6.2 Συμπεράσματα
Συμπερασματικά, η αυτόνομη κίνηση συσχετίστηκε στατιστικώς σημαντικά θετικά με την αυτοεκτίμηση και αρνητικά με το κέντρο ελέγχου. Τα άτομα με οπτική αναπηρία που κινούνται αυτόνομα παρουσιάζουν στατιστικώς σημαντικά υψηλότερη αυτοεκτίμηση και χαμηλότερες τιμές στο κέντρο ελέγχου σε αντίθεση με τα άτομα που δεν κινούνται αυτόνομα, τα οποία παρουσιάζουν χαμηλότερη αυτοεκτίμηση και υψηλότερες τιμές στο κέντρο ελέγχου. Οι συσχετίσεις που προέκυψαν για τα ψυχοκοινωνικά χαρακτηριστικά και την αυτόνομη κίνηση σε διαφορετικά περιβάλλοντα κίνησης (στη γειτονιά, στο κέντρο της πόλης και με τα Μ.Μ.Μ.) ήταν στατιστικά σημαντικές. Παρατηρήθηκε στατιστικώς σημαντική θετική συσχέτιση σε μεγαλύτερο βαθμό ανάμεσα στην αυτοεκτίμηση και στην αυτόνομη κίνηση στο κέντρο της πόλης, στη συνέχεια στην αυτόνομη κίνηση με τα Μ.Μ.Μ. και τέλος στην αυτόνομη κίνηση στη γειτονιά. Το κέντρο ελέγχου συσχετίστηκε αρνητικά σε μεγαλύτερο βαθμό με την αυτόνομη κίνηση με τα Μ.Μ.Μ., στη συνέχεια με την αυτόνομη κίνηση στο κέντρο της πόλης και τελικώς με την αυτόνομη κίνηση στη γειτονιά. Τα άτομα που κινούνται αυτόνομα με μικρότερη συχνότητα στα παραπάνω περιβάλλοντα κίνησης παρουσιάζουν υψηλότερες τιμές στο κέντρο ελέγχου, ενώ τα άτομα που κινούνται αυτόνομα σε μεγαλύτερο βαθμό παρουσιάζουν χαμηλότερες τιμές στο κέντρο ελέγχου.
Από τα ατομικά χαρακτηριστικά, το φύλο, η ηλικία απώλειας της όρασης, τα έτη από την απώλεια της όρασης, το μορφωτικό επίπεδο, η αθλητική ιδιότητα, τα έτη ενασχόλησης με τον αθλητισμό και η συχνότητα σωματικής άσκησης συσχετίστηκαν σημαντικά με την ικανότητα αυτόνομης κίνησης. Συγκεκριμένα, στην παρούσα έρευνα με μεγαλύτερη συχνότητα αυτόνομης κίνησης σχετίζονται οι άνδρες, τα άτομα που ζουν με την οπτική αναπηρία περισσότερα έτη, τα άτομα που έχουν μεγαλύτερο μορφωτικό επίπεδο, τα άτομα που είναι αθλητές σε κάποιο σύλλογο, οι αθλητές που ασκούνται περισσότερα χρόνια και τα άτομα με οπτική αναπηρία που κάνουν σωματική άσκηση συστηματικά.
Σχετικά με τα ψυχοκοινωνικά και τα ατομικά χαρακτηριστικά των συμμετεχόντων, ως σημαντικοί δείκτες πρόβλεψης της αυτοεκτίμησης, που προέκυψαν από τα αποτελέσματα της ανάλυσης πολλαπλής παλινδρόμησης, ήταν η κατάσταση όρασης, η αυτόνομη κίνηση, η συχνότητα σωματικής άσκησης και η χρονική στιγμή της απώλειας της όρασης (εκ γενετής / επίκτητη).
Σημαντικοί δείκτες πρόβλεψης του κέντρου ελέγχου όπως προκύπτει από την ανάλυση πολλαπλής παλινδρόμησης ήταν η κατάσταση όρασης, η αυτόνομη κίνηση και η συχνότητα σωματικής άσκησης.
Παρατηρήθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές στην αυτοεκτίμηση ανάλογα την αυτόνομη κίνηση, τον τρόπο κίνησης, την κατάσταση όρασης, τη χρονική στιγμή εμφάνισης της οπτικής αναπηρίας, την αθλητική και τη σωματική άσκηση. Τα άτομα που κινούνται αυτόνομα, τα άτομα με νομική τύφλωση, τα άτομα με οπτική αναπηρία, που κάνουν σωματική άσκηση συστηματικά και οι αθλητές με οπτική αναπηρία παρουσίασαν μεγαλύτερη αυτοεκτίμηση σε σχέση με τα άτομα που δεν κινούνται αυτόνομα, τα άτομα με μερική τύφλωση, τα άτομα που κάνουν σωματική άσκηση ευκαιριακά και τους μη αθλητές με οπτική αναπηρία. Στατιστικώς σημαντικές διαφορές παρατηρήθηκαν ανάμεσα στα άτομα που απάντησαν ότι κινούνται με συνοδό, στα άτομα που κινούνται μόνα και στα άτομα που κινούνται και με τους δυο τρόπους. Τα άτομα που απάντησαν «κινούμαι μόνος» παρουσίασαν στατιστικά σημαντικά υψηλότερη αυτοεκτίμηση από τα άτομα που απάντησαν «κινούμαι με συνοδό», ενώ παρουσιάστηκε τάση για στατιστικά σημαντική διαφορά και με τα άτομα που κινούνται και με τους δύο τρόπους. Ακόμη, η αυτοεκτίμηση συσχετίστηκε με το μορφωτικό επίπεδο των γονέων.
Αναφορικά με το κέντρο ελέγχου, στατιστικώς σημαντικές διαφορές παρατηρήθηκαν ανάλογα με την αυτόνομη κίνηση, την κατάσταση όρασης, την αθλητική ιδιότητα, τη σωματική άσκηση και την εκπαίδευση κινητικότητας και προσανατολισμού. Τα άτομα που κινούνται αυτόνομα, τα άτομα με νομική τύφλωση, τα άτομα με οπτική αναπηρία που κάνουν σωματική άσκηση συστηματικά, οι αθλητές με οπτική αναπηρία και όσοι είχαν κάποια προηγούμενη εκπαίδευση κινητικότητας και προσανατολισμού παρουσίασαν χαμηλότερες τιμές στο κέντρο ελέγχου, σε σχέση με τα άτομα που δεν κινούνται αυτόνομα, τα άτομα με μερική τύφλωση, τα άτομα που κάνουν σωματική άσκηση ευκαιριακά, τους μη αθλητές με οπτική αναπηρία και όσους δεν είχαν προηγούμενη εκπαίδευση κινητικότητας και προσανατολισμού, που παρουσίασαν υψηλότερες τιμές στο κέντρο ελέγχου. Ακόμη, οι γυναίκες φαίνεται να εμφανίζουν υψηλότερες τιμές στο κέντρο ελέγχου, ωστόσο εντοπίζεται απλώς μια τάση για σημαντική διαφορά, στατιστικώς μη σημαντική.
Τέλος, η σωματική άσκηση, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, καταγράφηκε ως δείκτης πρόβλεψης της αυτοεκτίμησης και του κέντρου ελέγχου. Τα άτομα που κάνουν σωματική άσκηση συστηματικά, παρουσιάζουν μεγαλύτερη αυτοεκτίμηση και χαμηλότερες τιμές στο κέντρο ελέγχου, ενώ τα άτομα που ασκούνται ευκαιριακά παρουσιάζουν χαμηλότερη αυτοεκτίμηση και υψηλότερες τιμές στο κέντρο ελέγχου. Επίσης, η σύγκριση στα ψυχοκοινωνικά χαρακτηριστικά ανάμεσα σε αθλητές και μη αθλητές με οπτική αναπηρία ανέδειξε στατιστικά σημαντικές διαφορές ανάμεσα στις δύο κατηγορίες. Τα άτομα με οπτική αναπηρία που ήταν αθλητές είχαν υψηλότερη αυτοεκτίμηση και χαμηλότερες τιμές στο κέντρο ελέγχου σε αντίθεση με τα άτομα με οπτική αναπηρία που δεν ήταν αθλητές, οι οποίοι παρουσιάζουν χαμηλότερα επίπεδα αυτοεκτίμησης και υψηλότερες τιμές στο κέντρο ελέγχου. Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στους αθλητές και το είδος του αθλήματος που ασχολούνταν (ατομικό ή ομαδικό) στην αυτοεκτίμηση και το κέντρο ελέγχου, ωστόσο βρέθηκε θετική συσχέτιση στατιστικά σημαντική με τον αριθμό των αθλημάτων που ασχολούταν οι αθλητές με οπτική αναπηρία με την αυτοεκτίμηση και το κέντρο ελέγχου. Επομένως, η σωματική άσκηση και ο αθλητισμός, ενδεχομένως να έχουν σημαντική επίδραση τόσο στην ικανότητα αυτόνομης κίνησης, καθώς παρατηρήθηκε σημαντική θετική συσχέτιση, καθώς και στα ψυχοκοινωνικά χαρακτηριστικά των ατόμων με οπτική αναπηρία και συγκεκριμένα στην αυτοεκτίμηση και στο κέντρο ελέγχου.
