματος, θα παρατηρηθεί βελτίωση των κινητικών δεξιοτήτων μέσω προγραμμάτων διδασκαλίας χορού (Venetsanou & Kambas, 2015).
Για άτομα με διαταραχή του φάσματος του αυτισμού, οι παρεμβάσεις χορού που κυμαίνονταν από 7 έως 17 εβδομάδες έδειξαν βελτιώσεις στα γενικά συμπτώματα και στην κοινωνική αλληλεπίδραση (Chen et al., 2022). Μια παρέμβαση χορού διάρκειας 8 μηνών για έφηβα κορίτσια είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των σωματικών συμπτωμάτων και της συναισθηματικής δυσφορίας, με τη συνεχή συμμετοχή να είναι απαραίτητη για μακροχρόνιες επιδράσεις (Duberg et al., 2020). Τα ευρήματα αυτά υποδεικνύουν ότι οι παρεμβάσεις χορού διάρκειας τουλάχιστον δύο μηνών και κατά προτίμηση μεγαλύτερης διάρκειας είναι πιθανότερο να επιφέρουν στατιστικά σημαντικές βελτιώσεις σε διάφορες καταστάσεις υγείας και ηλικιακές ομάδες.
Συνολικά οι έρευνες συμφωνούν στο ότι παρά τα θετικά αποτελέσματα, υπάρχει ανάγκη για περισσότερη μελέτη και ποσοτική αξιολόγηση των ωφελειών του χορού, προκειμένου να κατανοηθούν καλύτερα οι μηχανισμοί που οδηγούν σε αυτές τις θετικές αλλαγές. Παρά τα ενθαρρυντικά αποτελέσματα, οι περισσότερες μελέτες επικεντρώνονται σε κινητικές δεξιότητες και λιγότερο σε ψυχοκοινωνικές πτυχές της συμμετοχής, υποδεικνύοντας την ανάγκη για περισσότερη έρευνα σε αυτούς τους τομείς.
