5.5 Αλληλογραφία και Αντίλογος
Στο αρχείο της Ειρήνης Λασκαρίδου διασώζονται πλήθος επιστολών προς την ίδια από πρώην τροφίμους της Σχολής και έτσι μας γίνεται φανερή η επικοινωνία και οι επαφές που συνέχιζαν να διατηρούν μετά την αποφοίτησή τους. Αφού επέστρεφαν στις εστίες τους, όσοι επέστρεφαν, της έστελναν γράμματα με ευχές κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα ή στην ονομαστική της εορτή και την ενημέρωναν για την επαγγελματική τους πορεία. Αρκετοί από αυτούς την επισκέπτονταν από κοντά έπειτα από πολλά χρόνια και όταν εύρισκαν την ευκαιρία. Ήταν γι’ αυτούς, όπως ανέφεραν χαρακτηριστικά, «Η μανούλα των τυφλών». Η συμπάθεια που έτρεφαν προς το πρόσωπό της αποκαλύπτεται από τις προσφωνήσεις των τροφίμων στην αρχή των επιστολών τους: «Λατρεμένη μας προστάτις», «Σεβαστή μας μητέρα», «Μεγάλη μου ευεργέτις», «Προσφιλή μας ευεργέτις», είναι μερικές χαρακτηριστικές εκφράσεις. Πολλές είναι και οι επιστολές από μαθητές που δεν επιθυμούσαν να επιστρέψουν στον τόπο καταγωγής τους, αλλά την παρακαλούσαν να τους επιτρέψει να μείνουν μέσα στο Ίδρυμα με αντάλλαγμα την εργασία τους στα εργαστήρια και την προσφορά τους σε ό,τι άλλο χρειαζόταν η Σχολή.136
Διαβάζοντας κανείς τις παραπάνω επιστολές που έστελναν οι απόφοιτοι στην Ειρήνη Λασκαρίδου και ρίχνοντας μια ματιά στις Λογοδοσίες όλων των ετών, στις οποίες η διευθύντρια κατέγραφε τα επιτεύγματα και τις σκληρές προσπάθειες που σημειώνονταν στο Ίδρυμα χάρη σε αυτήν και στο υπόλοιπο Προσωπικό, το συμπέρασμα που θα έβγαζε θα ήταν κάθε άλλο παρά αρνητικό. Όλα είναι σίγουρο πως λειτουργούσαν κατά γράμμα και πως οι τρόφιμοι ζούσαν μια υπέροχη ζωή. Παρόλα αυτά όπως ήταν φυσικό δεν έλειπε ο αντίλογος και οι κατηγορίες εις βάρος τους. Το 1930 ο γνωστός συντάκτης της εφημερίδας Εσπερινής Λουκάς Δαράκης παρέθετε τη συνέντευξη ενός απόφοιτου της Σχολής που παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον και για το λόγο αυτό παρατίθεται ευθύς αμέσως.
― Ασφαλώς δεν ξέρετε τι γίνεται στο Ίδρυμα αυτό.
― Μα εγώ διαβάζω εδώ στη Λογοδοσία, πως όλα πηγαίνουν άριστα κι εσείς καλοζήτε.
― Το πρώτο που είπατε είναι αλήθεια. Όλα πηγαίνουν καλά. Όλα εκτός απ τη ζωή μας. Κι αυτό επειδή εμείς εδώ μέσα δεν είμαστε ο σκοπός του ασύλου, αλλά οι άνθρωποι που γινόμεθα αφορμή να πηγαίνουν όλα καλά, όπως λέτε κι εσείς.
― Μα πώς συμβαίνει να μην είστε ευχαριστημένοι, αφού γίνονται τόσα έξοδα για τη συντήρηση αυτού του ασύλου;
― Αυτό είναι άλλο πράγμα. Δεν σας είπα; Άλλο πράγμα εμείς άλλο το άσυλο, αυτό καλοπερνάει.
― Ποιο; Το κτίριο;
― Όχι δα. Οι άλλοι.
― Η διευθύντρια;
― Ακριβώς. Σας παρακαλώ να προσέξετε σε μια λεπτομέρεια που θα διαβάσετε αυτού μέσα στη Λογοδοσία, αν δε βαριέστε να διαβάζετε.
― Τι πράγμα;
― Το εξής. Τα έσοδα του οίκου είναι… υπέρογκα κάθε χρόνο. Θα δείτε λοιπόν πως τα έξοδα της συντηρήσεώς μας διαρκώς γίνονται λιγότερα. Αυτό έχει τη σημασία του.
― Και πόσοι μένετε τώρα εδώ;
― Αυτή την εποχή έχουμε μείνει λίγοι. Τριάντα περίπου. Στον καλό καιρό υπερβαίναμε τους 100.
― Καλά η στατιστική μας λέγει πως στην Ελλάδα υπάρχουν 7000 τυφλοί. Αν ο Οίκος Τυφλών ήθελε να εκμεταλλευτεί την εργασία τους δεν θα έπαιρνε και πολλούς άλλους;
― Και εδώ θα σας απαντήσει η Λογοδοσία που κρατάτε. Ανοίχτε στην προτελευταία σελίδα, θα δείτε πως δε μπορούν να έρθουν εδώ ούτε οι κουτοί, ούτε οι φιλάσθενοι, ούτε οι ανίκανοι για εργασία γέροι κτλ. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι ιδιαιτέρως τονίζεται πως όποιος δείξει οκνηρία ή αμέλεια, πετιέται στους δρόμους για να αρχίσει να ζητιανεύει.
