5.5 Αλληλογραφία και Αντίλογος
Στο αρχείο της Ειρήνης Λασκαρίδου διασώζονται πλήθος επιστολών προς την ίδια από πρώην τροφίμους της Σχολής και έτσι μας γίνεται φανερή η επικοινωνία και οι επαφές που συνέχιζαν να διατηρούν μετά την αποφοίτησή τους. Αφού επέστρεφαν στις εστίες τους, όσοι επέστρεφαν, της έστελναν γράμματα με ευχές κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα ή στην ονομαστική της εορτή και την ενημέρωναν για την επαγγελματική τους πορεία. Αρκετοί από αυτούς την επισκέπτονταν από κοντά έπειτα από πολλά χρόνια και όταν εύρισκαν την ευκαιρία. Ήταν γι’ αυτούς, όπως ανέφεραν χαρακτηριστικά, «Η μανούλα των τυφλών». Η συμπάθεια που έτρεφαν προς το πρόσωπό της αποκαλύπτεται από τις προσφωνήσεις των τροφίμων στην αρχή των επιστολών τους: «Λατρεμένη μας προστάτις», «Σεβαστή μας μητέρα», «Μεγάλη μου ευεργέτις», «Προσφιλή μας ευεργέτις», είναι μερικές χαρακτηριστικές εκφράσεις. Πολλές είναι και οι επιστολές από μαθητές που δεν επιθυμούσαν να επιστρέψουν στον τόπο καταγωγής τους, αλλά την παρακαλούσαν να τους επιτρέψει να μείνουν μέσα στο Ίδρυμα με αντάλλαγμα την εργασία τους στα εργαστήρια και την προσφορά τους σε ό,τι άλλο χρειαζόταν η Σχολή.136
Διαβάζοντας κανείς τις παραπάνω επιστολές που έστελναν οι απόφοιτοι στην Ειρήνη Λασκαρίδου και ρίχνοντας μια ματιά στις Λογοδοσίες όλων των ετών, στις οποίες η διευθύντρια κατέγραφε τα επιτεύγματα και τις σκληρές προσπάθειες που σημειώνονταν στο Ίδρυμα χάρη σε αυτήν και στο υπόλοιπο Προσωπικό, το συμπέρασμα που θα έβγαζε θα ήταν κάθε άλλο παρά αρνητικό. Όλα είναι σίγουρο πως λειτουργούσαν κατά γράμμα και πως οι τρόφιμοι ζούσαν μια υπέροχη ζωή. Παρόλα αυτά όπως ήταν φυσικό δεν έλειπε ο αντίλογος και οι κατηγορίες εις βάρος τους. Το 1930 ο γνωστός συντάκτης της εφημερίδας Εσπερινής Λουκάς Δαράκης παρέθετε τη συνέντευξη ενός απόφοιτου της Σχολής που παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον και για το λόγο αυτό παρατίθεται ευθύς αμέσως.
― Ασφαλώς δεν ξέρετε τι γίνεται στο Ίδρυμα αυτό.
― Μα εγώ διαβάζω εδώ στη Λογοδοσία, πως όλα πηγαίνουν άριστα κι εσείς καλοζήτε.
― Το πρώτο που είπατε είναι αλήθεια. Όλα πηγαίνουν καλά. Όλα εκτός απ τη ζωή μας. Κι αυτό επειδή εμείς εδώ μέσα δεν είμαστε ο σκοπός του ασύλου, αλλά οι άνθρωποι που γινόμεθα αφορμή να πηγαίνουν όλα καλά, όπως λέτε κι εσείς.
― Μα πώς συμβαίνει να μην είστε ευχαριστημένοι, αφού γίνονται τόσα έξοδα για τη συντήρηση αυτού του ασύλου;
― Αυτό είναι άλλο πράγμα. Δεν σας είπα; Άλλο πράγμα εμείς άλλο το άσυλο, αυτό καλοπερνάει.
― Ποιο; Το κτίριο;
― Όχι δα. Οι άλλοι.
― Η διευθύντρια;
― Ακριβώς. Σας παρακαλώ να προσέξετε σε μια λεπτομέρεια που θα διαβάσετε αυτού μέσα στη Λογοδοσία, αν δε βαριέστε να διαβάζετε.
― Τι πράγμα;
― Το εξής. Τα έσοδα του οίκου είναι… υπέρογκα κάθε χρόνο. Θα δείτε λοιπόν πως τα έξοδα της συντηρήσεώς μας διαρκώς γίνονται λιγότερα. Αυτό έχει τη σημασία του.
― Και πόσοι μένετε τώρα εδώ;
― Αυτή την εποχή έχουμε μείνει λίγοι. Τριάντα περίπου. Στον καλό καιρό υπερβαίναμε τους 100.
― Καλά η στατιστική μας λέγει πως στην Ελλάδα υπάρχουν 7000 τυφλοί. Αν ο Οίκος Τυφλών ήθελε να εκμεταλλευτεί την εργασία τους δεν θα έπαιρνε και πολλούς άλλους;
― Και εδώ θα σας απαντήσει η Λογοδοσία που κρατάτε. Ανοίχτε στην προτελευταία σελίδα, θα δείτε πως δε μπορούν να έρθουν εδώ ούτε οι κουτοί, ούτε οι φιλάσθενοι, ούτε οι ανίκανοι για εργασία γέροι κτλ. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι ιδιαιτέρως τονίζεται πως όποιος δείξει οκνηρία ή αμέλεια, πετιέται στους δρόμους για να αρχίσει να ζητιανεύει.
Μέσα από το παραπάνω μικρό απόσπασμα της συνέντευξης γίνεται φανερό πως τα πράγματα δεν πήγαιναν και τόσο καλά, όσο παρουσιάζονταν στη Λογοδοσία από τη διευθύντρια Ειρήνη Λασκαρίδου. Οι απόφοιτοι γνώριζαν πολύ καλά πώς διαχειριζόταν τα χρήματα η Σχολή, ακόμη και τα λεφτά που μάζευε η Εκκλησία κάθε Κυριακή βγάζοντας το δίσκο, πολλές φορές δεν προσφέρονταν για τις καθημερινές ανάγκες των μικρών οικότροφων. Το πού πήγαιναν παραμένει άγνωστο.138
Στο ίδιο έντυπο μία ημέρα μετά δημοσιεύτηκε πάλι μια μεγάλη έρευνα του δημοσιουγράφου Λουκά Δαράκη για την κατάσταση που επικρατούσε στο Ίδρυμα. Από την έρευνα, που δημοσιεύεται με το χαρακτηριστικό τίτλο «Μια ματιά στο Βασίλειο του Σκότους» παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα:
Μια επίσκεψις εις τα διάφορα διαμερίσματα, ανήλια και υπόγεια δωμάτιακοιμούνται οι τυφλοί, η φυματίωσις θερίζει, αγάπη στα σκοτεινά.
– Ετοιμάσου να επισκεφτείς το βασίλειο του σκότους.
Αυτή η φράση έπεσε πάνω μου σαν βόμβα από το στόμα του διευθυντού.
– Αστειεύεσθε;
– Καθόλου, γρήγορα μάλιστα γιατί πρέπει να μάθουμε τι γίνεται εκεί κάτω.
– Μα δεν πέθανα ακόμη.
Κατεβαίνω θλιμμένος μέχρι θανάτου.
– Τι συμβαίνει; Με ρωτά ένας συνάδελφος.
– Μέσα σε μια ώρα πρέπει να πάω στη κόλαση και να γυρίσω.
Όσοι κατεβαίνουν στη φαληρική ακτή, ασφαλώς και θα έχουν προσέξει το «Αμπέτειο Μέλαθρον» και κατά πάσα πιθανότητα περισσότεροι θα φαντάσθηκαν ότι μέσα κατοικεί η ευτυχία. Στην πραγματικότητα όμως κατοικούν τυφλοί, άνθρωποι δηλαδή απόκληροι της τύχης, που είναι αιώνια καταδικασμένοι να ζουν μέσα στο σκοτάδι.
Περνώ μέσα στο προαύλιο. Μπροστά μου είναι ανοιχτή η θύρα που υπογείου. Προχωρώ. Συναντώ δύο εργάτες. Τι κάνετε εδώ;
– Επισκευάζουμε τας αίθουσας του λουτρού.
– Μπορώ να δω;
– Περάστε.
Βρίσκομαι μέσα σε δύο δωμάτια ευρύχωρα, απλά, που χρησιμεύουν για δωμάτια λουτρού. Στους διαδρόμους είναι βγαλμένα ξέστρωτα κρεββάτια.
– Ποιος μένει εδώ; Ρωτώ μια κυρία του προσωπικού.
– Μα… κανείς.
Η ΦΥΜΑΤΙΩΣΙΣ ΘΕΡΙΖΕΙ
Είναι φανερό πως μου είπε ψέμματα. Σε όλη τη συζήτησι απαντούσε έπειτα από σκέψι και πολύ διστακτικά.
– Τότε τι θέλουν εδώ αυτά τα κρεββάτια;
– Τα βγάλαμε επειδή γίνονται επισκευές.
– Και αφού δεν κοιμάται κανείς εδώ τι θέλουν μέσα στους θαλάμους; Μήπως έχετε τίποτα έκτακτες επισκέψεις;
– Ρωτήστε την κυρία διευθύντρια.
Προτίμησα όμως να ρωτήσω ένα μικρό τυφλό και με επληροφόρησε πως κάτω εκεί στα υπόγεια και ανήλια δωμάτια κοιμούνται οι τυφλοί. Έπειτα όταν διάβασα τη στατιστική των θανάτων των τυφλών και είδα πόσοι πεθαίνουν από φυματίωσι, βυθίσθηκα σε πένθιμες σκέψεις.
Μετά την επίσκεψη στα υπόγεια δωμάτια του Οίκου Τυφλών ο δημοσιογράφος αποφασίζει να επισκεφθεί τη διεύθυνση. Η Ειρήνη Λασκαρίδου τον υποδέχεται διστακτικά και του ζητά να έρθει μια άλλη μέρα, αφού πρώτα θα έχουν κλείσει ραντεβού. Της ζητά μια δεκάλεπτη συζήτηση όμως και πλάι αυτή το αρνείται. Δεν ήταν ευπρόσδεκτος στο γραφείο, όπως ήταν αναμενόμενο γιατί έπιασε τη διευθύντρια εξ απροόπτου.
Επροχώρησα λίγα βήματα, ανεβαίνω τις μαρμαρένιες σκάλες πατώντας στα νύχια. Σε μια αίθουσα μια ομάδα τυφλών ήτο βυθισμένη στην εργασία της. Είναι πολύ περίεργο θέαμα και τραγικό συνάμα να βλέπετε τους δυστυχείς αυτούς ανθρώπους όταν εργάζονται, όταν συζητούν, όταν παίζουν και όταν ερωτοτροπούν ακόμη. Άμα ακούσουν τον θόρυβο των βημάτων σας στρέφουν απότομα το κεφάλι και καρφώνουν επάνω σας τα μάτια τους λες και σας βλέπουν. Έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε τα μάτια των ανθρώπων να παρακολουθούν κάθε μας κίνηση και να εκφράζουν τα ανάλογα συναισθήματα που γεννά η εντύπωσις που τους προξενούμε να μαρτυρούν την ψυχική διάθεση κάθε στιγμή μας, ώστε μας φαίνεται παράξενο να βλέπουμε τα μάτια αυτά – όταν υπάρχουν- ακόμα και απλανή. Στους τυφλούς δεν βλέπεις τίποτα από αυτό. Ότι και αν κάνουν τα μάτια τους διαρκώς έχουν την ίδια έκφρασι. Δεν έχουν δηλαδή καμιά, είναι σαν κακοφτιαγμένα μάτια αγάλματος.
Τους παρακολουθώ χωρίς να τους μιλήσω. Άλλοι πλέκουν ψάθινα καλάθια και καθίσματα, άλλοι φτιάχνουν διάφορα χρήσιμα μικροπραγματάκια με πλεγμένο χόρτο, φουντουνιέρες, βάζα, παντούφλες, ανθηστήρες κλπ. Ένας τυφλός έως δεκαπέντε ετών εφώναξε από το κάθισμά του.
– Ελενίτσα;
Και η Ελενίτσα που έγραφε πιο πέρα με μια γραφομηχανή ειδικά για τους τυφλούς εγέλασε. Ο νέος σηκώθηκε σιγά, πήγε κατευθείαν κοντά της και άρχισε τρυφερότητα να της χαϊδεύει τα μαλλιά. Εκείνη δεχότανε με ευχαρίστησι την έκφρασι της αγάπης του νεαρού τυφλού.
ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΑΟΜΜΑΤΟΙ
Απεφάσισα τώρα να τους μιλήσω. Έπειτα από τα τυπικά τους είπα πως η κυρία διευθύντρια τους παρακαλεί να μου δώσουν μερικές πληροφορίες.
-Μας παρακαλεί;
-Μάλιστα.
-Αυτό σημαίνει πως δεν πρέπει να σας πούμε την αλήθεια, μου λέγει κάποια.
-Τότε σας παρακαλώ εγώ να μου πείτε την αλήθεια.
-Η αλήθεια είνε πως εμείς δουλεύουμε όλην την ημέρα, πως κερδίζουμε 250 χιλιάδες το χρόνο από την εργασία μας και σε μας δίνουν 100 ή 200 δραχμές βραβείον και αυτό σε όποιον δείξει μεγαλείτερη επιμέλεια. Εννοείται πως την καλλίτερη επιμέλεια κατά κανόνα την επιδεικνύει εκείνος που δεν έχει κανένα παράπονο, που είνε απολύτως ευχαριστημένος, που θα πη τα πιο πολλά, καλά λόγια για το ίδρυμα.
Από το παραπάνω απόσπασμα γίνεται αντιληπτό ότι η ξαφνική επίσκεψη του δημοσιογράφου βρήκε όλο το προσωπικό απροετοίμαστο και αυτή η μη προγραμματισμένη συνάντηση έβγαλε στο φως ένα μέρος της καθημερινότητας των τροφίμων. Στα υπόγεια και χωρίς ήλιο δωμάτια κοιμούνται οι μαθητές και όσοι πάσχουν από φυματίωση. Η επίσκεψη λίγο αργότερα στα εργαστήρια έκανε μεγάλη εντύπωση στον δημοσιογράφο, αφού το 1930 δεν ήταν συχνό φαινόμενο να βλέπεις τυφλούς να εργάζονται. Η εικόνα του προκάλεσε οίκτο και θαυμασμό παράλληλα. Η συναναστροφή αγοριών και κοριτσιών στα εργαστήρια όπως ήταν φυσικό γεννούσε έναν ερωτισμό ανάμεσά τους ήδη από μικρή ηλικία. Τέλος μέσα από την αθωότητα τους ξεπροβάλει η αλήθεια. Τα κέρδη του Οίκου Τυφλών χάρη στην αδιάκοπη εργασία των τροφίμων είναι μεγάλα. Η αμοιβή τους όμως ελάχιστη και όχι πολλές φορές λόγω της αξίας τους και της παραγωγικότητάς τους, αλλά λόγω της «σωστής» διαγωγής τους στο Ίδρυμα.
Από τη μαρτυρία ακόμη ενός τροφίμου του Ιδρύματος κατά τη δεκαετία του 1950 γίνεται φανερό πόσο μεγάλη σημασία είχε η «εικόνα» της Σχολής. Μέσα σε μια αίθουσα υπήρχαν βαλσαμωμένα πουλιά και νυχτερίδες. Υποτίθεται όπως προφασίζονταν στους επικέπτες ότι ήταν για το μάθημα της ζωολογίας, όμως τα παιδιά ποτέ δεν είχαν τη δυνατότητα να τα αγγίξουν ώστε να τα καταλάβουν. Τους το απαγόρευαν ρητά γιατί υπήρχε περίπτωση να τα χαλάσουν.139
5.6 Σχολή Τυφλών Θεσσαλονίκης ή αλλιώς Ίδρυμα Προστασίας Τυφλών Βορείου Ελλάδος «Ο Ήλιος»
Το συγκεκριμένο σχολείο ξεκίνησε τη λειτουργία του το 1947 με πρωτοβουλία του φιλανθρωπικού σωματείου «Οργάνωση Προστασίας Τυφλών» με σκοπό να καλύψει τις ανάγκες των ατόμων με αναπηρία όρασης της μεταπολεμικής Βόρειας Ελλάδας. Παρείχε τις υπηρεσίες του σε άτομα δηλαδή από τις περιοχές της Μακεδονίας, της Θράκη, της Ηπείρου, της Επτάνησα και της Θεσσαλίας.
Στη δικτατορία, το καθεστώς ίδρυσε το Ίδρυμα Προστασίας Τυφλών «Ο Ήλιος», το οποίο υπήρχε μέχρι πρόσφατα και στη συνέχεια, όπως πολλά άλλα ιδρύματα που δημιουργήθηκαν επί δικτατορίας καταργήθηκαν. Στην ουσία, το 1973, υποχρεώθηκαν όλα τα σωματεία να γίνουν ιδρύματα, μεταφέροντας σε αυτά την περιουσία τους. «Παιδί» αυτού του φιλανθρωπικού σωματείου ήταν πάντα η Σχολή Τυφλών.
Σύμφωνα με το νομικό πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία του σκοπός της ήταν η εκπαίδευση, η επαγγελματική κατάρτιση και η γενικότερη μέριμνα για άτομα με οξύτητα όρασης κάτω του 1/20. Στις εγκαταστάσεις του Ιδρύματος φιλοξενούνταν ειδικό νηπιαγωγείο τυφλών και οι υπηρεσίες που παρέχονταν ήταν οι εξής:
α. Φιλοξενία μαθητών από περιοχές και εκτός Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με το Άρθρο 2 του Β. Διατάγματος υπ αριθμό 48 [Περί συστάσεως Ιδρύματος εν Θεσσαλονίκη υπό την επωνυμία «Ίδρυμα Προστασίας Τυφλών Βορείου Ελλάδος- Σχολή Τυφλών ο Ήλιος»] που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της κυβερνήσεως στις 18 Ιανουαρίου 1973: Το ίδρυμα θα περιθάλπη τυφλούς παίδας και εξ άλλων περιοχών της Επικρατείας, συντρεχουσών προς τούτο ειδικών λόγων, ως επίσης και μεγαλυτέρας ηλικίας τυφλούς, επί τω τέλει, της αρτιωτέρας μορφώσεως και επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, συντρεχόντων ειδικών λόγων.
β. Εργαστήρια, τηλεφωνική σχολή, τυπογραφείο και βιβλιοθήκη
γ. Φιλοξενία ατόμων τρίτης ηλικίας με επιπλέον της τυφλότητας αναπηρίες
δ. Εκτύπωση διδακτικών βιβλίων και εγγραφή κασετών για μαθητές δημοτικού, γυμνασίου λυκείου αλλά και Πανεπιστημίου.
ε. Εκτύπωση εξωσχολικών βιβλίων και μουσικών κειμένων. Τα τελευταία περιλάμβαναν τόσο τη διδακτέα ύλη του Ωδείου, όσο και βυζαντινή μουσική και λοιπά είδη κοινού ενδιαφέροντος. Το έργο που επιτελούσε και επιτελεί μέχρι και σήμερα είναι η παροχή εκπαίδευσης, στέγασης, γνωστικής υποστήριξης με την κοινή βιβλιοθήκη και το αρχείο νομοθεσίας και τεχνική υποστήριξη με το τυπογραφείο. Τα παιδιά, από τη στιγμή της έλευσής τους, διέμεναν μέσα στο Σχολείο κι εκεί διεξαγόταν η καθημερινότητά τους, όπως ακριβώς και στον «Οίκο Τυφλών».
Δε χρειαζόταν οι γονείς να δώσουν κάποιο χρηματικό ποσό για την διαμονή των παιδιών τους. Χρειάζεται να αναφερθεί ότι η ίδρυση του Ιδρύματος ήταν μια πολύ καλή λύση για όσους κατοικούσαν στη Βόρεια Ελλάδα και δε διέθεταν τα μέσα να κατευθυνθούν προς την πρωτεύουσα. Αρκετοί όμως ήταν οι γονείς που παρέμεναν επιφυλακτικοί με το νεόδμητο αυτό Σχολείο και συνέχιζαν να κρατούν τα τυφλά παιδιά τους έγκλειστα μέσα στο σπίτι.
Από την ίδρυση της Σχολής κι έπειτα όσα παιδιά πήγαιναν σε μικρή ηλικία, παρακολουθούσαν το τμήμα του νηπιαγωγείου για να αναπτύξουν τις δεξιότητές τους. Εκεί, μαζί με τις δασκάλες, κατασκεύαζαν αντικείμενα από πηλό και έφτιαχναν πάζλ. Επιπλέον, φύτευαν όσπρια σε κεσεδάκια και μάθαιναν να ξεχωρίζουν τις φακιές από τα ρεβίθια και τα φασόλια. Οι δάσκαλοι και οι δασκάλες της χειροτεχνίας και της μουσικής ήταν τυφλοί και είχαν αποφοιτήσει από τη Σχολή της Αθήνας, ενώ εκείνοι των υπόλοιπων μαθημάτων ήταν βλέποντες. Ούτε κι εκεί τα παιδιά διδάσκονταν την κινητικότητα, παρά μόνο με τη βοήθεια των επιμελητριών μάθαιναν να κινούνται μέσα στο χώρο. Μετά το 1971 ήρθαν στη Σχολή κάποιοι ειδικευμένοι δάσκαλοι και έδειχναν πώς γίνεται η σωστή χρήση του μπαστουνιού.
Το σχολείο ήταν τετραθέσιο: η πρώτη και η δευτέρα δημοτικού παρακολουθούσαν μαζί τα μαθήματα, όπως η πέμπτη και η έκτη. Κάθε τμήμα αποτελούνταν από 5-6 μαθητές μέσο όρο, αλλά υπήρχαν και περιπτώσεις που μπορούσε κάποια τάξη να έχει μόνο 3 μαθητές ή ακόμα και 10. Συνολικά κάθε έτος στη Σχολή έμεναν περίπου 100 άτομα, τα οποία είχαν αποφοιτήσει από το δημοτικό και συνέχισαν να εργάζονται μέσα στο Ίδρυμα. Δεν υπήρχε περιορισμός στην ηλικία προς αποχώρηση. Εκεί συναντούσε κανείς και νέους μέχρι και 25 ετών, που εργάζονταν στα εργαστήρια ή σπούδαζαν τηλεφωνική. Κι εκεί η γραφομηχανή ήταν είδος πολυτελείας γι αυτό χρήση πινακίδας αποτελούσε το βασικό εργαλείο των μαθητών. Πριν από τη δημιουργία τυπογραφείου τα βιβλία τούς τα παρείχε ο Φάρος Τυφλών Ελλάδος και μερικά άλλα τα ηχογραφούσαν. Από τις 8 το πρωί μέχρι τη 1 το μεσημέρι οι μαθητές παρακολουθούσαν τα μαθήματα της γενικής παιδείας, έπαιρναν το μεσημεριανό τους, ξεκουράζονταν για περίπου μία ώρα κι έπειτα συγκεντρώνονταν ανά τμήματα και διάβαζαν όλοι μαζί. Η πρώτη και η δευτέρα τάξη έκαναν χορωδία και αργότερα μουσικογραφία και όργανα, κυρίως πιάνο. Τα κορίτσια μάθαιναν να υφαίνουν στον αργαλειό και τα αγόρια ασχολούνταν με την καλαθοπλεκτική και την κατασκευή σκουπών και βουρτσών. Ότι αντικείμενα κατασκεύαζαν τα έβαζαν στην Έκθεση, από όπου κάποιος μπορούσε να αγοράσει. Αγγλικά και γαλλικά τις δεκαετίες 1960, 1970 δίδασκε μία τυφλή δασκάλα. Από τα πρώτα χρόνια ίδρυσης της Σχολής είχε δημιουργηθεί και ένα τμήμα για παιδιά με πρόσθετες αναπηρίες δηλαδή τυφλοανάπηρα. Προφανώς, και στη συγκεκριμένη περίπτωση το τμήμα δε λειτουργούσε σωστά, αφού εξειδικευμένος δάσκαλος δεν υπήρχε. Μέσα στου περίβολο του ιδρύματος είχε χτιστεί ένα παρεκκλήσι του Ιερού Ναού της Μεταμορφόσεως (δωρεά της Ελένης Ευγενίδη χήρας Δημητρίου Πεχλιβάνογλου) και κάθε Κυριακή, όπως και στην Καλλιθέα, οι μικροί τρόφιμοι έψαλλαν και παρακολουθούσαν το κατηχητικό.
