4.6 Εργαλεία της έρευνας
4.6.1 Ερωτηματολόγιο για τα δημογραφικά στοιχεία
Για τη συλλογή των δημογραφικών δεδομένων των συμμετεχόντων κατασκευάστηκε ένα ερωτηματολόγιο που περιελάβανε ερωτήσεις δημογραφικού χαρακτήρα. Τα δημογραφικά στοιχεία που συλλέχθηκαν αφορούσαν ορισμένες προσωπικές πληροφορίες και ατομικά χαρακτηριστικά των συμμετεχόντων (βλ. Πίνακας 9)
Πίνακας 9
Δημογραφικά στοιχεία και χαρακτηριστικά των συμμετεχόντων.
1. Φύλο
2. Ηλικία
3. Τόπος Κατοικίας
4. Διαμονή Εντός ή Εκτός Πόλης
5. Πάθηση / Αίτιο Οπτικού Προβλήματος
6. Ηλικία Εμφάνισης των Προβλημάτων Όρασης
7. Ηλικία Απώλειας της Όρασης
8. Βαθμός Αναπηρίας
9. Οπτική Οξύτητα σε Κάθε Οφθαλμό Ξεχωριστά
10. Οπτικό Πεδίο
11. Μέσα Ανάγνωσης
12. Πορεία Αναπηρίας
13. Μορφωτικό Επίπεδο
14. Μορφωτικό Επίπεδο Γονέων
15. Εργασιακή κατάσταση
16. Οικογενειακή Κατάσταση
17. Αυτόνομη Διαβίωση
18. Χρήση Λευκού Μπαστουνιού
19. Εκπαίδευση Κινητικότητας & Προσανατολισμού
20. Τρόπος Κίνησης (Με Συνοδό / Χωρίς Συνοδό / Και με τους δυο τρόπους)
21. Κατοχή Σκύλου Οδηγού
22. Συχνότητα Αυτόνομης Κίνησης
23. Αθλητική Ιδιότητα
24. Έτη Ενασχόλησης με τον Αθλητισμό
25. Κατηγορία Αγωνιστικής Ταξινόμησης
26. Συχνότητα Σωματικής Άσκησης
27. Σχολείο Φοίτησης
Οι ερωτήσεις για την ηλικία εμφάνισης των προβλημάτων όρασης και την ηλικία απώλειας της όρασης χρησιμοποιήθηκαν, ώστε να δημιουργεί μία νέα μεταβλητή για τη χρονική στιγμή της απώλειας της όρασης (εκ γενετής / επίκτητη οπτική αναπηρία). Τα άτομα τα οποία εμφάνισαν οπτική αναπηρία έως την ηλικία του ενός (1) έτους κατηγοριοποιήθηκαν στην κατηγορία της εκ γενετής οπτικής αναπηρίας, ενώ οι υπόλοιποι συμμετέχοντες κατηγοριοποιήθηκαν στην κατηγορία της επίκτητης οπτικής αναπηρίας.
Ο βαθμός της αναπηρίας, ο βαθμός οπτικής οξύτητας, τα μέσα που χρησιμοποιούν οι συμμετέχοντες για την ανάγνωση και το οπτικό πεδίο χρησιμοποιήθηκαν για τη δημιουργία μιας νέας μεταβλητής, της κατάστασης της όρασης. Με βάση τις απαντήσεις τους, οι συμμετέχοντες κατηγοριοποιήθηκαν κατά τη στατιστική ανάλυση των δεδομένων σε άτομα με νομική τύφλωση και άτομα με μειωμένη όραση. Τα άτομα που ανέφεραν ότι έχουν οπτική οξύτητα μικρότερη του 1/20, απώλεια οπτικού πεδίου, ολική τύφλωση ή αντίληψη μόνο του φωτός και χρησιμοποιούν για την ανάγνωση Μπράιγ ή ηχητική ανάγνωση κατηγοριοποιήθηκαν στα άτομα με νομική τύφλωση. Τα άτομα που ανέφεραν ότι έχουν οπτική οξύτητα μεγαλύτερη του 1/20 ή/και ανέφεραν ότι έχουν οπτικό πεδίο ή/και χρησιμοποιούν κείμενα βλεπόντων για την ανάγνωση, κατηγοριοποιήθηκαν στα άτομα με μερική όραση.