Μέσα από το παραπάνω μικρό απόσπασμα της συνέντευξης γίνεται φανερό πως τα πράγματα δεν πήγαιναν και τόσο καλά, όσο παρουσιάζονταν στη Λογοδοσία από τη διευθύντρια Ειρήνη Λασκαρίδου. Οι απόφοιτοι γνώριζαν πολύ καλά πώς διαχειριζόταν τα χρήματα η Σχολή, ακόμη και τα λεφτά που μάζευε η Εκκλησία κάθε Κυριακή βγάζοντας το δίσκο, πολλές φορές δεν προσφέρονταν για τις καθημερινές ανάγκες των μικρών οικότροφων. Το πού πήγαιναν παραμένει άγνωστο.138
Στο ίδιο έντυπο μία ημέρα μετά δημοσιεύτηκε πάλι μια μεγάλη έρευνα του δημοσιουγράφου Λουκά Δαράκη για την κατάσταση που επικρατούσε στο Ίδρυμα. Από την έρευνα, που δημοσιεύεται με το χαρακτηριστικό τίτλο «Μια ματιά στο Βασίλειο του Σκότους» παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα:
Μια επίσκεψις εις τα διάφορα διαμερίσματα, ανήλια και υπόγεια δωμάτιακοιμούνται οι τυφλοί, η φυματίωσις θερίζει, αγάπη στα σκοτεινά.
– Ετοιμάσου να επισκεφτείς το βασίλειο του σκότους.
Αυτή η φράση έπεσε πάνω μου σαν βόμβα από το στόμα του διευθυντού.
– Αστειεύεσθε;
– Καθόλου, γρήγορα μάλιστα γιατί πρέπει να μάθουμε τι γίνεται εκεί κάτω.
– Μα δεν πέθανα ακόμη.
Κατεβαίνω θλιμμένος μέχρι θανάτου.
– Τι συμβαίνει; Με ρωτά ένας συνάδελφος.
– Μέσα σε μια ώρα πρέπει να πάω στη κόλαση και να γυρίσω.
Όσοι κατεβαίνουν στη φαληρική ακτή, ασφαλώς και θα έχουν προσέξει το «Αμπέτειο Μέλαθρον» και κατά πάσα πιθανότητα περισσότεροι θα φαντάσθηκαν ότι μέσα κατοικεί η ευτυχία. Στην πραγματικότητα όμως κατοικούν τυφλοί, άνθρωποι δηλαδή απόκληροι της τύχης, που είναι αιώνια καταδικασμένοι να ζουν μέσα στο σκοτάδι.
Περνώ μέσα στο προαύλιο. Μπροστά μου είναι ανοιχτή η θύρα που υπογείου. Προχωρώ. Συναντώ δύο εργάτες. Τι κάνετε εδώ;
– Επισκευάζουμε τας αίθουσας του λουτρού.
– Μπορώ να δω;
– Περάστε.
Βρίσκομαι μέσα σε δύο δωμάτια ευρύχωρα, απλά, που χρησιμεύουν για δωμάτια λουτρού. Στους διαδρόμους είναι βγαλμένα ξέστρωτα κρεββάτια.
– Ποιος μένει εδώ; Ρωτώ μια κυρία του προσωπικού.
– Μα… κανείς.
Η ΦΥΜΑΤΙΩΣΙΣ ΘΕΡΙΖΕΙ
Είναι φανερό πως μου είπε ψέμματα. Σε όλη τη συζήτησι απαντούσε έπειτα από σκέψι και πολύ διστακτικά.
– Τότε τι θέλουν εδώ αυτά τα κρεββάτια;
– Τα βγάλαμε επειδή γίνονται επισκευές.
– Και αφού δεν κοιμάται κανείς εδώ τι θέλουν μέσα στους θαλάμους; Μήπως έχετε τίποτα έκτακτες επισκέψεις;
– Ρωτήστε την κυρία διευθύντρια.
Προτίμησα όμως να ρωτήσω ένα μικρό τυφλό και με επληροφόρησε πως κάτω εκεί στα υπόγεια και ανήλια δωμάτια κοιμούνται οι τυφλοί. Έπειτα όταν διάβασα τη στατιστική των θανάτων των τυφλών και είδα πόσοι πεθαίνουν από φυματίωσι, βυθίσθηκα σε πένθιμες σκέψεις.
Μετά την επίσκεψη στα υπόγεια δωμάτια του Οίκου Τυφλών ο δημοσιογράφος αποφασίζει να επισκεφθεί τη διεύθυνση. Η Ειρήνη Λασκαρίδου τον υποδέχεται διστακτικά και του ζητά να έρθει μια άλλη μέρα, αφού πρώτα θα έχουν κλείσει ραντεβού. Της ζητά μια δεκάλεπτη συζήτηση όμως και πλάι αυτή το αρνείται. Δεν ήταν ευπρόσδεκτος στο γραφείο, όπως ήταν αναμενόμενο γιατί έπιασε τη διευθύντρια εξ απροόπτου.