Ελάχιστοι τρόφιμοι επέστρεφαν σπίτι τους το απόγευμα, μόνο δηλαδή όσοι κατοικούσαν εκεί κοντά. Οι υπόλοιποι συναντιούνταν με τις οικογένειές τους μόνο Πάσχα, καλοκαίρι και Χριστούγεννα. Μια φορά το μήνα κατέβαζαν τους μαθητές για έναν περίπατο στην Παραλία και μια φορά το χρόνο έκαναν μια ημερήσια εκδρομή πιο μακριά: στη Χαλκιδική, στη Λάρισα ή στην Κατερίνη. Διατροφή και ρουχισμός παρέχονταν από δωρεές και ευεργεσίες εύπορων κατοίκων της Θεσσαλονίκης. Το φαγητό ήταν πολύ καλό, συγκριτικά πάλι με εκείνο των φτωχών ανθρώπων στα χωριά. «Κρέας έτρωγα μια φορά το μήνα όσο έμενα με την οικογένεια μου», ανέφερε κάποιος τότε τρόφιμος της Σχολής. «Αντίθετα στο Ίδρυμα έτρωγα κάθε Δευτέρα, Πέμπτη, Σάββατο και Κυριακή. Την Τρίτη ζυμαρικά, Τετάρτη και Παρασκευή όσπρια». Στην εφηβεία ήταν φυσικό επόμενο οι μαθητές να χωρίζονται και να μένουν στους κοιτώνες κορίτσια με κορίτσια και αγόρια με αγόρια. Υπήρχαν περιπτώσεις όπου οι υπεύθυνοι έπαιρναν δραστικά μέτρα μόλις αντιλαμβάνονταν περισσότερη οικειότητα μεταξύ μαθητών και μαθητριών, με αποτέλεσμα να χωρίζουν με τείχος τις αυλές τους. Συμφωνά με το προαναφερθέν Β. Διάταγμα υπ αριθμό 48 και το Άρθρο 7 η περιουσία και οι πόροι του Ιδρύματος προέρχονταν από εισφορές, δωρεές, κληρονομιές, κληροδοσίες, επιχορηγήσεις, τραπεζικούς τόκους και προσόδους επί της ίδιας της περιουσίας.
Στα δύο σχολεία τυφλών που προαναφέρθηκαν, με τη χρήση ειδικών μέσω διδασκαλίας, τα τυφλά παιδιά αποκτούσαν γνώσεις και δεξιότητες, ώστε να είναι σε θέση να αυτοδραστηριοποιηθούν, να αναπτύξουν ολόπλευρα την προσωπικότητά τους και να ζήσουν ως ίσα και αυτοτελή άτομα ανάμεσα στους συνανθρώπους τους. Με την ειδική αγωγή που λάμβαναν ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, παρότι αυτή βρισκόταν στην πρώιμη ακόμη μορφή της, πραγματώνονταν στόχοι όπως η καλλιέργεια του νου και του γλωσσικού οργάνου. Το μεγαλύτερο τμήμα της γλώσσας αποκτιόταν με την ακοή και οι τυφλοί μαθητές μπορούσαν να μάθουν να χρησιμοποιούν τη γλώσσα, όπως τα άτομα με κανονική όραση. Επιπλέον, ήταν σε θέση από μικρή ηλικία να αντιλαμβάνονται τα πάντα γύρω τους, με τη χρήση άλλων αισθητικών οδών και μέσων. Επίσης, να διεκπεραιώνουν περαιτέρω στόχους, όπως ήταν η κίνηση, ο συντονισμός και ο έλεγχος των κινήσεων, ο προσανατολισμός στο χώρο, η άσκηση στις κατασκευές, η τεχνική αντίληψη και στη συνέχεια ο χειρισμός μηχανών. Σκοπός της εκπαίδευσης του τυφλού παιδιού ήταν να μεταδοθούν σε αυτό γνώσεις της πραγματικότητας που το περιβάλλει, εμπιστοσύνη για την αντιμετώπισή της και το συναίσθημα ότι αναγνωρίζεται και γίνεται αποδεκτό ως άτομο με δικαιώματα.
5.7 «Σύλλογος των φίλων των τυφλών»
Η Ειρήνη Λασκαρίδου το 1936 απομακρύνθηκε από τη θέση της διευθύντριας στον Οίκο Τυφλών, την οποία κατείχε από την ίδρυσή του. Ο λόγος που αποφάσισε να παραιτηθεί διατυπώνεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο από την ίδια στην αίτησή της «Μη δυνάμενη να συμμορφωθώ προς του υπό της Σεβαστής Εφορίας επιβληθέντα νέου Κανονισμού, όστις διασπά ολεθρίως την ενότητα της Διοικήσεως του Οίκου Τυφλών και από δημιουργού με μεταβάλλει εις απλούν όργανον εκτελέσεως αποφάσεων, ευρίσκομαι ηναγκασμένη να υποβάλλω την παραίτησίν μου απί του αξιώματος της Διευθύνσεως». Με τη δήλωσή της αυτή η Ειρήνη Λασκαρίδου γνωρίζει σε όλους ότι δεν επιθυμεί να είναι άβουλο εκτελεστικό όργανο, το οποίο εφαρμόζει μόνο οδηγίες χωρίς να κρίνει και να εκφράζει άποψη. Για την ίδια σημασία έχει η καρποφόρα για τα τυφλά παιδιά δραστηριότητά της και δε διστάζει να παραιτηθεί εφόσον αναιρείται αυτή η δυνατότητά, της ελεύθερης κει δημιουργικής απασχόλησης. Η Εφορία αποδέχτηκε την παραίτησή της και της απένειμε ως φόρο τιμής για την πολύτιμη και πολυετή προσφορά της τον τίτλο της Επιτίμου Συμβούλου του Ιδρύματος. Αμέσως μετά η Ειρήνη Λασκαρίδου ιδρύει σε δικό της οίκημα στο Μαρούσι τον «Σύλλογο των φίλων των τυφλών», που λειτουργεί ως σήμερα. Στο Οικοτροφείο, γίνονταν δεκτές τυφλές ηλικίας 18-28 ετών. Οι εισαγωγές γίνονταν εφόσον υπήρχε θέση τον Οκτώβρη κάθε έτους. Οι αιτήσεις έπρεπε να αποστέλλονται από πριν στο Διοικητικό Συμβούλιο, μέσω του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας, μαζί με δύο μικρές φωτογραφίες, πιστοποιητικά απορίας, γεννήσεως και βαπτίσεως, βεβαίωση οφθαλμολόγου ιατρού ότι η τύφλωση είναι ανίατος και ότι η τυφλή δεν πάσχει από τραχώματα. Απαραίτητη ήταν επίσης η ιατρική εξέταση (παθολογική, δερματολογική, ακτινολογική) και γενικά έπρεπε να διαβεβαιώνει ο γιατρός ότι η τυφλή έχει πλήρη σωματική υγεία και αρτιμέλεια και δεν πάσχει από μεταδοτική νόσο ή άλλο νόσημα. Επιπλέον, σημαντικό ήταν η εισαγόμενη τυφλή να μην είναι κωφή, ούτε «ηλίθια» και να είναι προσφάτως εμβολιασμένη. Απαραίτητη για την εισαγωγή ήταν η παρουσία ενός κηδεμόνα, υπεύθυνου γι’ αυτήν, ο οποίος θα της παρείχε τον αρχικό ιματισμό και την απαραίτητη υπόδηση. Την απόφαση περί εισαγωγής της στο Οικοτροφείο λάμβανε το Διοικητικό Συμβούλιο.
Σύμφωνα με τον Εσωτερικό Κανονισμό η τυφλές οικότροφοι όφειλαν να γνωρίζουν ότι ο τόπος διαμονής τους δεν αποτελεί Άσυλο Ανιάτων ή Ανέργων, αλλά Φιλανθρωπικό Ίδρυμα αναγνωρισμένο από το Κράτος, από το οποίο, αν δείξουν ζήλο και φιλομάθεια, θα διδαχτούν γράμματα, επαγγέλματα (κανιστροποιία, σχοινοποιία, υφαντική, σαροθροποιία), μουσική, οικοκυρική και πολλά άλλα που θα ανυψώσουν το ηθικό τους, θα τις καταστήσουν χρήσιμες και παραγωγικές στην κοινωνία. Μέσω της εργασίας και όχι της επαιτείας θα καταφέρουν να αποκτήσουν όλα τα προς το ζην, ζώντας αξιοπρεπώς. Η φοίτηση οριζόταν, το μέγιστο, σε τριετή. Μέσα στο Οικοτροφείο, τους παρεχόταν εκπαίδευση (όπως ανάγνωση, γραφή Braille και γενικές γνώσεις, σε όσες δεν είχαν πριν την δυνατότητα να φοιτήσουν στον Οίκο Τυφλών, ίσως επειδή έχασαν σε μεγαλύτερη ηλικία την όρασή τους), αλλά και επαγγελματική εκπαίδευση, η οποία ήταν και ο αντικειμενικός σκοπός του Ιδρύματος, ώστε κατά την αποφοίτησή τους να βρίσκουν απασχόληση. Εκεί επιπλέον περισυλλέγονται οι πρώτες μορφωμένες τυφλές γυναίκες της Ελλάδος.
Σκοποί του Οικοτροφείου ήταν:
α) Η προστασία των ενηλίκων θηλέων τυφλών, η ανύψωσις του ηθικού και η υποστήριξης, όπως διά φιλοτίμου και αόκνου εργασίας αντιμετωπίζουν με θάρρος και ευχαρίστησιν τας δυσχερείας του βίου, ώστε να μη καταφεύγουν εις την επαιτείαν και να μη δυστυχούν.
β) Η οργάνωσις πρατηρίου και γραφείου παραγγελιών, ως του κέντρου συγκεντρώσεως.
γ) Η ίδρυσις τυφλολογικού μουσείου δίδοντος την εικόνα τω εν Ελλάδι υπέρ των τυφλών συντελεσθέντων και συγκεντρώνοντος παν το σχετιζόμενον με την εκπαίδευσιν, χειροτεχνίαν, ψυχαγωγίαν και προστασίαν των τυφλών.
Η Ειρήνη Λασκαρίδου και οι λοιποί υπεύθυνοι του Ιδρύματος ζήτησαν από όποιον πολίτη είχε τη δυνατότητα να δωρίσει για τις τυφλές οικότροφους μουσικά όργανα, γραφομηχανές, ανάγλυφους χάρτες, περιοδικά και βιβλία. Επίσης, μαξιλάρια, στρώματα, σεντόνια, κουβέρτες, μαχαιροπίρουνα, ποτήρια και πιάτα. Για την εκπαίδευσή τους χρήσιμα θα ήταν ακόμη και τα είδη κηπουρικής, πλεκτικής, ξύλα, μαγνητόφωνα και ραδιοπικάπ. Όσοι φιλάνθρωποι ενδιαφέρονταν να επισκέπτονται τα τυφλά κορίτσια και να δουν από κοντά το έργο του Οικοτροφείου, θα είχαν τη δυνατότητα κάθε Πέμπτη 3-5 μ.μ. τους χειμερινούς μήνες και 5-7 μμ. τους καλοκαιρινούς, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας στον αριθμό 010-776. Κι αυτό γιατί δεν ήταν εφικτό οι επισκέψεις να πραγματοποιούνται άλλες ημέρες και ώρες, λόγω ελλείψεως επαρκών χώρων. Οι επισκέπτες δεν έπρεπε να μιλούν στις τυφλές για την πάθησή τους ούτε να τις ρωτούν πώς έχασαν την όρασή τους.
Το Οικοτροφείο ήταν διώροφο. Στο ισόγειο βρισκόταν η τραπεζαρία, η αποθήκη, η αίθουσα υποδοχής, το εργαστήριο και μια κουζίνα επιπλωμένη. Στον πάνω όροφο ήταν τρία δωμάτια-κοιτώνες για τα κορίτσια. Όλο το κτίριο περιβαλλόταν από κήπο. Το Προσωπικό αποτελούσαν η επιμελήτρια και διαχειρίστρια Παναγιώτα Προκοπίου, η μαγείρισσα Ασημίνα Ρέντη και η βοηθός Ελένη Αναστασίου. Στην ψυχαγωγία των οικότροφων συνέβαλλαν φίλοι του Συλλόγου. Το Ίδρυμα λειτουργούσε με επιχορήγηση 2000 δραχμών του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας και με τις δωρεές, κατά κύριο λόγο από τους φιλάνθρωπους, οι οποίοι προσέφεραν τρόφιμα, όπως αυγά, τσουρέκια, κουλούρια, κρέας, γλυκά, φρούτα, χορταρικά και αφεψήματα.
Επίσης, αν κάποια τυφλή χρειαζόταν περαιτέρω ιατρική εξέταση για την υγεία της, γινόταν σε αυτή δωρεάν προκειμένου να λάβει τις απαραίτητες εξετάσεις. Εάν η διαγωγή κάποιας οικότροφου ήταν βλαβερή για τις συντρόφους της και αποδεικνυόταν ανεπίδεκτη μαθήσεως, όφειλε να επιστρέψει τα χρήματα που δαπανήθηκαν γι αυτήν.
