Η επίδραση του χορού στην υποκειμενική ευημερία των αναπήρων: μια συστηματική ανάλυση των ποιοτικών ερευνών – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Νατάσας Τζήκα – ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, Π.Μ.Σ. «ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ: ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ, ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ» – Μέρος 13ο
3.3 Ιστορική αναδρομή χορού και αναπηρίας
Η σημασία των παραστατικών τεχνών, όπως ο χορός και το θέατρο, στην εκπαίδευση και την ανθρώπινη ανάπτυξη ανάγεται στην αριστοτελική σκέψη, η οποία συνεχίζει να επηρεάζει τη σύγχρονη κατανόηση της αξίας αυτών των μορφών τέχνης (Dermati, 2018). Κατά τη δεκαετία 1970, σε μια εποχή όπου οι περιθωριοποιημένες ομάδες οργανώθηκαν και ζήτησαν ισότητα και κοινωνική δικαιοσύνη, ο χορός χωρίς αποκλεισμούς εμφανίστηκε στις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο. Ξεκίνησε ως χορός με βάση την κοινότητα, ωστόσο, τελικά ξεκίνησαν επαγγελματικές ομάδες όπως η Axis στο Σαν Φραντσίσκο και η CandoCo στο Λονδίνο (McGrath, 2012). Στη Σουηδία, οι προσπάθειες να καταστεί ο χορός προσβάσιμος για τους ανάπηρους αποτέλεσαν μέ- ρος της πολιτικής για ίσα πολιτιστικά δικαιώματα (Turner, 2008).
Κατά την τελευταία δεκαετία, στη Σουηδία ξεκίνησαν αρκετά προγράμματα χορού χωρίς αποκλεισμούς – στα οποία συνεργάζονται επαγγελματίες χορευτές με και χωρίς βλάβη – τόσο εντός των υφιστάμενων χορευτικών εταιρειών όσο και εκτός των ιδρυμάτων. Αναδύονται προσπάθειες για την κωδικοποίηση των τεχνικών κατάρτισης και την ανάπτυξη πρακτικών χωρίς αποκλεισμούς, όπως το εγχειρίδιο της Dancing Wheels και η πιστοποίηση της Dance Ability International (Morris et al., 2015). Διοργανώνονται επίσης κοινοτικά χορευτικά ή/και εκπαιδευτικά προγράμματα που απευθύνονται, για παράδειγμα, σε νεαρά άτομα με βλάβη ή σε εκπαιδευτές χορού. Όλοι έχουν τους δηλωμένους στόχους να συμβάλουν σε μια πιο περιεκτική χορευτική σκηνή, καθώς και να επικρίνουν τις στερεοτυπικές ιδέες για τους ανάπηρους και τις σωματικές νόρμες στην τέχνη του χορού (European Commission, n.d.). Οι εκπαιδευτικές και καλλιτεχνικές πρωτοβουλίες για τους αναπήρους έχουν αποκτήσει δυναμική στην Ευρώπη από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, με οργανισμούς όπως το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πόρων να προωθούν τη συμμετοχή και την ανταλλαγή πληροφοριών (Dade, 1990). Οι πρωτοβουλίες αυτές καλύπτουν διάφορους καλλιτεχνικούς τομείς, συμπεριλαμβανομένων των εικαστικών τεχνών, των παραστατικών τεχνών και των πολιτιστικών δραστηριοτήτων. Στην Πολωνία, ένα έργο έδωσε τη δυνατότητα σε τυφλούς να ασχοληθούν με την τέχνη μέσω ξεναγήσεων, εργαστηρίων και εκθέσεων, προωθώντας τη δημιουργικότητα και την ευαισθητοποίηση του κοινού (Szubielska, 2018). Τα θεραπευτικά οφέλη της τέχνης στην αποκατάσταση αναγνωρίζονται διεθνώς, με τους ανάπηρους καλλιτέχνες να συμβάλλουν σημαντικά στην ευαισθητοποίηση