Επροχώρησα λίγα βήματα, ανεβαίνω τις μαρμαρένιες σκάλες πατώντας στα νύχια. Σε μια αίθουσα μια ομάδα τυφλών ήτο βυθισμένη στην εργασία της. Είναι πολύ περίεργο θέαμα και τραγικό συνάμα να βλέπετε τους δυστυχείς αυτούς ανθρώπους όταν εργάζονται, όταν συζητούν, όταν παίζουν και όταν ερωτοτροπούν ακόμη. Άμα ακούσουν τον θόρυβο των βημάτων σας στρέφουν απότομα το κεφάλι και καρφώνουν επάνω σας τα μάτια τους λες και σας βλέπουν. Έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε τα μάτια των ανθρώπων να παρακολουθούν κάθε μας κίνηση και να εκφράζουν τα ανάλογα συναισθήματα που γεννά η εντύπωσις που τους προξενούμε να μαρτυρούν την ψυχική διάθεση κάθε στιγμή μας, ώστε μας φαίνεται παράξενο να βλέπουμε τα μάτια αυτά – όταν υπάρχουν- ακόμα και απλανή. Στους τυφλούς δεν βλέπεις τίποτα από αυτό. Ότι και αν κάνουν τα μάτια τους διαρκώς έχουν την ίδια έκφρασι. Δεν έχουν δηλαδή καμιά, είναι σαν κακοφτιαγμένα μάτια αγάλματος.
Τους παρακολουθώ χωρίς να τους μιλήσω. Άλλοι πλέκουν ψάθινα καλάθια και καθίσματα, άλλοι φτιάχνουν διάφορα χρήσιμα μικροπραγματάκια με πλεγμένο χόρτο, φουντουνιέρες, βάζα, παντούφλες, ανθηστήρες κλπ. Ένας τυφλός έως δεκαπέντε ετών εφώναξε από το κάθισμά του.
– Ελενίτσα;
Και η Ελενίτσα που έγραφε πιο πέρα με μια γραφομηχανή ειδικά για τους τυφλούς εγέλασε. Ο νέος σηκώθηκε σιγά, πήγε κατευθείαν κοντά της και άρχισε τρυφερότητα να της χαϊδεύει τα μαλλιά. Εκείνη δεχότανε με ευχαρίστησι την έκφρασι της αγάπης του νεαρού τυφλού.
ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΑΟΜΜΑΤΟΙ
Απεφάσισα τώρα να τους μιλήσω. Έπειτα από τα τυπικά τους είπα πως η κυρία διευθύντρια τους παρακαλεί να μου δώσουν μερικές πληροφορίες.
-Μας παρακαλεί;
-Μάλιστα.
-Αυτό σημαίνει πως δεν πρέπει να σας πούμε την αλήθεια, μου λέγει κάποια.
-Τότε σας παρακαλώ εγώ να μου πείτε την αλήθεια.
-Η αλήθεια είνε πως εμείς δουλεύουμε όλην την ημέρα, πως κερδίζουμε 250 χιλιάδες το χρόνο από την εργασία μας και σε μας δίνουν 100 ή 200 δραχμές βραβείον και αυτό σε όποιον δείξει μεγαλείτερη επιμέλεια. Εννοείται πως την καλλίτερη επιμέλεια κατά κανόνα την επιδεικνύει εκείνος που δεν έχει κανένα παράπονο, που είνε απολύτως ευχαριστημένος, που θα πη τα πιο πολλά, καλά λόγια για το ίδρυμα.
Από το παραπάνω απόσπασμα γίνεται αντιληπτό ότι η ξαφνική επίσκεψη του δημοσιογράφου βρήκε όλο το προσωπικό απροετοίμαστο και αυτή η μη προγραμματισμένη συνάντηση έβγαλε στο φως ένα μέρος της καθημερινότητας των τροφίμων. Στα υπόγεια και χωρίς ήλιο δωμάτια κοιμούνται οι μαθητές και όσοι πάσχουν από φυματίωση. Η επίσκεψη λίγο αργότερα στα εργαστήρια έκανε μεγάλη εντύπωση στον δημοσιογράφο, αφού το 1930 δεν ήταν συχνό φαινόμενο να βλέπεις τυφλούς να εργάζονται. Η εικόνα του προκάλεσε οίκτο και θαυμασμό παράλληλα. Η συναναστροφή αγοριών και κοριτσιών στα εργαστήρια όπως ήταν φυσικό γεννούσε έναν ερωτισμό ανάμεσά τους ήδη από μικρή ηλικία. Τέλος μέσα από την αθωότητα τους ξεπροβάλει η αλήθεια. Τα κέρδη του Οίκου Τυφλών χάρη στην αδιάκοπη εργασία των τροφίμων είναι μεγάλα. Η αμοιβή τους όμως ελάχιστη και όχι πολλές φορές λόγω της αξίας τους και της παραγωγικότητάς τους, αλλά λόγω της «σωστής» διαγωγής τους στο Ίδρυμα.
Από τη μαρτυρία ακόμη ενός τροφίμου του Ιδρύματος κατά τη δεκαετία του 1950 γίνεται φανερό πόσο μεγάλη σημασία είχε η «εικόνα» της Σχολής. Μέσα σε μια αίθουσα υπήρχαν βαλσαμωμένα πουλιά και νυχτερίδες. Υποτίθεται όπως προφασίζονταν στους επικέπτες ότι ήταν για το μάθημα της ζωολογίας, όμως τα παιδιά ποτέ δεν είχαν τη δυνατότητα να τα αγγίξουν ώστε να τα καταλάβουν. Τους το απαγόρευαν ρητά γιατί υπήρχε περίπτωση να τα χαλάσουν.139
5.6 Σχολή Τυφλών Θεσσαλονίκης ή αλλιώς Ίδρυμα Προστασίας Τυφλών Βορείου Ελλάδος «Ο Ήλιος»
Το συγκεκριμένο σχολείο ξεκίνησε τη λειτουργία του το 1947 με πρωτοβουλία του φιλανθρωπικού σωματείου «Οργάνωση Προστασίας Τυφλών» με σκοπό να καλύψει τις ανάγκες των ατόμων με αναπηρία όρασης της μεταπολεμικής Βόρειας Ελλάδας. Παρείχε τις υπηρεσίες του σε άτομα δηλαδή από τις περιοχές της Μακεδονίας, της Θράκη, της Ηπείρου, της Επτάνησα και της Θεσσαλίας.