5.8 Η είσοδος μαθητών των Σχολών Τυφλών σε Γυμνάσιο, Λύκειο και Πανεπιστήμιο
Το δημοτικό του Οίκου τυφλών αριθμούσε, όπως αναφέρθηκε και ήταν φυσικό έξι τάξεις, στις οποίες φοιτούσαν τυφλοί ηλικίας από 6 έως και 18 ετών. Η Σχολή τους παρείχε απολυτήριο βασικής εκπαίδευσης. Αφού τελείωναν την υποχρεωτική εκπαίδευση, αν η ηλικία τους το επέτρεπε, συνέχιζαν να μένουν για μερικά ακόμα χρόνια μέσα στο Ίδρυμα. Άλλοι, είτε εργάζονταν στα εργαστήρια και αμείβονταν με ημερομίσθιο, είτε γυρνούσαν στις εστίες τους, είτε συνέχιζαν τις σπουδές τους στο εξατάξιο τότε Γυμνάσιο, ακόμη και στο Πανεπιστήμιο. Αν ήταν άνω των 18 και είχαν την οικονομική δυνατότητα νοίκιαζαν ένα σπίτι κοντά στο Γυμνάσιο της περιοχής τους και παράλληλα αρκετοί εργάζονταν στα εργαστήρια του Φάρου μετά το 1946 ή εργάζονταν ως μικροπωλητές, ψάλτες ή λαχειοπώλες. Στο Γυμνάσιο μέχρι το 1952 απαγορευόταν να σπουδάζουν οι τυφλοί. Όμως, σύμφωνα με μια μαρτυρία, αυτό άλλαξε. Το 1947 ο γιος του μεγάλου ναυάρχου Καντιάνη έχασε την όρασή του και τότε εκείνος πίεσε την κυβέρνηση να υπάρξει αλλαγή στο νόμο. Έτσι, ψηφίστηκε βασιλικό διάταγμα, που επέτρεπε την είσοδο των τυφλών μαθητών στα Γυμνάσια. Κατά συνέπεια καλούνταν να προσαρμοστούν σε ένα εντελώς καινούργιο περιβάλλον, να αυξήσουν τις επαφές τους με τον έξω κόσμο και να διαφοροποιήσουν τις σχέσεις τους.
Παρόλα αυτά δεν είχαν πάλι όλοι τη δυνατότητα να μπουν στο Γυμνάσιο. Η διεύθυνση αποφάσιζε ποιοι μαθητές θα στέλνονταν με κριτήριο την απόδοσή τους στα μαθήματα της έκτης δημοτικού, δηλαδή οι αριστούχοι. Το ίδιο σύστημα υπήρχε και στη Σχολή Τυφλών Θεσσαλονίκης και στον Οίκο Τυφλών. Τα παιδιά που ήταν οικότροφοι στο Ίδρυμα της Καλλιθέας παρακολουθούσαν τα μαθήματα στο Γυμνάσιο Θηλέων και στο 6ο Γυμνάσιο Χαροκόπου, δηλαδή σχολεία που βρίσκονταν σε κοντινή απόσταση από τη Σχολή τους, αλλά ακόμη και στο σχολείο της περιοχής τους. Πιο πριν κανένας τυφλός δεν μπορούσε να σπουδάσει στο Γυμνάσιο παρά μόνο αν οι γονείς του διέθεταν τα χρήματα, ώστε να κάνει ιδιαίτερα μαθήματα κατ οίκον, πράγμα σπάνιο για τα χρόνια εκείνα. Όσοι ήταν καλοί στα γράμματα διάβαζαν μόνοι τους και έδιναν εξετάσεις για να μπουν στον Πανεπιστήμιο.
Η αντιμετώπιση που είχαν τότε οι τυφλοί μαθητές από τους βλέποντες συμμαθητές και καθηγητές τους ήταν σχετικά καλή αλλά υπήρχαν προφανώς και εξαιρέσεις με περιπτώσεις ειρωνείας και χλευασμού. Στις αρχές του 1950, όταν άρχισε η είσοδός τους στα Γυμνάσια οι καθηγητές ήταν επιφυλακτικοί, προβληματισμένοι και αρκετοί από αυτούς λυπόντουσαν τα παιδιά. Αυτό δεν άρεσε στους τυφλούς αφού διεκδικούσαν κι εκεί ίση αντιμετώπιση. Καθώς όμως τα χρόνια περνούσαν τα Γυμνάσια της Καλλιθέας απόκτησαν μια παράδοση και ήταν δεδομένο πως κάθε χρόνο θα βρίσκονταν εκεί δύο με τρεις τυφλοί μαθητές σε κάθε τάξη. Οι βλέποντες συμμαθητές τους άρχισαν κι αυτοί να συνηθίζουν και να κάνουν παρέες όλοι μαζί, ενώ στις αρχές τα πράγματα ήταν πιο γκετοποιημένα. Στην επαρχία, η κατάσταση ήταν πιο δύσκολη και υπήρχε μεγαλύτερη προκατάληψη. Εντύπωση κάνει η ερώτηση μιας καθηγήτριας από τη Θεσσαλονίκη: «Μα πώς τρώνε αυτά τα παιδιά; Μπορούν μόνα τους;». Στις αρχές δεν έδιναν μεγάλη σημασία στους τυφλούς μαθητές ακόμη και οι ίδιοι οι συμμαθητές τους, τους ειρωνεύονταν και τους πείραζαν. Λίγοι τους προσέγγιζαν φιλικά από την αρχή.
Τα βιβλία που παρέχονταν σε γραφή Braille ήταν μόνο των αρχαίων ελληνικών, αργότερα των λατινικών και των αγγλικών. Όλα τυπώνονταν στο Φάρο ή με τη βοήθεια κάποιων βλεπόντων, που τα έγραφαν σε γραφομηχανές. Ο Παναγιώτης Στυλιανόπουλος, οικοδόμος από την Πελοπόννησο και ανάπηρος λόγω ατυχήματος στη μέση του, είχε τόση μεγάλη αγάπη για τους τυφλούς και έγραφε κι αυτός με τη σειρά του βιβλία στη γραφή Braille, μόνο και μόνο για να προσφέρει όσο μπορούσε. Αγόρασε ένα μικρό τυπογραφείο με μεταλλικά ψηφία και με ένα πιεστήριο έγραφε σελίδες. Συνεργαζόταν και έδινε τα βιβλία στη βιβλιοθήκη της Μαρίας Κωνσταντοπούλου στο Παγκράτι, όπου απευθύνονταν και τους παρέχονταν τα απαραίτητα συγγράμματα. Τα υπόλοιπα μαθήματα τους τα διάβαζαν ή οι συμμαθητές τους ή κάποια καθηγήτρια, όταν είχε όρεξη, ή κάποιες εθελόντριες αναγνώστριες. Από το 1970 κι έπειτα το υπουργείο είχε ορίσει κάποιους φιλολόγους και μαθηματικούς, οι οποίοι παρείχαν υποστηρικτική διδασκαλία στα τυφλά παιδιά του Γυμνασίου. Ένας από αυτούς ήταν και ο γνωστός μαθηματικός Μενίδης. Έτσι, οι περισσότεροι από τους μαθητές κατάφερναν να πάρουν το απολυτήριο και όσοι ήθελαν αργότερα να συνεχίσουν μπορούσαν να δώσουν προφορικές εξετάσεις για να σπουδάσουν και στο Πανεπιστήμιο.
Από το 1975 κι ύστερα η εισαγωγή τους στις Πανεπιστημιακές σχολές πραγματοποιούνταν χωρίς εξετάσεις. Συνήθως η σχολές που προτιμούσαν ήταν αυτές τις Νομικής και των Κοινωνικών επιστημών, γιατί ήταν πιο εύκολο να αποστηθίζουν. Ειδικά στη Νομική υπήρχε και μια παράδοση. Ορισμένοι είχαν κλίση και στα μαθηματικά και γενικά στις θετικές επιστήμες. Όμως, οι σπουδές στο Πανεπιστήμιο δεν ήταν εύκολες γιατί δεν υπήρχαν συγγράμματα γραμμένα σε Braille. Με τους καθηγητές οι επαφές δεν ήταν συχνές, όμως η αντιμετώπιση ήταν δίκαιη. Πολλοί ζητούσαν από αναγνώστες να τους μαγνητοφωνούν τα συγγράμματα, άλλοι δέχονταν τη βοήθεια της οικογένειάς τους και άλλοι απευθύνονταν στο Εθνικό Συμβούλιο Τυφλών Ελλάδος, όπου υπήρχαν αναγνώστριες. Μετά την αποφοίτησή τους και την απόκτηση του πτυχίου τους έβγαιναν κι αυτοί στην αναζήτηση εργασίας.
5.9 Εγκλεισμός και Ιδρυματοποίηση
Οι ανθρώπινες κοινωνίες αντιμετώπισαν κατά καιρούς διαφορετικά τα παιδιά με ειδικές ανάγκες, είτε αυτό εκφραζόταν με τη μορφή οίκτου είτε με τη μορφή αδιαφορίας. Ο κοινωνικός αποκλεισμός και η ιδρυματοποίηση επικράτησαν σε περιόδους που οι κοινωνίες απαγόρευαν τη συμβίωση των παιδιών αυτών με τα κανονικά άτομα, το Μεσαίωνα κατά κύριο λόγο, ή όταν το επέβαλλε και η ίδια η κατάσταση του ανάπηρου ατόμου, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση των τυφλών παιδιών στην Ελλάδα, που έπρεπε να μπουν ως τρόφιμοι στον Οίκο Τυφλών για να εκπαιδευτούν, καταδικάζοντάς τα έτσι εκούσια στο περιθώριο.
Απ’ ό,τι διαπιστώσαμε το Ίδρυμα Τυφλών στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη προσέφερε τροφή, στέγη, εκπαίδευση και επαγγελματική αποκατάσταση στους μικρούς τυφλούς μαθητές, πράγμα το οποίο αντανακλούσε ως επίτευγμα για την Ελληνική κοινωνία. Κανείς δεν μπορούσε όμως να διανοηθεί και τις επιπτώσεις που θα επέφερε αυτός ο εγκλεισμός στα παιδιά, όσον αφορά τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς τους.
Κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα η Ελληνική Πολιτεία δεν έδειξε μέριμνα για τα άτομα με σωματική αναπηρία. Η ευαισθητοποίησή της στο ζήτημα ξεκίνησε με το τέλος σχεδόν του πρώτου μισού του αιώνα. Κρίνεται βέβαια σκόπιμο να σημειωθεί ότι επρόκειτο για μια ταραχώδη περίοδο. Οτιδήποτε πρωτοβουλίες αναπτύχθηκαν είχαν ως αφετηρία, όπως είδαμε, ιδιώτες και το αποτέλεσμά τους ήταν η δημιουργία Ιδρυμάτων. Αυτά, παρείχαν στα άτομα με ειδικές ανάγκες, κατά συνέπεια και στους τυφλούς, προστασία, εκπαίδευση και περίθαλψη, ενώ αργότερα και επαγγελματική κατάρτιση, αλλά και αποκατάσταση. Οι πρωτοβουλίες των ιδιωτών και των συλλόγων θα μπορούσε να ειπωθεί ότι αποτέλεσαν την απαρχή, που, έστω αρκετά αργότερα, συνέτεινε στη θεσμοθέτηση της ειδικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Το κίνητρο του ιδιωτικού ενδιαφέροντος φάνηκε να είναι «το συναίσθημα του οίκτου» ή και η αυτοπροβολή. Η πρακτική μεταχείριση των σωματικώς αναπήρων στην προπολεμική περίοδο, συμπεριλάμβανε την κλειστή τους προστασία, την ιδρυματική περίθαλψη και την προαγωγή τους μέσα από την παροχή βασικών γνώσεων.
Ο Οίκος Τυφλών, όντας κι αυτός ένα Ίδρυμα, ναι μεν προστάτευε και παρείχε στους μαθητές ό,τι τους ήταν απαραίτητο για μια αξιοπρεπή ζωή, αλλά από την άλλη τους έθετε στο περιθώριο και τους οδηγούσε στην Ασυλοποίηση. Η ίδια σχεδόν κατάσταση επικρατούσε και στη Σχολή Τυφλών Θεσσαλονίκης.
Με τον όρο Ιδρυματοποίηση ή Ασυλοποίηση εννοούμε τον εγκλεισμό και την κατάσταση στην οποία έρχεται κάποιο άτομο μετά τη μακροχρόνια παραμονή του σε κάποιο ίδρυμα περίθαλψης και έχει ως αποτέλεσμα την αποστασιοποίηση από τις κοινωνικές αξίες του «έξω» κόσμου. Η κοινωνία του ασύλου είναι μια μικρο-κοινωνία στο περιθώριο της «μεγάλης» κοινωνίας, αποκομμένη από αυτήν αλλά και τελείως εξαρτημένη ως προς την επιβίωσή της. Εκεί, αναπτύσσονται ιεραρχίες, κανόνες, προνομιούχοι και μη, πολλές φορές και παραοικονομία. Το Προσωπικό αποκτά με τον καιρό ιδιότυπα χαρακτηριστικά, καθώς η ζωή του μοιράζεται στην κοινωνία του ασύλου και την άλλη κοινωνική ζωή. Τα άτομα προσαρμόζονται σε αυτούς τους κανόνες, συνηθίζουν και σταδιακά γίνονται όλο και λιγότερο ικανά να ζήσουν έξω από αυτό.