του κοινού και στην πολιτιστική ενσωμάτωση (Radtke, 1994). Στη Ρουμανία, μουσεία έχουν οργανώσει εκθέσεις που διερευνούν την αναπηρίαμέσω της σύγχρονης τέχνης, προωθώντας την ένταξη και την ποικιλομορφία, ενώ παράλληλα διεγείρουν τις κοινωνικές συζητήσεις για τα δικαιώματα των αναπήρων (Szubielska, 2018). Οι πρωτοβουλίες αυτές καταδεικνύουν την αυξανόμενη σημασία των τεχνών και του πολιτισμού για την ενδυνάμωση των αναπήρων και την αμφισβήτηση των κοινωνικών αντιλήψεων σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Το πεδίο της αναπηρικής τέχνης εξακολουθεί να είναι ανεξερεύνητο στην ελληνόγλωσση βιβλιογραφία και αρθρογραφία, τόσο όσον αφορά τις ερευνητικές μελέτες όσο και τις θεωρητικές προσεγγίσεις (Κολτσίδα, 2022). Η σχέση του χορού με την αναπηρία στην Ελλάδα είναι σχετικά πρόσφατο φαινόμενο, το οποίο προσπαθεί πλέον να εδραιωθεί ως ένα οργανωμένο και αναγνωρισμένο πεδίο. Για πολλά χρόνια, η προσβασιμότητα στις παραστατικές τέχνες ήταν περιορισμένη, τόσο από φυσικά εμπόδια (απουσία υποδομών) όσο και από κοινωνικές προκαταλήψεις. Υπήρχε η άποψη ότι οι ανάπηροι δεν θα μπορούσαν να ανταποκριθούν στις σωματικές απαιτήσεις του χορού ή της ηθοποιίας ή ότι το κοινό δεν θα ήταν «έτοιμο» να τους δει στη σκηνή (Ζήση & Σαββάκης, 2019).
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος γ του ΠΔ 372/1983 για να εισαχθεί κάποιος στην ανώτερη σχολή χορού, απαραίτητο είναι να έχει αρτιμέλεια. Το παραπάνω διάταγμα υπογραμμίζει την εξιδανίκευση της κανονικότητας για τα σώματα με βλάβη και το κατά πόσο αυτά μπορούν να συμμετέχουν επαγγελματικά στον χορό. Παρότι ο αποκλεισμός των αναπήρων από τις καλλιτεχνικές σπουδές λόγω της «αρτιμέλειας» καταργήθηκε ύστερα από τις έντονες αντιδράσεις και τις κινητοποιήσεις συλλογικοτήτων όπως η Κίνηση Ανάπηρων Καλλιτεχνών και το ΘΕΑΜΑ (Ρέλλας, 2022), τα εμπόδια στην πρόσβαση στην καλλιτεχνική εκπαίδευση και την επαγγελματική αποκατάσταση παραμένουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο τομέας του χορού, όπου εξακολουθεί να ισχύει το μισαναπηρικό κριτήριο εισαγωγής στις αντίστοιχες σχολές (Ζήση & Σαββάκης, 2019). Αυτό βέβαια ανασύρει κάτι βαθύτερο προς εξέταση, καθώς ακόμη και η απλή συμμετοχή σε εκδηλώσεις διασκέδασης που αφορούν πολιτισμικά δρώμενα, η οποία είναι δεδομένη και φυσιολογική για όλους, έχει καταστεί σχεδόν ακατόρθωτη για κάποιον άνθρωπο με βλάβη (Πιερίδης, 2015).
Ο Κωνσταντίνος Μίχος, το 1997, ίδρυσε την ομάδα σύγχρονου χορού “Λάθος Κίνηση”, όντας καθηγητής της κρατικής σχολής χορού, και ήταν ο πρωτοπόρος στο να δημιουργηθούν σεμινάρια ειδικά σχεδιασμένα για χορευτές με βλάβη. Η προσπάθειά του δεν απέδωσε καρπούς, καθώς τα στερεότυπα για το ποιος πραγματικά μπορεί να ασχοληθεί με τον επαγγελματικό χορό ήταν γερά εδραιωμένα (Λύρα, 2020). Το 1999 έγινε η αρχή, με την Ειρήνη Κουρούβανου, την πρώτη ανάπηρη χορεύτρια, να συμμετέχει επαγγελματικά και με καθεστώς αμοιβής στην παραπάνω χορευτική ομάδα (Ζήση & Σαββάκη, 2019).