Στη δικτατορία, το καθεστώς ίδρυσε το Ίδρυμα Προστασίας Τυφλών «Ο Ήλιος», το οποίο υπήρχε μέχρι πρόσφατα και στη συνέχεια, όπως πολλά άλλα ιδρύματα που δημιουργήθηκαν επί δικτατορίας καταργήθηκαν. Στην ουσία, το 1973, υποχρεώθηκαν όλα τα σωματεία να γίνουν ιδρύματα, μεταφέροντας σε αυτά την περιουσία τους. «Παιδί» αυτού του φιλανθρωπικού σωματείου ήταν πάντα η Σχολή Τυφλών.
Σύμφωνα με το νομικό πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία του σκοπός της ήταν η εκπαίδευση, η επαγγελματική κατάρτιση και η γενικότερη μέριμνα για άτομα με οξύτητα όρασης κάτω του 1/20. Στις εγκαταστάσεις του Ιδρύματος φιλοξενούνταν ειδικό νηπιαγωγείο τυφλών και οι υπηρεσίες που παρέχονταν ήταν οι εξής:
α. Φιλοξενία μαθητών από περιοχές και εκτός Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με το Άρθρο 2 του Β. Διατάγματος υπ αριθμό 48 [Περί συστάσεως Ιδρύματος εν Θεσσαλονίκη υπό την επωνυμία «Ίδρυμα Προστασίας Τυφλών Βορείου Ελλάδος- Σχολή Τυφλών ο Ήλιος»] που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της κυβερνήσεως στις 18 Ιανουαρίου 1973: Το ίδρυμα θα περιθάλπη τυφλούς παίδας και εξ άλλων περιοχών της Επικρατείας, συντρεχουσών προς τούτο ειδικών λόγων, ως επίσης και μεγαλυτέρας ηλικίας τυφλούς, επί τω τέλει, της αρτιωτέρας μορφώσεως και επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, συντρεχόντων ειδικών λόγων.
β. Εργαστήρια, τηλεφωνική σχολή, τυπογραφείο και βιβλιοθήκη
γ. Φιλοξενία ατόμων τρίτης ηλικίας με επιπλέον της τυφλότητας αναπηρίες
δ. Εκτύπωση διδακτικών βιβλίων και εγγραφή κασετών για μαθητές δημοτικού, γυμνασίου λυκείου αλλά και Πανεπιστημίου.
ε. Εκτύπωση εξωσχολικών βιβλίων και μουσικών κειμένων. Τα τελευταία περιλάμβαναν τόσο τη διδακτέα ύλη του Ωδείου, όσο και βυζαντινή μουσική και λοιπά είδη κοινού ενδιαφέροντος. Το έργο που επιτελούσε και επιτελεί μέχρι και σήμερα είναι η παροχή εκπαίδευσης, στέγασης, γνωστικής υποστήριξης με την κοινή βιβλιοθήκη και το αρχείο νομοθεσίας και τεχνική υποστήριξη με το τυπογραφείο. Τα παιδιά, από τη στιγμή της έλευσής τους, διέμεναν μέσα στο Σχολείο κι εκεί διεξαγόταν η καθημερινότητά τους, όπως ακριβώς και στον «Οίκο Τυφλών».
Δε χρειαζόταν οι γονείς να δώσουν κάποιο χρηματικό ποσό για την διαμονή των παιδιών τους. Χρειάζεται να αναφερθεί ότι η ίδρυση του Ιδρύματος ήταν μια πολύ καλή λύση για όσους κατοικούσαν στη Βόρεια Ελλάδα και δε διέθεταν τα μέσα να κατευθυνθούν προς την πρωτεύουσα. Αρκετοί όμως ήταν οι γονείς που παρέμεναν επιφυλακτικοί με το νεόδμητο αυτό Σχολείο και συνέχιζαν να κρατούν τα τυφλά παιδιά τους έγκλειστα μέσα στο σπίτι.
Από την ίδρυση της Σχολής κι έπειτα όσα παιδιά πήγαιναν σε μικρή ηλικία, παρακολουθούσαν το τμήμα του νηπιαγωγείου για να αναπτύξουν τις δεξιότητές τους. Εκεί, μαζί με τις δασκάλες, κατασκεύαζαν αντικείμενα από πηλό και έφτιαχναν πάζλ. Επιπλέον, φύτευαν όσπρια σε κεσεδάκια και μάθαιναν να ξεχωρίζουν τις φακιές από τα ρεβίθια και τα φασόλια. Οι δάσκαλοι και οι δασκάλες της χειροτεχνίας και της μουσικής ήταν τυφλοί και είχαν αποφοιτήσει από τη Σχολή της Αθήνας, ενώ εκείνοι των υπόλοιπων μαθημάτων ήταν βλέποντες. Ούτε κι εκεί τα παιδιά διδάσκονταν την κινητικότητα, παρά μόνο με τη βοήθεια των επιμελητριών μάθαιναν να κινούνται μέσα στο χώρο. Μετά το 1971 ήρθαν στη Σχολή κάποιοι ειδικευμένοι δάσκαλοι και έδειχναν πώς γίνεται η σωστή χρήση του μπαστουνιού.