Όλη αυτή η διαδικασία περιλαμβάνει αλλαγές σε ατομικό επίπεδο, που προοδευτικά ωθούν τα έγκλειστα άτομα να υιοθετήσουν τις αξίες και τα μοτίβα συμπεριφοράς των συμμαθητών τους στην προκειμένη περίπτωση. Το ένα παιδί μιμούνταν το άλλο και συνήθως, παράδειγμα προς μίμηση, αποτελούσε το μεγαλύτερο σε ηλικία ή και το ίδιο το προσωπικό. Οι μικροί μαθητές προσπαθούσαν πολλές φορές να μοιάσουν στις επιμελήτριές τους, υιοθετώντας έτσι και το λεξιλόγιό τους. Δεν ήταν σε θέση δηλαδή να διαμορφώσουν τη δική τους προσωπικότητα και άθελά τους δημιουργούσαν τάσεις εξάρτησης από το ίδιο το Ίδρυμα. Το τελευταίο, λειτουργούσε ως χωνευτήριο, αφού εκεί φοιτούσαν παιδιά με ξεχωριστές προσωπικότητες διαφόρων ηλικιών, τα οποία σταδιακά ιδρυματοποιούνταν και εξαρτιόνταν το ένα από το άλλο. Το άσυλο, δηλαδή, όπως και κάθε ψυχιατρικός θεσμός, αποτελούσε ένα σύνολο σύνθετων σχέσεων, που εκφράζονταν σε διάφορα επίπεδα, από την αρχιτεκτονική σύλληψη μέχρι την καθημερινή ανία, από την ιεραρχία μέχρι την αποζητούμενη ευχαρίστηση. Μέσα στο χώρο υπήρχαν τρεις ομάδες αλληλένδετες και αλληλοεπηρεαζόμενες. Η διευθύντρια, το Προσωπικό και οι τρόφιμοι. Στο παρακάτω σχεδιάγραμμα απεικονίζεται η αλληλεπίδραση που ασκεί η μία ομάδα στην άλλη κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού.
Η διεύθυνση όντας η επικεφαλής του Ιδρύματος δίνει οδηγίες στις άλλες δύο ομάδες, τους καθοδηγεί, τους επιτηρεί και τους επιπλήττει. Όπου κρίνει απαραίτητο, τιμωρεί με ποινές τους μαθητές, που δεν ακολουθούν τους άγραφους κανόνες συμμόρφωσης. Το Προσωπικό και κατά κύριο λόγο οι δάσκαλοι επηρεάζουν τους τελευταίους, όπως είναι δεδομένο, με τα κηρύγματα και τις διδαχές τους. Οι τρόφιμοι με την αφέλεια και την ανεμελιά τους προσφέρουν στιγμές χαράς και ευαισθητοποιούν τις δύο παραπάνω ομάδες. Δε λείπουν οι προστριβές και οι ενστάσεις φυσικά, όχι μόνο με τη διευθύντρια και τους δασκάλους αλλά και μεταξύ τους. Η καθημερινότητα τους κουράζει και πολλές φορές η ζήλεια τους ξεπερνά, προκαλώντας απρόσμενες αντιδράσεις. Παράδειγμα αποτελεί η μαρτυρία ενός τροφίμου κατά τη δεκαετία του 1950, ο οποίος χαρακτηριστικά λέει πως η διαμονή του στον Οίκο Τυφλών ήταν ένα δράμα. Οι γονείς του τον υπερπροστάτευαν σε σχέση με άλλα παιδιά, τα οποία ουσιαστικά τα παρατούσαν στο Ίδρυμα και αυτή τους η στάση τον απομάκρυνε ακούσια από τις παρέες που είχαν σχηματιστεί. Η μητέρα του έραβε και του είχε κάνει δώρο ένα πάνινο σκυλάκι, το οποίο βέβαια κατέληξε μπάλα στο προαύλιο του σχολείου.
Επίσης από το σπίτι τον προμήθευαν με επιπλέον φαγητό, δικό του πλαστικό ποτήρι και πετσέτα, ώστε να μη χρησιμοποιεί τα ίδια με τα υπόλοιπα παιδιά. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τον ζηλεύουν ακόμη περισσότερο και να του δίνουν κοροϊδευτικά παρατσούκλια. Με το ζόρι παρέμενε στη Σχολή και τα Σαββατοκύριακα γυρνούσε σπίτι του.
Ένα ολοπαγές Ίδρυμα, όπως ο Οίκος Τυφλών ή η Σχολή Τυφλών Θεσσαλονίκης, θα μπορούσαν να ορισθούν ως ένας τόπος διαμονής και εργασίας, όπου ένας μεγάλος αριθμός ατόμων, που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, αποκομμένα από την ευρύτερη κοινωνία για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα, διήγαν μαζί μια έγκλειστη, διευθυνόμενη καθημερινότητα. Τα συγκεκριμένα Ιδρύματα είχαν έναν περικλειστικό χαρακτήρα, που συμβόλιζε τους φραγμούς που απέκλειε τις κοινωνικές επαφές με τον έξω κόσμο και την αναχώρηση και ο οποίος αποτελούσε μέρος των ίδιων των υλικών εγκαταστάσεων, όπως οι κλειδωμένες πόρτες, οι φράχτες, οι ψηλοί τοίχοι και το δωμάτιο απομόνωσης προς συμμόρφωση. Μια βασική κοινωνική ρύθμιση στη σύγχρονη κοινωνία ήταν και είναι ότι το παιδί ή ο έφηβος έγκλειστος κοιμόταν, έπαιζε και εργαζόταν καθημερινά στο ίδιο περιβάλλον για μεγάλο χρονικό διάστημα. Όλες οι εκδηλώσεις της ζωής του διεξάγονταν μέσα στο Ίδρυμα και κάθε φάση της καθημερινής δραστηριότητάς του συντελούνταν σε άμεση συναναστροφή με μια σωρεία άλλων, οι οποίοι τύχαιναν της ίδιας μεταχείρισης και απαιτούνταν να κάνουν το ίδιο πράγμα, είτε αυτό αφορούσε την εκπαίδευση, είτε την εργασία, είτε την τακτοποίηση του Ιδρύματος. Επίσης, όλες οι φάσεις των δραστηριοτήτων της ημέρας ήταν αυστηρά προγραμματισμένες, καθώς η μία δραστηριότητα οδηγούσε στην επόμενη σε χρόνο προκαθορισμένο και ολόκληρη η ακολουθία των δραστηριοτήτων επιβαλλόταν εκ των άνω από ένα σύστημα ρητών, τυπικών θεσπίσεων και ένα σώμα λειτουργιών. Γι’ αυτό άλλωστε υπήρχε και το καθημερινό πρόγραμμα της Σχολής. Οι τρόφιμοι, εφόσον κινούνταν κατά ολότητες, μπορούσαν εύκολα να εποπτεύονται από το προσωπικό, του οποίου δραστηριότητα, εκτός απ την παροχή βοήθειας και καθοδήγησης, ήταν και η επιτήρηση.
Καλό θα ήταν να γίνει λόγος, στο σημείο αυτό, και τη διαφορά ανάμεσα στους τροφίμους και τους εργαζόμενους των Ιδρυμάτων, βασικό σχίσμα ανάμεσα στις δύο αυτές ομάδες. Οι πρώτοι, κλεισμένοι τις περισσότερες ημέρες του μήνα μέσα στη Σχολή τους και αποκομμένοι κατά κύρια βάση από την κοινωνία, και οι δεύτεροι, να εργάζονται κάποιες ώρες μέσα εκεί αλλά κοινωνικά να είναι ενταγμένοι στον έξω κόσμο. Κάθε μία από τις συνομαδώσεις αυτές τείνει να σχηματίζει αντίληψη για την άλλη με περιπτώσεις να δημιουργούνται αρκετές φορές εχθρικά στερεότυπα. Αναπτύσσονταν δηλαδή δύο κόσμοι διαφορετικοί από άποψη κοινωνικής κατάστασης και κουλτούρας, που συμπορεύονταν ο ένας δίπλα στον άλλο με υπηρεσιακά σημεία επαφής και αρκετές φορές και αλληλοεπίδρασης.
Ο Οίκος Τυφλών από τις απαρχές της ίδρυσής του ήταν κάτω από την αιγίδα της Εκκλησίας και, όπως ήταν αναμενόμενο, αυτή τον καθοδηγούσε και τον εκπαίδευε σύμφωνα με τα δικά της ιδανικά και πιστεύω. Η χειραγώγηση από τη μεριά των κληρικών και όλη αυτή η υπερπροστασία που δέχονταν καθημερινά οι μικροί σε ηλικία μαθητές, διαμόρφωναν την προσωπικότητά τους. Σταδιακά, προέκυπτε δηλαδή ένα ιδεολογικό πατρονάρισμα, που είχε ως αποτέλεσμα τον προσηλυτισμό και τον περιορισμό στον κλοιό της Εκκλησίας. Οι τρόφιμοι, οι οποίοι τις περισσότερες φορές ήταν από την επαρχία, δεν είχαν τη δυνατότητα να βγουν έξω από το Ίδρυμα, να έρθουν σε επαφή με συνομήλικούς τους και να λάβουν εξωτερικά ερεθίσματα, παρά μόνο όταν η Σχολή διεξήγαγε κάποια εκπαιδευτική εκδρομή, στην οποία συνοδοί τους ήταν ιερείς και φιλάνθρωποι χριστιανοί, ή μόνο όταν αυτοί γυρνούσαν κάθε καλοκαίρι, Χριστούγεννα ή Πάσχα στις πατρογονικές τους εστίες. Στη Σχολή της Θεσσαλονίκης όταν οι τρόφιμοι ήθελαν να βγουν μέχρι το περίπτερο, απέναντι από τη Σχολή, παρατάσσονταν σε μία γραμμή με αυστηρότητα και ο ένας πίσω από τον άλλον έβγαιναν έξω. Δεν έλειπε και η τιμωρία, αν φυσικά δεν τηρούσαν τους κανόνες εξόδου τους.
Κάθε Κυριακή και καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους εκκλησιάζονταν, έψαλλαν παράλληλα στο μικρό εκκλησάκι της Σχολής τους, την Αγία Παρασκευή, και παρακολουθούσαν το Κατηχητικό. Απαγορευόταν το άκουσμα λαϊκής μουσικής, παρά μόνο κλασικής, εκκλησιαστικής-ψαλτικής και πατριωτικής. Για μικρό χρονικό διάστημα την περίοδο του 1960 η τότε διευθύντρια του Οίκου Τυφλών κάθε πρωί μετά την προσευχή διάβαζε στους μαθητές τους τίτλους των εφημερίδων και πολλά επιμορφωτικά άρθρα που αφορούσαν εκπαιδευτικά θέματα. Ήταν κι αυτός ένας τρόπος διαφυγής, επικοινωνίας και επαφής με τα κοινά και τα συμβαίνοντα.
Έπειτα με τη έλευση της Δικτατορίας, ειδικότερα, το Ίδρυμα τέθηκε ολόκληρο υπό τον έλεγχο της Εκκλησίας και οι μέθοδοι διαπαιδαγώγησης που ακολουθούσαν οι κληρικοί ήταν συντηρητικοί και αυστηροί. Παρατηρείται δηλαδή πως η καθημερινότητά τους ήταν συνυφασμένη με κάθε μορφής εκκλησιαστική πράξη.
