3.1 Η αυτοεκτίμηση και η αυτόνομη κίνηση
Σύμφωνα με τον Coopersmith (1967), η αυτοεκτίμηση συνδέεται με την αναγνώριση των επιτυχιών ενός ατόμου και της κοινωνικής αποδοχής αυτών των επιτυχιών, ενώ ως επιτυχία ερμηνεύεται η επίτευξη -ακόμα και η υπέρβαση- των κοινωνικών προσδοκιών. Ο James (1890) ορίζει την αυτοεκτίμηση ως μία αναλογία των επιτυχιών προς τις αντίστοιχες επιδιώξεις ή προσπάθειες που κατέλαβε το άτομο για να επιτύχει. Επομένως, η αυτοεκτίμηση του ατόμου αυξάνεται, όσο αυξάνονται οι επιτυχίες του και ενδεχομένως η αυτοεκτίμηση των ατόμων με οπτική αναπηρία να αυξάνεται, όταν επιτυγχάνουν να κινούνται αυτόνομα, με όσο το δυνατό λιγότερες προσπάθειες επίτευξης, όπως επισημαίνεται και από την Augestad (2017), που παρουσιάζει μία θετική σχέση ανάμεσα στην κινητικότητα και την αυτοεκτίμηση ατόμων με οπτική αναπηρία, τονίζοντας έτσι τον ρόλο της εκπαίδευσης κινητικότητας και προσανατολισμού.
Συγκεκριμένα, η κινητικότητα ορίζεται ως η ικανότητα του ατόμου με οπτική αναπηρία να κινείται αυτόνομα, με τρόπο ασφαλές και αποτελεσματικό, χωρίς ανησυχία (Armstrong, 1975· Hill & Ponder, 1976) και έχει αντίκτυπο στην αυτοεκτίμηση ενός ατόμου, άμεσα δίνοντας ένα αίσθημα κυριότητας και έμμεσα επιτρέποντας στο άτομο να έχει πρόσβαση σε παροχές και να είναι ανεξάρτητο (Augestad, 2017). Τα άτομα με οπτική αναπηρία μπορεί να έρθουν αντιμέτωπα με αρνητικά συναισθήματα κατά τη διάρκεια της αυτόνομης κίνησης, ειδικά σε δύσκολες διαδρομές, όταν το άτομο είναι άπειρο και δεν είναι εξοικειωμένο με το εκάστοτε περιβάλλον κίνησης (Shingledecker, 1983· Weinläder, 1991). Ειδικότερα, το άτομο μπορεί να αισθάνεται ανησυχία, ρίσκο ή φόβο (Wong, 2018, Weinläder, 1991) και ενδεχομένως να επηρεάζεται η ικανότητα του στον προσανατολισμό και στην κινητικότητα, όταν βρίσκεται σε ένα άγνωστο ή επικίνδυνο περιβάλλον (O΄Donnell, 1988).
Τα άτομα οπτική αναπηρία, ιδιαίτερα τα άτομα με επίκτητη οπτική αναπηρία, παρουσιάζουν μεγαλύτερη δυσκολία στην πρώτη φάση της αποκατάστασης τους στην κινητικότητα σε άγνωστα εσωτερικά περιβάλλοντα και σε εξωτερικούς χώρους. Ωστόσο, μέσα από την κατάλληλη εκπαίδευση κινητικότητας και προσανατολισμού μπορεί να επιτευχθεί η αυτόνομη κίνηση. Αυτή η επίτευξη συμβάλλει στην αίσθηση επάρκειας του ατόμου και στην αυτοεκτίμηση του (Tuttle & Tuttle, 2004). Αντίθετα, η απουσία της αυτόνομης κίνησης μπορεί να οδηγήσει σε απομόνωση και σε μεγάλη εξάρτηση από άλλα άτομα (Welsh, 1981), με αρνητικό αντίκτυπο στα ψυχοκοινωνικά χαρακτηριστικά των ατόμων με οπτική αναπηρία, καθώς τα άτομα που λαμβάνουν βοήθεια με μεγάλη συχνότητα παρουσιάζουν χαμηλότερη αυτοεκτίμηση σε σχέση με τα άτομα που δεν λαμβάνουν κάποια βοήθεια (Beach et al., 1995).
Σχετικά με την αυτόνομη κίνηση ως δείκτη πρόγνωσης της αυτοεκτίμησης, έχουν καταγραφεί διαφορετικά ερευνητικά δεδομένα. Στην έρευνα των Papadopoulos κ.ά. (2014), η αυτόνομη κίνηση αποτελούσε δείκτη πρόβλεψης της αυτοεκτίμησης. Επιπλέον, επισημαίνεται ότι η προσωρινή αποτυχία μπορεί να έχει αρνητικό αντίκτυπο στη γενικότερη αυτοεκτίμηση του ατόμου με οπτική αναπηρία (Tuttle & Tuttle, 2004), επομένως μια ενδεχόμενη αποτυχία κατά την αυτόνομη κίνηση μπορεί να έχει άμεσο αρνητικό αντίκτυπο και στην αυτοεκτίμηση των ατόμων με οπτική αναπηρία. Ωστόσο, η αυτόνομη κίνηση δεν ήταν στατιστικώς σημαντικός δείκτης πρόβλεψης της αυτοεκτίμησης σε άλλες έρευνες (Papadopoulos, 2014· Papadopoulos et al., 2013). Επίσης δεν παρατηρήθηκε η ύπαρξη σημαντικής σχέσης ανάμεσα στην ικανότητα αυτόνομης κίνησης και τα ψυχοκοινωνικά χαρακτηριστικά των ατόμων με οπτική αναπηρία (Alan Beggs, 1992). Δεδομένου ότι, παρατηρούνται διαφορετικά ερευνητικά δεδομένα στην υπάρχουσα βιβλιογραφία, η παρούσα έρευνα διερευνά περαιτέρω την αυτόνομη κίνηση και την επίδρασή της στα ψυχοκοινωνικά χαρακτηριστικά.