Το σχολείο ήταν τετραθέσιο: η πρώτη και η δευτέρα δημοτικού παρακολουθούσαν μαζί τα μαθήματα, όπως η πέμπτη και η έκτη. Κάθε τμήμα αποτελούνταν από 5-6 μαθητές μέσο όρο, αλλά υπήρχαν και περιπτώσεις που μπορούσε κάποια τάξη να έχει μόνο 3 μαθητές ή ακόμα και 10. Συνολικά κάθε έτος στη Σχολή έμεναν περίπου 100 άτομα, τα οποία είχαν αποφοιτήσει από το δημοτικό και συνέχισαν να εργάζονται μέσα στο Ίδρυμα. Δεν υπήρχε περιορισμός στην ηλικία προς αποχώρηση. Εκεί συναντούσε κανείς και νέους μέχρι και 25 ετών, που εργάζονταν στα εργαστήρια ή σπούδαζαν τηλεφωνική. Κι εκεί η γραφομηχανή ήταν είδος πολυτελείας γι αυτό χρήση πινακίδας αποτελούσε το βασικό εργαλείο των μαθητών. Πριν από τη δημιουργία τυπογραφείου τα βιβλία τούς τα παρείχε ο Φάρος Τυφλών Ελλάδος και μερικά άλλα τα ηχογραφούσαν. Από τις 8 το πρωί μέχρι τη 1 το μεσημέρι οι μαθητές παρακολουθούσαν τα μαθήματα της γενικής παιδείας, έπαιρναν το μεσημεριανό τους, ξεκουράζονταν για περίπου μία ώρα κι έπειτα συγκεντρώνονταν ανά τμήματα και διάβαζαν όλοι μαζί. Η πρώτη και η δευτέρα τάξη έκαναν χορωδία και αργότερα μουσικογραφία και όργανα, κυρίως πιάνο. Τα κορίτσια μάθαιναν να υφαίνουν στον αργαλειό και τα αγόρια ασχολούνταν με την καλαθοπλεκτική και την κατασκευή σκουπών και βουρτσών. Ότι αντικείμενα κατασκεύαζαν τα έβαζαν στην Έκθεση, από όπου κάποιος μπορούσε να αγοράσει. Αγγλικά και γαλλικά τις δεκαετίες 1960, 1970 δίδασκε μία τυφλή δασκάλα. Από τα πρώτα χρόνια ίδρυσης της Σχολής είχε δημιουργηθεί και ένα τμήμα για παιδιά με πρόσθετες αναπηρίες δηλαδή τυφλοανάπηρα. Προφανώς, και στη συγκεκριμένη περίπτωση το τμήμα δε λειτουργούσε σωστά, αφού εξειδικευμένος δάσκαλος δεν υπήρχε. Μέσα στου περίβολο του ιδρύματος είχε χτιστεί ένα παρεκκλήσι του Ιερού Ναού της Μεταμορφόσεως (δωρεά της Ελένης Ευγενίδη χήρας Δημητρίου Πεχλιβάνογλου) και κάθε Κυριακή, όπως και στην Καλλιθέα, οι μικροί τρόφιμοι έψαλλαν και παρακολουθούσαν το κατηχητικό.
Ελάχιστοι τρόφιμοι επέστρεφαν σπίτι τους το απόγευμα, μόνο δηλαδή όσοι κατοικούσαν εκεί κοντά. Οι υπόλοιποι συναντιούνταν με τις οικογένειές τους μόνο Πάσχα, καλοκαίρι και Χριστούγεννα. Μια φορά το μήνα κατέβαζαν τους μαθητές για έναν περίπατο στην Παραλία και μια φορά το χρόνο έκαναν μια ημερήσια εκδρομή πιο μακριά: στη Χαλκιδική, στη Λάρισα ή στην Κατερίνη. Διατροφή και ρουχισμός παρέχονταν από δωρεές και ευεργεσίες εύπορων κατοίκων της Θεσσαλονίκης. Το φαγητό ήταν πολύ καλό, συγκριτικά πάλι με εκείνο των φτωχών ανθρώπων στα χωριά. «Κρέας έτρωγα μια φορά το μήνα όσο έμενα με την οικογένεια μου», ανέφερε κάποιος τότε τρόφιμος της Σχολής. «Αντίθετα στο Ίδρυμα έτρωγα κάθε Δευτέρα, Πέμπτη, Σάββατο και Κυριακή. Την Τρίτη ζυμαρικά, Τετάρτη και Παρασκευή όσπρια». Στην εφηβεία ήταν φυσικό επόμενο οι μαθητές να χωρίζονται και να μένουν στους κοιτώνες κορίτσια με κορίτσια και αγόρια με αγόρια. Υπήρχαν περιπτώσεις όπου οι υπεύθυνοι έπαιρναν δραστικά μέτρα μόλις αντιλαμβάνονταν περισσότερη οικειότητα μεταξύ μαθητών και μαθητριών, με αποτέλεσμα να χωρίζουν με τείχος τις αυλές τους. Συμφωνά με το προαναφερθέν Β. Διάταγμα υπ αριθμό 48 και το Άρθρο 7 η περιουσία και οι πόροι του Ιδρύματος προέρχονταν από εισφορές, δωρεές, κληρονομιές, κληροδοσίες, επιχορηγήσεις, τραπεζικούς τόκους και προσόδους επί της ίδιας της περιουσίας.