Επίσης, καταγράφηκε η συχνότητα αυτόνομης κίνησης, όπου οι συμμετέχοντες επέλεξαν πόσο συχνά κινούνται αυτόνομα ανάμεσα από τις επιλογές: «ποτέ», «λίγες φορές», «μερικές φορές», «τις περισσότερες φορές» και «πάντα». Από τη συχνότητα της αυτόνομης κίνησης δημιουργήθηκε μια νέα κατηγορία, η αυτόνομη κίνηση (μέτρια / καλή). Όσοι συμμετέχοντες απάντησαν ότι κινούνται αυτόνομα: «ποτέ» ή «λίγες φορές» ή
«μερικές φορές», κατατάχθηκαν στην κατηγορία: α) Μέτρια Αυτόνομη Κίνηση, ενώ όσοι απάντησαν ότι κινούνται αυτόνομα: «τις περισσότερες φορές» ή «πάντα», κατατάχθηκαν στην κατηγορία: β) Καλή Αυτόνομη Κίνηση.
Η συχνότητα σωματικής άσκησης των συμμετεχόντων καταγράφηκε μέσα από την επιλογή μίας δήλωσης από τις παρακάτω: «Δεν ασκούμαι καθόλου (Δεν με ενδιαφέρει η άσκηση, σχεδόν την αποφεύγω)», «Ασκούμαι μόνον ευκαιριακά (Εάν τύχει με τους φίλους μου, περιστασιακά)», «Ασκούμαι λίγες φορές (Μόνο κάποιες μέρες τον μήνα)»,
«Ασκούμαι συχνά (Κάποιες μέρες την εβδομάδα)», «Αρκετά Συχνά (συστηματικά)». Επιπλέον, καταγράφηκε η συχνότητα σωματικής άσκησης τον τελευταίο μήνα, όπου οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να επιλέξουν μία από τις παρακάτω δηλώσεις: «Ευκαιριακά =λιγότερες από 3 φορές», «Κάποιες φορές = 4 έως 5 φορές», «Συχνά = 6 έως 8 φορές»,
«Αρκετά Συχνά = 9 έως 11 φορές» και «Συστηματικά = 12 φορές και περισσότερο».
Σε επόμενο στάδιο, έγινε κατηγοριοποίηση των συμμετεχόντων για την πραγματοποίηση στατιστικών ελέγχων σχετικά με τη συχνότητα σωματικής άσκησης σε μία διχοτομική μεταβλητή (Ευκαιριακά / Συστηματικά). Οι συμμετέχοντες που απάντησαν
«Δεν ασκούμαι καθόλου (Δεν με ενδιαφέρει η άσκηση, σχεδόν την αποφεύγω)» ή
«Ασκούμαι μόνον ευκαιριακά (Εάν τύχει με τους φίλους μου, περιστασιακά)» ή
«Ασκούμαι λίγες φορές (Μόνο κάποιες μέρες τον μήνα)» κατηγοριοποιήθηκαν στην ομάδα ατόμων που ασκούνται «Ευκαιριακά». Οι συμμετέχοντες που απάντησαν « Ασκούμαι συχνά (Κάποιες μέρες την εβδομάδα)» ή «Αρκετά Συχνά (συστηματικά)» κατηγοριοποιήθηκαν στην κατηγορία συμμετεχόντων που ασκούνται «Συστηματικά». Αντίστοιχη διεργασία πραγματοποιήθηκε και με τις απαντήσεις για τη συχνότητα σωματικής άσκησης τον τελευταίο μήνα, όπου οι συμμετέχοντες που απάντησαν πως έκαναν σωματική άσκηση «Ευκαιριακά =λιγότερες από 3 φορές» ή «Κάποιες φορές = 4 έως 5 φορές» ή «Συχνά = 6 έως 8 φορές» συνθέτουν την κατηγορία ατόμων που κάνουν σωματική άσκηση «Ευκαιριακά» και τα άτομα που απάντησαν «Αρκετά Συχνά = 9 έως 11 φορές» ή «Συστηματικά = 12 φορές και περισσότερο» συνθέτουν την κατηγορία ατόμων που κάνουν σωματική άσκηση «Συστηματικά (2-3+ φορές/ εβδομάδα, τον τελευταίο μήνα)».