Το 2004 δημιουργήθηκε η ομάδα χορού ΔΑ.ΓΙ.ΠΟ.ΛΗ, από τον ανάπηρο χορευτή Γιώργο Χρηστάκη. Η ομάδα αυτή δημιουργήθηκε με σκοπό να αμφισβητήσει τα καθιερωμένα πρότυπα της χορευτικής κίνησης, χρησιμοποιώντας το σώμα με βλάβη ως μέσο για να αναδείξει νέες τεχνικές. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, επιδιώκει να προκαλέσει το κοινό να αναλογιστεί και να επανεξετάσει τις αντιλήψεις του σχετικά με το τι θεωρείται αποδεκτό στην τέχνη. (Ζήση & Σαββάκης, 2019). Οι διάφορες αυτές ομάδες δεν είναι αναγνωρισμένες από το κράτος, μπορεί όμως κάποιος να ενταχθεί με καθεστώς αμοιβής σε αυτές. Γενικώς, ο χώρος του χορού στην Ελλάδα έχει κάνει σημαντικά βήματα προς την ένταξη (Ζήσης & Σαββάκη, 2019· Συντιχάκη κ.α., 2024). Αν και εξακολουθούν να υπάρχουν προκλήσεις, η συμμετοχή αναπήρων στη χορευτική σκηνή δεν θεωρείται πλέον αδιανόητη, αλλά μια φυσική και δημιουργική εξέλιξη της τέχνης.
Το 2015 ξεκίνησε τη δράση της η ομάδα ΈΞΙΣ. Είναι ένας επαγγελματικός συμπεριληπτικός θίασος σύγχρονου χορού, που ενώνει ανάπηρους και μη ανάπηρους χορευτές, με έδρα την Αθήνα. Ιδρύθηκε το 2015 με στόχο να ενσωματώσει τους ανάπηρους στον χώρο του χορού, προσφέροντάς τους ισότιμη πρόσβαση στην καλλιτεχνική δημιουργία. Βασικοί της στόχοι είναι η παραγωγή επαγγελματικών παραστάσεων και projects, η από κοινού εκπαίδευση στη χορευτική τεχνική και η ενίσχυση της έκφρασης και της δημιουργικότητας των ανάπηρων χορευτών στην Ελλάδα (Exis Dance Company, n.d.). Το 2019 ιδρύθηκε το ΙΣΟΝ και είναι ο πρώτος χώρος στην Αθήνα που προάγει την ένταξη και την καλλιτεχνική έκφραση, δίνοντας την ευκαιρία σε ανάπηρους και μη ανάπηρους καλλιτέχνες να δημιουργούν μαζί. Σήμερα, το ΙΣΟΝ λειτουργεί υπό την καλλιτεχνική καθοδήγηση των ομάδων ΘΕΑΜΑ και ΈΞΙΣ, οι οποίες προάγουν την ένταξη στον καλλιτεχνικό τομέα. (ΙΣΟΝ, n.d.). Πραγματοποιεί εργαστήρια, δράσεις και παραστάσεις χορού που περιλαμβάνει ανάπηρους και μη ανάπηρους συμμετέχοντες.
Στις ημέρες μας, οι ομάδες χορού ακολουθούν νέα πορεία υπογραμμίζοντας διαφορετικούς τρόπους αλληλεπίδρασης μεταξύ τους. Αυτό διευρύνει τους ορίζοντες για σώματα με βλάβη και χωρίς, που βρίσκονται μεταξύ των κοινωνικά κατασκευασμένων κατηγοριών αναπήρων και μη αναπήρων ιδιαίτερα στο πεδίο του χορού (Campbell, 2009). Υπάρχει μια αυξανόμενη τάση στις κοινότητες χορού να αμφισβητούν τη δυαδική σκέψη και να ενσωματώνουν μια αισθητική διαφορετικότητας, μετατοπίζοντας την εστίαση από τη φυσική εμφάνιση στην υποκειμενική εμπειρία της κίνησης. Αυτή η εννοιολογική μετατόπιση στο χορό δίνει έμφαση στο σώμα όπως αυτό αισθάνεται και βιώνεται, παρά ως αντικείμενο που ορίζεται από τη φυσική εμφάνιση, και εφαρμόζεται τόσο στα σώματα με βλάβη όσο και στα σώματα χωρίς βλάβη (Hermans, 2016).