Στα δύο σχολεία τυφλών που προαναφέρθηκαν, με τη χρήση ειδικών μέσω διδασκαλίας, τα τυφλά παιδιά αποκτούσαν γνώσεις και δεξιότητες, ώστε να είναι σε θέση να αυτοδραστηριοποιηθούν, να αναπτύξουν ολόπλευρα την προσωπικότητά τους και να ζήσουν ως ίσα και αυτοτελή άτομα ανάμεσα στους συνανθρώπους τους. Με την ειδική αγωγή που λάμβαναν ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, παρότι αυτή βρισκόταν στην πρώιμη ακόμη μορφή της, πραγματώνονταν στόχοι όπως η καλλιέργεια του νου και του γλωσσικού οργάνου. Το μεγαλύτερο τμήμα της γλώσσας αποκτιόταν με την ακοή και οι τυφλοί μαθητές μπορούσαν να μάθουν να χρησιμοποιούν τη γλώσσα, όπως τα άτομα με κανονική όραση. Επιπλέον, ήταν σε θέση από μικρή ηλικία να αντιλαμβάνονται τα πάντα γύρω τους, με τη χρήση άλλων αισθητικών οδών και μέσων. Επίσης, να διεκπεραιώνουν περαιτέρω στόχους, όπως ήταν η κίνηση, ο συντονισμός και ο έλεγχος των κινήσεων, ο προσανατολισμός στο χώρο, η άσκηση στις κατασκευές, η τεχνική αντίληψη και στη συνέχεια ο χειρισμός μηχανών. Σκοπός της εκπαίδευσης του τυφλού παιδιού ήταν να μεταδοθούν σε αυτό γνώσεις της πραγματικότητας που το περιβάλλει, εμπιστοσύνη για την αντιμετώπισή της και το συναίσθημα ότι αναγνωρίζεται και γίνεται αποδεκτό ως άτομο με δικαιώματα.
5.7 «Σύλλογος των φίλων των τυφλών»
Η Ειρήνη Λασκαρίδου το 1936 απομακρύνθηκε από τη θέση της διευθύντριας στον Οίκο Τυφλών, την οποία κατείχε από την ίδρυσή του. Ο λόγος που αποφάσισε να παραιτηθεί διατυπώνεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο από την ίδια στην αίτησή της «Μη δυνάμενη να συμμορφωθώ προς του υπό της Σεβαστής Εφορίας επιβληθέντα νέου Κανονισμού, όστις διασπά ολεθρίως την ενότητα της Διοικήσεως του Οίκου Τυφλών και από δημιουργού με μεταβάλλει εις απλούν όργανον εκτελέσεως αποφάσεων, ευρίσκομαι ηναγκασμένη να υποβάλλω την παραίτησίν μου απί του αξιώματος της Διευθύνσεως». Με τη δήλωσή της αυτή η Ειρήνη Λασκαρίδου γνωρίζει σε όλους ότι δεν επιθυμεί να είναι άβουλο εκτελεστικό όργανο, το οποίο εφαρμόζει μόνο οδηγίες χωρίς να κρίνει και να εκφράζει άποψη. Για την ίδια σημασία έχει η καρποφόρα για τα τυφλά παιδιά δραστηριότητά της και δε διστάζει να παραιτηθεί εφόσον αναιρείται αυτή η δυνατότητά, της ελεύθερης κει δημιουργικής απασχόλησης. Η Εφορία αποδέχτηκε την παραίτησή της και της απένειμε ως φόρο τιμής για την πολύτιμη και πολυετή προσφορά της τον τίτλο της Επιτίμου Συμβούλου του Ιδρύματος. Αμέσως μετά η Ειρήνη Λασκαρίδου ιδρύει σε δικό της οίκημα στο Μαρούσι τον «Σύλλογο των φίλων των τυφλών», που λειτουργεί ως σήμερα. Στο Οικοτροφείο, γίνονταν δεκτές τυφλές ηλικίας 18-28 ετών. Οι εισαγωγές γίνονταν εφόσον υπήρχε θέση τον Οκτώβρη κάθε έτους. Οι αιτήσεις έπρεπε να αποστέλλονται από πριν στο Διοικητικό Συμβούλιο, μέσω του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας, μαζί με δύο μικρές φωτογραφίες, πιστοποιητικά απορίας, γεννήσεως και βαπτίσεως, βεβαίωση οφθαλμολόγου ιατρού ότι η τύφλωση είναι ανίατος και ότι η τυφλή δεν πάσχει από τραχώματα. Απαραίτητη ήταν επίσης η ιατρική εξέταση (παθολογική, δερματολογική, ακτινολογική) και γενικά έπρεπε να διαβεβαιώνει ο γιατρός ότι η τυφλή έχει πλήρη σωματική υγεία και αρτιμέλεια και δεν πάσχει από μεταδοτική νόσο ή άλλο νόσημα. Επιπλέον, σημαντικό ήταν η εισαγόμενη τυφλή να μην είναι κωφή, ούτε «ηλίθια» και να είναι προσφάτως εμβολιασμένη. Απαραίτητη για την εισαγωγή ήταν η παρουσία ενός κηδεμόνα, υπεύθυνου γι’ αυτήν, ο οποίος θα της παρείχε τον αρχικό ιματισμό και την απαραίτητη υπόδηση. Την απόφαση περί εισαγωγής της στο Οικοτροφείο λάμβανε το Διοικητικό Συμβούλιο.