Οι απαντήσεις των συμμετεχόντων για τα δημογραφικά τους στοιχεία και τα ατομικά τους χαρακτηριστικά δόθηκαν σε κλίμακα απλής επιλογής και σε ορισμένες ερωτήσεις με τη μορφή της σύντομης απάντησης (π.χ., στο άθλημα και στην ηλικία).
4.6.2 Ερωτηματολόγιο αυτο-αναφοράς για την Αυτόνομη Κίνηση
Κατόπιν ανασκόπησης της υπάρχουσας βιβλιογραφίας για την αυτόνομη κίνηση των ατόμων με οπτική αναπηρία διαπιστώθηκε ότι η διερεύνησή της πραγματοποιείται από διάφορους ερευνητές μέσα από απλές δηλώσεις που καταγράφουν τη συχνότητα της αυτόνομης κίνησης μέσα από μία ερώτηση, κάτι που χρησιμοποιήθηκε και στην παρούσα έρευνα. Ωστόσο, για τη συστηματική μελέτη της αυτόνομης κίνησης κατασκευάστηκε και χρησιμοποιήθηκε, εκτός από την απλή δήλωση των συμμετεχόντων για τη συχνότητα αυτόνομης κίνησης και ένα νέο ερωτηματολόγιο αυτο-αναφοράς, το οποίο εμπεριείχε δηλώσεις για τη διερεύνηση της αυτόνομης κίνησης στο περιβάλλον της γειτονιάς, του κέντρου της πόλης και με τα Μ.Μ.Μ. και βασίστηκε σε ήδη υπάρχον εργαλείο κινητικής αξιολόγησης για άτομα με οπτική αναπηρία (Fazzi & Petersmeyer, 2001· Pogrund et al., 1995).
Το ερωτηματολόγιο αυτο-αναφοράς ήταν ερωτηματολόγιο κλειστού τύπου, με ερωτήσεις τύπου Likert, το οποίο συντάχθηκε και κατασκευάστηκε με τη βοήθεια του επιβλέποντα καθηγητή. Ο σχεδιασμός του ερωτηματολογίου ακολούθησε τους κανόνες που διέπουν την κατασκευή ενός ερωτηματολογίου, καθώς δόθηκε τίτλος σχετικός με το υπό διερεύνηση θέμα, ήταν οργανωμένο σε τμήματα που περιλάμβαναν παρόμοιες ερωτήσεις και οι ερωτήσεις αριθμήθηκαν ανά τμήμα και υποτομέα (Ζαφειρόπουλος, 2015· Henerson et al., 1987).
Το εργαλείο κινητικής αξιολόγησης προσαρμόστηκε και πήρε τη μορφή δηλώσεων και ερωτήσεων, ώστε οι συμμετέχοντες να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν για τη συχνότητα της αυτόνομης κίνησης με δηλώσεις όπως: «Ποτέ» ή «Σπάνια» ή «Μερικές φορές» ή «Συχνά» ή «Πολύ συχνά». Οι ερωτώμενοι κλήθηκαν να δηλώσουν από το 1 έως το 5 την συχνότητα αυτόνομης κίνησης στην εκάστοτε δήλωση – ερώτηση, μέσα από απαντήσεις – δηλώσεις που οι τιμές τους παρουσιάζουν διάταξη – κλιμάκωση από το ποτέ προς το πολύ συχνά (Ζαφειρόπουλος, 2015).