Πιο συγκεκριμένα και σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, ο όρος Ιδρυματοποίηση χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη διαδικασία κατά την οποία οι έγκλειστοι διαμορφώνονται και μετασχηματίζονται ως αποτέλεσμα του ιδρυματικού περιβάλλοντος, στο οποίο ζουν. Οι τυφλοί μαθητές, την περίοδο που εξετάζουμε και ιδιαίτερα στις αρχές του αιώνα, από τη μία είχαν πολύ καλύτερες συνθήκες διαβίωσης μέσα στο Ίδρυμα, δηλαδή τροφή, φροντίδα και προστασία, από την άλλη όμως η προσαρμογή τους ήταν δύσκολη αρκετές φορές, λόγω στέρησης της ιδιωτικότητας και της ελευθερίας τους, μιας και έκαναν τα πάντα βάσει προγράμματος υπό την καθοδήγηση των δασκάλων τους και των επιμελητριών. Βέβαια, όπως είναι φυσικό, συνήθισαν σε αυτήν την κατάσταση πολύ γρήγορα η οποία και διαιωνιζόταν. Μπορεί η μάντρα να αποτελούσε ένα μικρό σύνορο του μικρόκοσμου των μικρών τυφλών, όμως ζούσαν εκεί με τις μικροφαντασιώσεις τους, τους μικροέρωτες. Δεν αισθάνονταν δυστυχία, γιατί ένιωθαν προστατευμένοι. Οι επιμελήτριες και οι δάσκαλοι φρόντιζαν εκούσια να τους υπενθυμίζουν, όποτε δε συμμορφώνονταν με τους κανόνες της Σχολής, ότι είναι πολύ τυχεροί που βρίσκονται στο Ίδρυμα και πως χωρίς αυτούς και τη φροντίδα τους δεν θα είχαν μέλλον. «Που θα πας στο χωριό σου να σε φάνε οι αρκούδες», «Αν φύγεις από εδώ θα ζητιανεύεις πάλι». Τη θαλπωρή της οικογένειας την αντικαθιστούσε αυτή ουσιαστικά η ψεύτικη χαρά, η ψεύτικη ασφάλεια και η ανεμελιά.
Με όλη αυτή την επιρροή που τους ασκούνταν, πολλές ήταν οι πιθανότητες να ενσωματώσουν στην ταυτότητά τους τη δομή του Ιδρύματος κατά τη διάρκεια αυτής της κρίσιμης περιόδου κατά την οποία διαμορφωνόταν η προσωπικότητα τους. Μην ξεχνάμε ότι οι τρόφιμοι ήταν παιδιά ηλικίας έξι έως δεκαοχτώ ετών, τα οποία δεν προλάβαιναν, όπως είναι αναμενόμενο, να αναπτύξουν ανεξάρτητη κρίση και δεν είχαν πού να βασιστούν όταν τους αφαιρούνταν αυτό το ιδρυματικό πλαίσιο. Με βάση τα παραπάνω η προσαρμογή τους μετά την αναγκαστική αποχώρησή τους καθίστατο εξαιρετικά δύσκολη. Μην ξεχνάμε επίσης ότι πολλούς τροφίμους τους έδιωχναν με το ζόρι.
Τέλος, θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι γενικά τα ιδρύματα αφαιρούσαν και αφαιρούν από τα άτομα την ελευθερία και αυτονομία τους. Το ακραίως ιδρυματοποιημένο άτομο θα δεν γνωρίζει πώς να ενεργήσει αυτοβούλως και αυτός ο εγκλεισμός θα το ωθεί στο να εξαρτάται πλήρως από το Προσωπικό του Ιδρύματος, κατά τη διαδικασία επιλογών, και να βασίζεται στη δομή και το πρόγραμμα του ιδρύματος για την οργάνωση της καθημερινότητάς του. Σε προχωρημένες καταστάσεις, η ικανότητα λήψης αποφάσεων εξασθενεί πλήρως και οι έγκλειστοι χάνουν παντελώς την ικανότητα να ανάληψης πρωτοβουλιών και εξάσκησης της ορθής κρίσης. Τα παιδιά με δυναμικό χαρακτήρα ήταν φυσικό, μετά την αποχώρησή τους από τον Οίκο Τυφλών ή τη Σχολή Θεσσαλονίκης, να ενσωματώνονται αρκετά εύκολα στην τότε απαιτητική κοινωνία. Όμως, για τα πιο δειλά και κατά συνέπεια ευάλωτα, το να σταθούν στα πόδια τους και να τα καταφέρουν με τις δικές τώρα πλέον δυνάμεις, φάνταζε πολύ δύσκολο. Πόσα ήταν αυτά μάλιστα, που ενώ έπρεπε να εγκαταλείψουν το Ίδρυμα στα δεκαεπτά τους χρόνια, προσπαθούσαν με κάθε μέσω να παραμείνουν εκεί γιατί πολύ απλά φοβόντουσαν να αντιμετωπίσουν μόνα τους τη ζωή και να εργαστούν για τα προς το ζην;
Για να γίνει κατανοητό το πόσο επηρεαζόταν η ψυχολογία των παιδιών μέσα στο Ίδρυμα, αρκεί κανείς να διαβάσει το Νόμο 1143/1981, ο οποίος στο άρθρο 2, στα αποκλίνοντα άτομα συμπεριλαμβάνει και αυτούς που έχουν διατελέσει τρόφιμοι ιδρυμάτων, ασύλων ή κέντρων παιδικής μέριμνας και εμφανίζουν για το λόγο αυτό συναισθηματικές αναστολές ή κοινωνική μειονεξία.155 Όλες αυτές οι ζυμώσεις που πραγματοποιούνται μέσα στο ιδρυματικό περιβάλλον ως τελικό αποτέλεσμα έχουν την μεγάλη έξοδο και την ενσωμάτωση στην κοινωνία και στην πραγματική ζωή με ότι επιπτώσεις κι αυτό επιφέρει.
5.10 Επαγγελματική εκπαίδευση και εργασία
Ήδη από την αρχαιότητα μεγάλο ήταν το ποσοστό των τυφλών που, όπως μας πληροφορεί ο Ηρόδοτος και ο Ξενοφών, πωλούνταν ως σκλάβοι. Οι τυφλωμένοι από τους Σκύθες αιχμάλωτοι πολέμου εκτελούσαν όλες τις βαριές εργασίες. Όσοι δεν ήταν σκλάβοι, επαιτούσαν και ζητούσαν την ελεημοσύνη των πολιτών. Στον Οιδίπους επί Κολωνώ του Σοφοκλή, ο Οιδίποδας ο τυφλός και εξόριστος πρώην βασιλιάς της Θήβας, φτάνει μετά από περιπλάνηση στον Αθηναϊκό δήμο του Ίππιου Κολωνού ρακένδυτος, οδηγούμενος από την κόρη του Αντιγόνη. Και κατά τη χριστιανική περίοδο οι τυφλοί κάθονταν επαιτώντας σε πολυσύχναστα περάσματα και παρακαλούσαν για ένα κομμάτι ψωμί. Η σκλαβιά και η ζητιανιά, δηλαδή, ήταν η μοίρα των περισσότερων ως και τα μέσα του 20ού αιώνα.
Το 16ο αιώνα στην Αγγλία είχαν ιδρυθεί τα Workhouses, ουσιαστικά σαν Πτωχοκομεία, όπου τα ανάπηρα άτομα έκαναν ορισμένες εργασίες με ευτελή αμοιβή. Η κατάστασή τους μέσα εκεί αντανακλά μια φιλοσοφία ότι τα ανάπηρα άτομα δεν μπορούν να ανταγωνιστούν στην ανοιχτή αγορά εργασίας και επομένως δε μπορούν να αμείβονται κανονικά αλλά με λιγότερο μισθό.
Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου αλλά και λίγες δεκαετίες πιο πριν, με την έκρηξη της Βιομηχανικής επανάστασης, δόθηκε η ευκαιρία στα άτομα με αναπηρίες να δείξουν ότι μπορούν να είναι παραγωγικά και αποδοτικά, γιατί τότε χρειάστηκαν εργατικά χέρια.
Μετά το Αναπηρικό Κίνημα ειδικότερα, η θέση τους άλλαξε προς το καλύτερο. Άρχισαν να εκπαιδεύονται και να αποκτούν κατάρτιση και εξειδίκευση σε πολλά επαγγέλματα. Όλοι σχεδόν θέλησαν να βοηθήσουν τραυματισμένους στρατιώτες και αναπήρους πολέμου, όχι μόνο απλά να αναρρώσουν αλλά και να επιστρέψουν στη δραστηριότητα των καθηκόντων τους, όσο αυτό καθίστατο εφικτό, προσφέροντάς τους εργασία, προκειμένου, μέσω αυτής να αισθανθούν χρήσιμοι και παραγωγικοί. Έτσι, οι τυφλοί εργάζονταν ως τηλεφωνητές από το 1955, ως δάσκαλοι, δικηγόροι. Κυρίως όμως εξειδικεύονταν σε βιοτεχνικές εργασίες με τη χρήση των χεριών, πριν ακόμα από τη Μικρασιατική εκστρατεία.
Η απόρριψη, η εκμετάλλευση, ο παρασιτισμός, το στίγμα και η δεισιδαιμονία μετά την έλευση του χριστιανισμού, η ελεημοσύνη και η εξαρτημένη επιβίωση εξαλείφτηκαν και οι τυφλοί κατάφεραν να φτάσουν σε μεγάλα ύψη μόρφωσης και επιρροής.
Στη Λογοδοσία του έτους 1931 η διευθύντρια του Οίκου Τυφλών Ειρήνη Λασκαρίδου παραθέτει το διάλογο που είχε, κατά την επιστροφή της από τη Δύση, για την εκμάθηση ειδικών τυφλολογικών μελετών, με τον πλοίαρχο του πλοίου που τη μετέφερε. Κάποια στιγμή εκείνος, με ύφος υποτιμητικό, της είπε:
― Τόσον νέα κοπέλλα και να μη λυπάσθε να βασανίζετε ανθρώπους που δεν βλέπουν!
Κατάπληκτη του απάντησε:
― Να τους βασανίζω; Πώς; Απεναντίας! Εγώ θα βασανισθώ αλλά εκείνους θα τους κάμω ευτυχείς.
― Μα εσείς λέγατε πως θα τους βάζετε να εργάζονται!
― Και δεν είναι ευτυχία ένας άνθρωπος ανάξιος διά κάθε εργασία και αξιολύπητος, να γίνει ικανός, ανεξάρτητος, χρήσιμος και τιμημένος;
Ο πλοίαρχος την κοίταξε απορημένος και της απάντησε:
― Τι σοφίστηκαν τέλος πάντων αυτοί οι Ευρωπαίοι, να βάζουν και τους τυφλούς στη δουλειά…
Ο παραπάνω διάλογος απηχεί τις αντιλήψεις της εποχής. Πράγματι, τότε, κανείς δεν είχε συνηθίσει να βλέπει τυφλούς στην παραγωγική εργασία. Η πλειοψηφία πίστευε πως αναπηρία σήμαινε ανικανότητα. Όμως, σύμφωνα και με ένα παλαιό έντυπο του ΟΑΕΔ, «Ο άνεργος ανάπηρος είναι δύο φορές ανάπηρος» για το λόγο ότι είναι καταδικασμένος να ζει στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής και δημιουργικής δραστηριότητας, και εξαρτημένος από το οικογενειακό και κοινωνικό του περιβάλλον. Με την εργασία κερδίζει υπερηφάνεια, αποκτά εμπιστοσύνη στον εαυτό του, στις ικανότητές του, με αποτέλεσμα να καταξιώνεται σαν υπεύθυνος και δημιουργικός πολίτης, αποκτώντας την πολυπόθητη ένταξή του στην κοινωνία.
Σύμφωνα με άρθρο της «Ακρόπολης» με τίτλο «Το παράπονο ενός τυφλού», το 1930 για την επαγγελματική αποκατάσταση των τυφλών στη χώρα μας, τα πράγματα είναι άκρως απογοητευτικά. Ο τυφλός καθηγητής Τ.Σ. Νίνος, ο οποίος παρέχει τις υπηρεσίες του στη Γερμανία μας πληροφορεί για την κατάσταση που επικρατεί στις δύο χώρες ξεκινώντας το άρθρο του με τη φράση: «Ατυχείς οι Έλληνες τυφλοί». Στην Ευρώπη όπως μας αναφέρει ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα, με ζήλο και επιμονή οι τυφλοί κατάφεραν να κερδίσουν το θαυμασμό και την εκτίμηση των βλεπόντων. Μέχρι και το 1930 αρκετές ήταν οι σχολές που παρείχαν τα μέσα μορφώσεως, διδάσκοντας στα άτομα αυτά γερμανική φιλολογία αλλά και αρχαία ελληνικά. Επιπλέον μέσω των επαγγελματικών σχολών ήταν σε θέση να ζουν αξιοπρεπώς, αφού η πλειοψηφία ασκούσε το επάγγελμα το οποίο είχε επιλέξει. Στην Ελλάδα σύμφωνα με τη στατιστική του 1920 υπάρχουν 3.018 άντρες τυφλοί και 2.270 γυναίκες, για τους οποίους η κρατική μέριμνα είναι ανύπαρκτη. Μόνο ο Οίκος Τυφλών παρέχει διατροφή και διαμονή για ελάχιστα χρόνια σε ένα μικρό ποσοστό τυφλών ατόμων και οι υπόλοιποι όπως τονίζει είναι «πεταμένοι» στους δρόμους και μεγάλο αριθμό αποτελούν οι μη βλέποντες ζητιάνοι στα Μακεδονικά εδάφη. Όσοι από αυτούς δεν επαιτούν τοποθετούνται σε άσυλα ανιάτων, χωρίς όμως να πάσχουν από κάποια ασθένεια. Σύντομα λοιπόν ελπίζει για τη δημιουργία ενός δεύτερου Ιδρύματος που θα παρέχει στέγη και εργασία στους τυφλούς αδελφούς μας.