Σύμφωνα με τον Εσωτερικό Κανονισμό η τυφλές οικότροφοι όφειλαν να γνωρίζουν ότι ο τόπος διαμονής τους δεν αποτελεί Άσυλο Ανιάτων ή Ανέργων, αλλά Φιλανθρωπικό Ίδρυμα αναγνωρισμένο από το Κράτος, από το οποίο, αν δείξουν ζήλο και φιλομάθεια, θα διδαχτούν γράμματα, επαγγέλματα (κανιστροποιία, σχοινοποιία, υφαντική, σαροθροποιία), μουσική, οικοκυρική και πολλά άλλα που θα ανυψώσουν το ηθικό τους, θα τις καταστήσουν χρήσιμες και παραγωγικές στην κοινωνία. Μέσω της εργασίας και όχι της επαιτείας θα καταφέρουν να αποκτήσουν όλα τα προς το ζην, ζώντας αξιοπρεπώς. Η φοίτηση οριζόταν, το μέγιστο, σε τριετή. Μέσα στο Οικοτροφείο, τους παρεχόταν εκπαίδευση (όπως ανάγνωση, γραφή Braille και γενικές γνώσεις, σε όσες δεν είχαν πριν την δυνατότητα να φοιτήσουν στον Οίκο Τυφλών, ίσως επειδή έχασαν σε μεγαλύτερη ηλικία την όρασή τους), αλλά και επαγγελματική εκπαίδευση, η οποία ήταν και ο αντικειμενικός σκοπός του Ιδρύματος, ώστε κατά την αποφοίτησή τους να βρίσκουν απασχόληση. Εκεί επιπλέον περισυλλέγονται οι πρώτες μορφωμένες τυφλές γυναίκες της Ελλάδος.
Σκοποί του Οικοτροφείου ήταν:
α) Η προστασία των ενηλίκων θηλέων τυφλών, η ανύψωσις του ηθικού και η υποστήριξης, όπως διά φιλοτίμου και αόκνου εργασίας αντιμετωπίζουν με θάρρος και ευχαρίστησιν τας δυσχερείας του βίου, ώστε να μη καταφεύγουν εις την επαιτείαν και να μη δυστυχούν.
β) Η οργάνωσις πρατηρίου και γραφείου παραγγελιών, ως του κέντρου συγκεντρώσεως.
γ) Η ίδρυσις τυφλολογικού μουσείου δίδοντος την εικόνα τω εν Ελλάδι υπέρ των τυφλών συντελεσθέντων και συγκεντρώνοντος παν το σχετιζόμενον με την εκπαίδευσιν, χειροτεχνίαν, ψυχαγωγίαν και προστασίαν των τυφλών.
Η Ειρήνη Λασκαρίδου και οι λοιποί υπεύθυνοι του Ιδρύματος ζήτησαν από όποιον πολίτη είχε τη δυνατότητα να δωρίσει για τις τυφλές οικότροφους μουσικά όργανα, γραφομηχανές, ανάγλυφους χάρτες, περιοδικά και βιβλία. Επίσης, μαξιλάρια, στρώματα, σεντόνια, κουβέρτες, μαχαιροπίρουνα, ποτήρια και πιάτα. Για την εκπαίδευσή τους χρήσιμα θα ήταν ακόμη και τα είδη κηπουρικής, πλεκτικής, ξύλα, μαγνητόφωνα και ραδιοπικάπ. Όσοι φιλάνθρωποι ενδιαφέρονταν να επισκέπτονται τα τυφλά κορίτσια και να δουν από κοντά το έργο του Οικοτροφείου, θα είχαν τη δυνατότητα κάθε Πέμπτη 3-5 μ.μ. τους χειμερινούς μήνες και 5-7 μμ. τους καλοκαιρινούς, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας στον αριθμό 010-776. Κι αυτό γιατί δεν ήταν εφικτό οι επισκέψεις να πραγματοποιούνται άλλες ημέρες και ώρες, λόγω ελλείψεως επαρκών χώρων. Οι επισκέπτες δεν έπρεπε να μιλούν στις τυφλές για την πάθησή τους ούτε να τις ρωτούν πώς έχασαν την όρασή τους.
Το Οικοτροφείο ήταν διώροφο. Στο ισόγειο βρισκόταν η τραπεζαρία, η αποθήκη, η αίθουσα υποδοχής, το εργαστήριο και μια κουζίνα επιπλωμένη. Στον πάνω όροφο ήταν τρία δωμάτια-κοιτώνες για τα κορίτσια. Όλο το κτίριο περιβαλλόταν από κήπο. Το Προσωπικό αποτελούσαν η επιμελήτρια και διαχειρίστρια Παναγιώτα Προκοπίου, η μαγείρισσα Ασημίνα Ρέντη και η βοηθός Ελένη Αναστασίου. Στην ψυχαγωγία των οικότροφων συνέβαλλαν φίλοι του Συλλόγου. Το Ίδρυμα λειτουργούσε με επιχορήγηση 2000 δραχμών του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας και με τις δωρεές, κατά κύριο λόγο από τους φιλάνθρωπους, οι οποίοι προσέφεραν τρόφιμα, όπως αυγά, τσουρέκια, κουλούρια, κρέας, γλυκά, φρούτα, χορταρικά και αφεψήματα.
Επίσης, αν κάποια τυφλή χρειαζόταν περαιτέρω ιατρική εξέταση για την υγεία της, γινόταν σε αυτή δωρεάν προκειμένου να λάβει τις απαραίτητες εξετάσεις. Εάν η διαγωγή κάποιας οικότροφου ήταν βλαβερή για τις συντρόφους της και αποδεικνυόταν ανεπίδεκτη μαθήσεως, όφειλε να επιστρέψει τα χρήματα που δαπανήθηκαν γι αυτήν.