Ειδικότερα, το ερωτηματολόγιο χωρίστηκε σε τρία επιμέρους μέρη. Στο πρώτο μέρος τοποθετήθηκαν οι γενικές ερωτήσεις αναφορικά με την αυτόνομη κίνηση στα διάφορα περιβάλλοντα κίνησης. Για παράδειγμα χρησιμοποιήθηκε η ερώτηση «Πόσο συχνά κινείστε αυτόνομα, χωρίς την παρουσία συνοδού στο κέντρο της πόλης;», όπου οι συμμετέχοντες απάντησαν με μία από τις δηλώσεις: «Ποτέ» ή «Σπάνια» ή «Μερικές φορές» ή «Συχνά» ή «Πολύ συχνά». Στο δεύτερο μέρος του ερωτηματολογίου, οι ερωτήσεις αναφέρονται στην αυτόνομη κίνηση στη γειτονιά (π.χ., «Μπορείτε να κινηθείτε μόνος/η προς την κοντινή στάση λεωφορείου της γειτονιά σας;») και οι ερωτώμενοι απαντούσαν πάλι με μία επιλογή από τις παρακάτω επιλογές – δηλώσεις συχνότητας:
«Ποτέ» ή «Σπάνια» ή «Μερικές φορές» ή «Συχνά» ή «Πολύ συχνά». Στο τρίτο μέρος του ερωτηματολογίου, συμπεριλήφθηκαν οι ίδιες ερωτήσεις που χρησιμοποιήθηκαν και για το περιβάλλον της γειτονιάς προσαρμοσμένες για το περιβάλλον του κέντρου της πόλης, για παράδειγμα «Μπορείτε να κινηθείτε μόνος/η προς την κοντινή στάση λεωφορείου στο κέντρο της πόλης;», όπου οι συμμετέχοντες απάντησαν με μία από τις δηλώσεις: «Ποτέ» ή
«Σπάνια» ή «Μερικές φορές» ή «Συχνά» ή «Πολύ συχνά». Στο τελευταίο μέρος του ερωτηματολογίου αυτο-αναφοράς για την Αυτόνομη Κίνηση υπήρχαν ερωτήσεις για τη χρήση των Μ.Μ.Μ., π.χ. «Μπορείτε να μετακινηθείτε αυτόνομα με το λεωφορείο, από τη γειτονιάς σας – προς το κέντρο της πόλης και το αντίστροφο, με άνεση;», όπου οι συμμετέχοντες απάντησαν με παρόμοιο τρόπο.
Το ερωτηματολόγιο αυτο-αναφοράς για την αυτόνομη κίνηση εξετάστηκε για τη γλώσσα, τη δυσκολία και τη σαφήνεια του σε μια πιλοτική έρευνα, απευθυνόμενη σε 10 συμμετέχοντες, ώστε να εντοπιστεί κατά πόσο τα ερωτήματα είναι κατανοητά, εάν εξασφαλίζουν τις αναμενόμενες πληροφορίες και κατά πόσο παραμένει το ενδιαφέρον και η συνεργασία των ερωτηθέντων για τη συμπλήρωσή του σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας (Oppenheim, 2000). Επιπλέον, πραγματοποιήθηκε δοκιμασία ελέγχου – επανελέγχου (test – retest) στους δέκα πρώτους συμμετέχοντες της παρούσα έρευνας μετά από το χρονικό διάστημα της μίας εβδομάδας, για τον στατιστικό έλεγχο μέσω του συντελεστή συσχέτισης Pearson ανάμεσα στα αποτελέσματα της αρχικής και της επαναληπτικής μέτρησης σε κάθε ερώτηση του ερωτηματολογίου αυτο-αναφοράς της Αυτόνομης Κίνησης, ώστε να διερευνηθεί κατά πόσο οι συμμετέχοντες απαντούν με τον ίδιο τρόπο (Fulcher & Davidson, 2007). Οι συσχετίσεις που καταγράφηκαν κυμαίνονταν από .596 έως .971 και βρίσκονται αναλυτικά στο Παράρτημα της παρούσας εργασίας για το σύνολο των ερωτήσεων (βλ. Πίνακας 58, Πίνακας 59, Πίνακας 60 και Πίνακας 61).