Σημαντικό ρόλο για την αποδοχή των ατόμων με αναπηρία στον εργατικό στίβο έπαιξαν:
1. Η «Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου» (Γαλλία 1789), στην οποία τονίζεται ότι όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι έχουν ίσα δικαιώματα σε όλους τους τομείς (όπως είναι κι ο τομέας της Υγείας κι Αποκατάστασης).
2. Η Βιομηχανική και Κοινωνική Επανάσταση (18ου, 19ου αιώνα) και η ανάπτυξη της τάσης να θεωρείται ο άνθρωπος σαν πηγή οικονομική και παραγωγής. Έτσι, με «φόντο» αυτές τις ιδέες, ορθοπεδικοί χειρουργοί του 19ου αιώνα υπέβαλαν τους τραυματισμένους στρατιώτες στη διαδικασία της Αποκατάστασης για να τους επαναφέρουν στη Βιομηχανία και γενικά να τους κάνουν «παραγωγικούς», ώστε να μην αποτελούν «φορτίο» για τη κοινωνία.
Η εργασία, λέει ο Engels, συμφωνώντας με τους ειδικούς στην πολιτική οικονομία, είναι η πηγή κάθε πλούτου και βασικός όρος της ανθρώπινης ζωής, αφού αυτή εξέλιξε τον άνθρωπο. Και αυτό, παράλληλα με τη Φύση, η οποία της παρέχει την ύλη, την οποία εκείνη μεταβάλει σε πλούτο. Συνεχίζοντας, υποστηρίζει ότι η εργασία αποτελεί την πρώτη βασική προϋπόθεση κάθε ανθρώπινης ζωής και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε μπορούμε να πούμε πως αυτή «δημιούργησε τον άνθρωπο». Το δοκίμιό του εξηγεί πως η όρθια στάση και ο διποδισμός του πρωτόγονου ανθρώπου, απελευθέρωσε τα χέρια και η χρησιμοποίησή τους οδήγησε σε παραπέρα προσαρμογή και ανάπτυξη του χεριού, έτσι που το χέρι ήταν ταυτόχρονα το «όργανο» και το «δημιούργημα». Ο άνθρωπος ήταν το μόνο ζώο που ασχολήθηκε με την εργασία. Από όλο αυτό συμπεραίνουμε πως η εργασία είναι μια φυσική ανάγκη γιατί μέσω αυτής το άτομο δημιουργεί, χρησιμοποιώντας τις φυσικές του δυνάμεις. Επιπλέον, η εργασία ικανοποιεί μια ακόμα ανάγκη του ανθρώπου για επικοινωνία, αφού, μέσα από την επαγγελματική του απασχόληση, ενσωματώνεται στην κοινωνία, στο μέτρο που τα αγαθά που παράγει δε χρησιμοποιούνται αποκλειστικά και μόνο από τον ίδιο αλλά από την κοινωνία. Επίσης, ότι μορφοποιείται σαν άτομο και η προσωπικότητά του αναπτύσσεται, καλλιεργώντας τις ικανότητές του. Σε καμία περίπτωση τα άτομα με προβλήματα όρασης δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με λύπη, αλλά θα πρέπει με όσο το δυνατό ορθότερα μέτρα να αποκτήσουν τις μέγιστες δυνατές ικανότητες που θα τα κάνουν ικανά να συμμετέχουν στο κοινωνικό γίγνεσθαι και να το συνδιαμορφώνουν, ανάλογα με τα συμφέροντα και τις ανάγκες τους. Αυτό το αίτημα δεν εκφράζεται χαριστικά και κατ’ εξαίρεση για τα άτομα με ειδικές ανάγκες, αλλά είναι η βασική αρχή μιας κοινωνίας που επιδιώκει την κοινωνική ισότητα, την κοινωνική απελευθέρωση, την πραγματική δημοκρατία και ισχύει για κάθε μέλος.
Συνήθως, μέχρι τη δεκαετία του 1940, όσοι μαθητές αποφοιτούσαν από τον Οίκο Τυφλών ή τη Σχολή Τυφλών Θεσσαλονίκης, από το 1955 κι έπειτα, κι επιθυμούσαν να εργάζονται εσωτερικοί στα εργαστήρια συνέχιζαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με την κατασκευή ψάθινων αντικειμένων, όπως παντόφλες, καλάθια, ψωμιέρες, σουπλά, σουβέρ, ντύματα για μπουκάλια, υφαντά και καρέκλες από ροτέν, έναντι μικρής χρηματικής αμοιβής. Στον Οίκο Τυφλών παρέμεναν μέσα ως και τα δεκαοκτώ τους χρόνια το πολύ και, όποιος ήταν καλός στις χειροτεχνίες, μετά την αποφοίτησή του παρέμενε ακόμα 2 έτη για να τελειοποιήσει το ταλέντο του. Όσοι τυφλοί, ενήλικες πλέον, αναγκάζονταν να φύγουν από αυτό το Ίδρυμα, νοίκιαζαν μικρά σπίτια στην Αθήνα, όντας οι περισσότεροι άνθρωποι φτωχοί και προσπαθούσαν να συντηρήσουν τον εαυτό τους με την εργασία τους. Το ίδιο συνέβαινε και στη Θεσσαλονίκη, μόνο που εκεί οι απόφοιτοι είχαν τη δυνατότητα να μείνουν στη Σχολή ακόμη περισσότερα χρόνια. Άλλοι, επέστρεφαν στα χωριά τους, όπου λειτουργούσαν μικρές κατ’ οίκον βιοτεχνίες παρασκευής χειροποίητων αντικειμένων, έχοντας το δικό τους εργαστήριο και, διαθέτοντας μια μικρή πελατειακή βάση κατάφερναν να σταθούν στα πόδια τους, να παντρευτούν και να συντηρήσουν αξιοπρεπώς την οικογένειά τους.
Μέχρι και τα μέσα του 20ού αιώνα, λόγω του χαμηλού βαθμού βιομηχανοποίησης στην Ελλάδα, ο τυφλός εργάτης είχε τη δυνατότητα να συναγωνιστεί με ίσους όρους τον βλέποντα τεχνίτη. Αργότερα, με τη λήξη των δύο πολέμων, αρκετοί ήταν οι στρατιώτες που είχαν χάσει την όρασή τους. Αυτοί, παρακολούθησαν ειδικά μαθήματα στα προστατευόμενα εργαστήρια του Φάρου Τυφλών, για τα οποία θα γίνει αναλυτικά λόγος παρακάτω, ώστε να μπορέσουν να ενσωματωθούν ξανά στην κοινωνία και να συμμετέχουν στην παραγωγική διαδικασία ισότιμα.
Όπως αναφέρθηκε και στη Νομοθεσία, με τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου ιδρύθηκε η Στέγη Πατρίδος, που περιελάμβανε τμήμα καρεκλοποιίας και καλαθοπλεκτικής. Η επανένταξη των τυφλών εξαιτίας του πολέμου δεν ήταν εύκολη, όμως με τη βοήθεια του προσωπικού άρχισαν την εκπαίδευσή τους. Έμεναν μέσα στο Ίδρυμα, το οποίο βρισκόταν αρχικά στο Παλαιό Φάληρο και τη δεκαετία του 1950 μεταφέρθηκε στους Αμπελόκηπους. Παλαιοί Πολεμιστές αλλά και τυφλοί μεγαλύτερης ηλικίας, που δεν είχαν παρακολουθήσει το ειδικό δημοτικό, μάθαιναν στη Στέγη Πατρίδος τη γραφή, έκαναν κάποιες εκδρομές και περιπάτους και εκπαιδεύονταν ώστε να καταφέρουν να επανενταχτούν. Σίγουρα δεν θα ακολουθούσαν το επάγγελμα που έκαναν πριν αλλά θα μάθαιναν μία νέα τέχνη, όπως η κατασκευή καρεκλών και καλαθιών.
Σε συνεργασία με Διεθνείς Οργανώσεις και με την παραίνεση των Ηνωμένων Εθνών προκειμένου να διευρυνθεί ο τομέας των δυνατοτήτων για αποκατάσταση των τυφλών σε αγροτικές ασχολίες, όπως προαναφέρθηκε, ο «Φάρος» ανέλαβε να κατευθύνει την προσπάθεια του αδελφού σωματείου «Ελληνοαμερικανοί φίλοι των τυφλών της Ελλάδος», στη δημιουργία και λειτουργία της Αγροτικής και Τεχνικής Σχολής Σεπολίων το 1946. Στη Σχολή, τα κύρια προγράμματα ήταν αυτά της συστηματικής πτηνοτροφίας και ζωοκομίας. Οι άντρες τρόφιμοι έμεναν στη Σχολή δωρεάν, αλλά παρείχαν τις υπηρεσίες τους και εργάζονταν χωρίς να τους δίνονται χρήματα. Αποκτούσαν επιπλέον γνώσεις σε αγροτικές δουλειές, μάθαιναν να εκτρέφουν κοτόπουλα και να μαζεύουν τα αυγά, να κατασκευάζουν αναλόγια και κρεμάστρες και, επίσης, εκπαιδεύονταν στο επάγγελμα του μελισσοκόμου. Οι γυναίκες, με τη σειρά τους, συμμετείχαν στα πρώτα επιτυχημένα δεικτικά πειράματα προσαρμογής και εκπαιδεύσεως των τυφλών σε μηχανουργικές εργασίες, καθώς και ραπτικής, χρησιμοποιώντας τα υφάσματα του προγράμματος υφαντικής που λειτουργούσε στις κεντρικές εγκαταστάσεις του «Φάρου». Έφτιαχναν μαξιλαροθήκες, σεντόνια, πετσέτες και γενικά δέχονταν παραγγελίες από ιδιώτες. Εκεί παρεχόταν μόνο εξειδίκευση και όχι μισθός. Παρόλα αυτά οι αντιλήψεις που επικρατούσαν στη Σχολή ήταν απαισιόδοξες, γιατί ποτέ κανείς από τους δασκάλους δεν πίστεψε στις δυνατότητες των τυφλών, παρά το γεγονός ότι τους παρεχόταν ένα είδος πτυχίου.
Από το Σεπτέμβρη του 1945, άρχισε η σύσταση των εργαστηρίων στο Φάρο Τυφλών Ελλάδος, ένα Σωματείο που σκοπό είχε τη συντήρηση και εξασφάλιση θέσεων εργασίας τυφλών ατόμων, που δεν είχαν τη δυνατότητα να απορροφηθούν σε άλλες θέσεις εργασίας. Μέσα σε δύο χρόνια είχαν έρθει να εκπαιδευτούν και παράλληλα να εργαστούν τυφλοί και μερικώς βλέποντες άντρες και γυναίκες από όλη την Ελλάδα. Εκπαιδεύονταν και εντάσσονταν στην παραγωγική διαδικασία για την παραγωγή ειδών καθαριότητας. Κατασκεύαζαν σκούπες (σάρωθρα), βούρτσες και σφουγγαρίστρες και, όσοι ήθελαν, μπορούσαν να μείνουν ως εσωτερικοί για μικρό χρονικό διάστημα, να εξασφαλίζουν δηλαδή τη διαμονή τους και τη διατροφή τους, με αντάλλαγμα την εργασία τους χωρίς φυσικά να αμείβονται. Οι περισσότεροι επεδίωκαν να νοικιάζουν σπίτια ανά παρέες, για να μοιράζονται τα έξοδα και να πληρώνται για την εργασία τους. Εργάζονταν αρκετές φορές από το πρωί μέχρι το βράδυ και έκαναν υπερωρίες ώστε να προλάβουν τις παραγγελίες. Κατά διαστήματα υπήρχε αρκετή δουλειά. Άλλοτε ήταν αυξημένες οι παραγγελίες άλλοτε όμως όχι. Η παραγωγή κάλυπτε τις ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων, του Ναυτικού, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των Νοσοκομείων. Στα μέσα του 20ού αιώνα το ημερομίσθιο στα εργαστήρια του «Φάρου» ανερχόταν στις 40 δραχμές. Εργάζονταν καθημερινά αλλά και τα Σάββατα.