5.8 Η είσοδος μαθητών των Σχολών Τυφλών σε Γυμνάσιο, Λύκειο και Πανεπιστήμιο
Το δημοτικό του Οίκου τυφλών αριθμούσε, όπως αναφέρθηκε και ήταν φυσικό έξι τάξεις, στις οποίες φοιτούσαν τυφλοί ηλικίας από 6 έως και 18 ετών. Η Σχολή τους παρείχε απολυτήριο βασικής εκπαίδευσης. Αφού τελείωναν την υποχρεωτική εκπαίδευση, αν η ηλικία τους το επέτρεπε, συνέχιζαν να μένουν για μερικά ακόμα χρόνια μέσα στο Ίδρυμα. Άλλοι, είτε εργάζονταν στα εργαστήρια και αμείβονταν με ημερομίσθιο, είτε γυρνούσαν στις εστίες τους, είτε συνέχιζαν τις σπουδές τους στο εξατάξιο τότε Γυμνάσιο, ακόμη και στο Πανεπιστήμιο. Αν ήταν άνω των 18 και είχαν την οικονομική δυνατότητα νοίκιαζαν ένα σπίτι κοντά στο Γυμνάσιο της περιοχής τους και παράλληλα αρκετοί εργάζονταν στα εργαστήρια του Φάρου μετά το 1946 ή εργάζονταν ως μικροπωλητές, ψάλτες ή λαχειοπώλες. Στο Γυμνάσιο μέχρι το 1952 απαγορευόταν να σπουδάζουν οι τυφλοί. Όμως, σύμφωνα με μια μαρτυρία, αυτό άλλαξε. Το 1947 ο γιος του μεγάλου ναυάρχου Καντιάνη έχασε την όρασή του και τότε εκείνος πίεσε την κυβέρνηση να υπάρξει αλλαγή στο νόμο. Έτσι, ψηφίστηκε βασιλικό διάταγμα, που επέτρεπε την είσοδο των τυφλών μαθητών στα Γυμνάσια. Κατά συνέπεια καλούνταν να προσαρμοστούν σε ένα εντελώς καινούργιο περιβάλλον, να αυξήσουν τις επαφές τους με τον έξω κόσμο και να διαφοροποιήσουν τις σχέσεις τους.
Παρόλα αυτά δεν είχαν πάλι όλοι τη δυνατότητα να μπουν στο Γυμνάσιο. Η διεύθυνση αποφάσιζε ποιοι μαθητές θα στέλνονταν με κριτήριο την απόδοσή τους στα μαθήματα της έκτης δημοτικού, δηλαδή οι αριστούχοι. Το ίδιο σύστημα υπήρχε και στη Σχολή Τυφλών Θεσσαλονίκης και στον Οίκο Τυφλών. Τα παιδιά που ήταν οικότροφοι στο Ίδρυμα της Καλλιθέας παρακολουθούσαν τα μαθήματα στο Γυμνάσιο Θηλέων και στο 6ο Γυμνάσιο Χαροκόπου, δηλαδή σχολεία που βρίσκονταν σε κοντινή απόσταση από τη Σχολή τους, αλλά ακόμη και στο σχολείο της περιοχής τους. Πιο πριν κανένας τυφλός δεν μπορούσε να σπουδάσει στο Γυμνάσιο παρά μόνο αν οι γονείς του διέθεταν τα χρήματα, ώστε να κάνει ιδιαίτερα μαθήματα κατ οίκον, πράγμα σπάνιο για τα χρόνια εκείνα. Όσοι ήταν καλοί στα γράμματα διάβαζαν μόνοι τους και έδιναν εξετάσεις για να μπουν στον Πανεπιστήμιο.
Η αντιμετώπιση που είχαν τότε οι τυφλοί μαθητές από τους βλέποντες συμμαθητές και καθηγητές τους ήταν σχετικά καλή αλλά υπήρχαν προφανώς και εξαιρέσεις με περιπτώσεις ειρωνείας και χλευασμού. Στις αρχές του 1950, όταν άρχισε η είσοδός τους στα Γυμνάσια οι καθηγητές ήταν επιφυλακτικοί, προβληματισμένοι και αρκετοί από αυτούς λυπόντουσαν τα παιδιά. Αυτό δεν άρεσε στους τυφλούς αφού διεκδικούσαν κι εκεί ίση αντιμετώπιση. Καθώς όμως τα χρόνια περνούσαν τα Γυμνάσια της Καλλιθέας απόκτησαν μια παράδοση και ήταν δεδομένο πως κάθε χρόνο θα βρίσκονταν εκεί δύο με τρεις τυφλοί μαθητές σε κάθε τάξη. Οι βλέποντες συμμαθητές τους άρχισαν κι αυτοί να συνηθίζουν και να κάνουν παρέες όλοι μαζί, ενώ στις αρχές τα πράγματα ήταν πιο γκετοποιημένα. Στην επαρχία, η κατάσταση ήταν πιο δύσκολη και υπήρχε μεγαλύτερη προκατάληψη. Εντύπωση κάνει η ερώτηση μιας καθηγήτριας από τη Θεσσαλονίκη: «Μα πώς τρώνε αυτά τα παιδιά; Μπορούν μόνα τους;». Στις αρχές δεν έδιναν μεγάλη σημασία στους τυφλούς μαθητές ακόμη και οι ίδιοι οι συμμαθητές τους, τους ειρωνεύ