Στις περιπτώσεις που δεν υπήρχε πολλή δουλειά οι εργαζόμενοι δυστυχώς δεν πληρώνονταν, όμως άλλες φορές έβγαζαν επιπλέον χρήματα από τις υπερωρίες με τα οποία ζούσαν αξιοπρεπώς. Ο ναύαρχος Καντιάνης προμηθευόταν για το Ναυτικό σκούπες, βούρτσες και ό,τι άλλο κατασκεύαζαν μέσα στα εργαστήρια, για το λόγο ότι ήταν ευαισθητοποιημένος εξαιτίας της τύφλωσης του γιου του. Τα προστατευόμενα εργαστήρια, δυστυχώς, δεν είχαν τη μορφή κοινωνικών επιχειρήσεων και δεν έδιναν τη δυνατότητα στους εργαζόμενους να ξεδιπλώσουν την προσωπικότητά τους. Απλά λειτουργούσαν ως χώροι απασχόλησης για άτομα που δύσκολα θα έβρισκαν εργασία σε άλλους φορείς. Το έργο και η παραγωγή των τυφλών δυστυχώς δεν κρίνονταν ισότιμα από την κοινωνία και καλλιεργούνταν μια παθητικότητα. Η ίδια η λέξη «προστατευόμενο» περιθωριοποιούσε το εργαζόμενο άτομο, οδηγώντας το στον κοινωνικό οίκτο, απαλλάσσοντας το Κράτος από τις υποχρεώσεις του.
Από το 1955 τέθηκε σε λειτουργία και η Σχολή Τηλεφωνητών, μερικά χρόνια αργότερα και στη Σχολή Τυφλών Θεσσαλονίκης. Εκεί, οι τυφλοί εκπαιδευόμενοι έκαναν πρακτική άσκηση στον τηλεφωνικό μεταλλακτή, διδάσκονταν παγκόσμια γεωγραφία, γραφή Braille όσοι δε γνώριζαν, γραφομηχανή βλεπόντων με τυφλό σύστημα και αγγλική ορολογία τηλεφωνικής. Με βάση τον παλαιό Ν. 963/1979 και το νέο Ν. 1545/1985 ο διορισμός τους σε δημόσιες υπηρεσίες και τράπεζες κατοχυρωνόταν σε ποσοστό 80% των προσλήψεων. Η εκπαίδευση διαρκούσε ένα χρόνο και στη συνέχεια οι απόφοιτοι έκαναν τα χαρτιά τους όποτε προκηρύσσονταν διαγωνισμοί για προσλήψεις στη Δ.Ε.Η στον Ο.Τ.Ε σε Τράπεζες σε Νοσοκομεία και γενικά στο Δημόσιο Τομέα, όπου ζητούσαν πτυχίο τηλεφωνητή. Δεν υπήρχε ακόμα το σύστημα διορισμού του ΑΣΕΠ και οι προσλήψεις γίνονταν κατ’ επιλογή, δηλαδή με «μέσο». Αν κάποιος δεν είχε δικό του πρόσωπο στην Κυβέρνηση δύσκολα έβρισκε μια θέση στο Δημόσιο. Φυσικά σημαντικό ρόλο έπαιζε και το πιστοποιητικό πολιτικών φρονημάτων, η βεβαίωση δηλαδή ότι κάποιος δεν είναι κομουνιστής, η οποία ήταν απαραίτητη μεταπολεμικά και ως τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Από το 1977 κι έπειτα τα χρόνια εργασίας που απαιτούνταν ήταν τα 15 για τους τυφλούς. Εργάζονταν 4-5 ώρες καθημερινά στη Δ.Ε.Η στον Ο.Τ.Ε και στις Τράπεζες, ενώ αντίθετα στα τηλεφωνικά Κέντρα των Νοσοκομείων εργάζονταν οχτάωρο με βάρδιες καθώς επίσης Σάββατα και Κυριακές.
Όσοι δεν είχαν τη δυνατότητα ή τη θέληση να εκπαιδευτούν στα εργαστήρια του «Φάρου», είτε ως χειροτέχνες είτε ως τηλεφωνητές, ασκούσαν το επάγγελμα του λαχειοπώλη, του μικροπωλητή, του εργάτη σε κάποια βιομηχανική μονάδα του ψάλτη ή του μουσικού. Το επάγγελμα του λαχειοπώλη και αυτό του μικροπωλητή ήταν και τα δύο πιο πολυσυζητημένα για το λόγο ότι προκάλεσαν αντιδράσεις και συζητήσεις καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα. Αρκετοί ήταν οι τυφλοί που πωλούσαν λαχεία και μικροαντικείμενα για να αποκομίσουν λιγοστά χρήματα. Ορισμένοι, όμως, κύριο σκοπό τους είχαν την επαιτεία, συγκαλύπτοντάς τη με τον τρόπο αυτό, μη λειτουργώντας με το σκεπτικό ότι κάνουν εμπόριο. Στο ένα χέρι κρατούσαν τα λαχεία και ο περαστικός καθώς τους έβλεπε ανήμπορους ένιωθε οίκτο και τους προσέφερε χρήματα δίχως να αγοράζει το εμπόρευμά τους. Αυτό το σκηνικό, από τα μέσα του αιώνα άρχισε να αλλάζει. Κανείς τυφλός πλέον δεν συμφωνούσε με τη συγκεκριμένη τακτική. Πριν από την περίοδο της Δικτατορίας οι λαχειοπώλες και οι μικροπωλητές έβγαιναν εύκολα έξω και πωλούσαν τα λαχεία και την πραμάτεια τους. Μετά όμως το 1967 εκδιώκονταν από τις αρχές του δικτατορικού καθεστώτος και τους απαγορευόταν τέτοιου είδους πωλήσεις. «Να μένετε σπίτια σας και να σας συντηρεί η οικογένειά σας», τους έλεγαν. Θεωρούσαν δηλαδή πως οι τυφλοί διαταράζουν την ευταξία της πόλης και τους μετέφεραν αρκετές φορές για εκφοβισμό στο κρατητήριο. Και για τους ίδιους τους τυφλούς, πάντως, τα παραπάνω επαγγέλματα θεωρούνταν ταπεινωτικά και προσβλητικά για το λόγο ότι είχαν συνδεθεί με την επαιτεία και το δρόμο. Παρόλα αυτά αρκετοί τα ακολουθούσαν γιατί σε αρκετές περιπτώσεις έβγαζαν πολλά χρήματα. Προμηθεύονταν από αποθήκες κάλτσες με 7 δραχμές τη δεκαετία 1965-1975, για παράδειγμα, και τις πουλούσαν δέκα δραχμές. Το κέρδος τους δηλαδή ήταν 30%. Στέκονταν συνήθως στην οδό Αιόλου και ο κόσμος αγόραζε από αυτούς σακούλες για ταγιέρ, χειρομάντηλα και τσατσάρες προς 2 και 3 δραχμές. Είναι δεδομένο πως μεγάλο μέρος των αγοραστών τούς προτιμούσε εξαιτίας της αναπηρίας τους.
Μετά την πτώση της Δικτατορίας δόθηκαν και οι πρώτες επίσημες άδειες για την άσκηση των δύο παραπάνω επαγγελμάτων. Η Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών μαζί με το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου χορήγησε 50 άδειες Στάσιμων Υπαίθριων Μικροπωλητών στο κέντρο της πόλης.
Όσοι τώρα επέλεγαν να εργαστούν ως ιεροψάλτες, είναι γεγονός πως θα είχαν κλίση στη βυζαντινή και εκκλησιαστική μουσική, την οποία και διδάσκονταν από μικρή ηλικία, όπως αναφέρθηκε. Δεν απαιτούνταν η γνώση μουσικού οργάνου, αφού χρησιμοποιούσαν μόνο τη φωνή τους, αλλά απαραίτητο ήταν ένα πιστοποιητικό προϋπηρεσίας ή δίπλωμα αναγνωρισμένης Σχολής Βυζαντινής μουσικής. Αν διέθεταν, προσλαμβάνονταν σε εκκλησίες, εφόσον υπήρχε κενή θέση. Οι ψάλτες έπρεπε να γνωρίζουν εμπειρικά πράγματα σχετικά με τη μουσική και να μπορούν να διαβάζουν την Braille στις παρτιτούρες, οι οποίες ήταν γραμμένες στο αντίστοιχο σύστημα. Πριν από το 1960, όσοι εργάζονταν σε κάποια εκκλησία, ειδικά στο χωριό τους, έψελναν τελείως ερασιτεχνικά. Οι περισσότεροι, έκαναν συμφωνία με κάποιον ιερό ναό, και η επιτροπή τους επέλεγε για ένα χρονικό διάστημα, σαν προσωρινό προσωπικό.
Η μουσική ήταν αναμφισβήτητα η τέχνη που τους καταξίωνε κοινωνικά και επαγγελματικά. Με δεξιοτεχνία και ερμηνευτική πρωτοτυπία εξασκούνταν από παιδιά συνήθως, πάνω στο βιολί, στο πιάνο, σε διάφορα ακόμη μουσικά όργανα και στο τραγούδι (ελαφρό, κλασικό, παραδοσιακό, το λαϊκό απαγορευόταν μέσα στις Σχολές μέχρι και τη Μεταπολίτευση). Όσοι επέλεγαν το επάγγελμα του μουσικού κατά κάποιο τρόπο ήταν συνδεδεμένοι με την επαιτεία, έστω και μόνο με τον όρο. Αυτό γιατί συνήθως μέχρι και το 1970 δεκάδες ήταν οι τυφλοί που έπαιζαν βιολί στην άκρη του δρόμου, ικετεύοντας τον οβολό των περαστικών. Οι υπόλοιποι, που είχαν τη δυνατότητα και ήθελαν να αναδειχτούν κοινωνικά και επαγγελματικά, σπούδαζαν στο Ωδείο, από όπου και έπαιρναν αναγνωρισμένο πτυχίο μουσικής. Συμμετείχαν σε συγκροτήματα, διορίζονταν ως δάσκαλοι μουσικής στον Οίκο Τυφλών και στη Σχολή Τυφλών Θεσσαλονίκης μόνο, στα δύο ειδικά αυτά σχολεία δηλαδή. Οι άλλοι, που επέστρεφαν στα χωριά τους, έβγαζαν χρήματα παίζοντας μουσική σε πανηγύρια, γάμους και βαφτίσεις.
Με την ίδρυση του Οίκου Τυφλών στην Καλλιθέα, στις αρχές του 20ού αιώνα, μαζί με την γραφή ξεκίνησε να διδάσκεται και η μουσική γραφή και άρχισαν και οι έλληνες τυφλοί να σπουδάζουν επιστημονικά την ευρωπαϊκή μουσική. Έτσι έχουμε τους μεγάλους μουσικούς, όπως ήταν ο Γιώργος Θέμελης (του πιάνου), και οι δάσκαλοι, όπως ο Αντώνης Ζαχόπουλος (του βιολιού), ο Πέτρος Θαναηλίδης (του πιάνο και του ακορντεόν) και ο Σταύρος Πέτσαλης (στη θεωρία, τη μουσικογραφία και τις χορωδίες). Πολύ καλοί στην εργασία τους ήταν και οι τυφλοί χορδιστές πιάνου, αφού με το «μουσικό» αυτί τους και μόνο μπορούσαν και κούρδιζαν το πιάνο με ακρίβεια. Όσοι απόφοιτοι του Οίκου Τυφλών είχαν κλίση στη μουσική και ήταν άποροι, η ίδια η Εφορία της Σχολής τούς παρείχε οικονομική ενίσχυση για τα πρώτα τους έξοδα κατά την αποχώρησή τους από το Ίδρυμα και τους δώριζε ακορντεόν, μαντολίνο, μέρος τμήματος κλειδοκύμβαλου ή οποιοδήποτε μουσικό όργανο εκείνοι επιθυμούσαν. Επιπλέον, κατέβαλλε τα απαιτούμενα δίδακτρα του ωδείου όπου φοιτούσε ο κάθε τέως τρόφιμος και συνέχιζε τις μουσικές του σπουδές σε αυτό.
Όσοι επιθυμούσαν να συνεχίσουν τις σπουδές τους μετά το εξατάξιο Γυμνάσιο και το Λύκειο και είχαν φυσικά τις δυνατότητες έδιναν προφορικές εξετάσεις και γραπτά στη μηχανή βλεπόντων, όσοι είχαν τη δυνατότητα, τα αρχαία την έκθεση και τα λατινικά μέχρι και το 1975 και φοιτούσαν στη σχολή που οι ίδιοι επιθυμούσαν. Η Νομική Σχολή αποτελούσε παράδοση και μεγάλο μέρος τυφλών ασκούσε και ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου με μεγάλη επιτυχία. Επέλεγαν τη Νομική για δύο κυρίως λόγους: πρώτα γιατί ήταν η μόνη Σχολή που διέθετε τα συγγράμματα μαγνητοφωνημένα σε μπομπίνες κι επιπλέον γιατί αποτελούσε μια σχολή που προσέδιδε κύρος και κοινωνική καταξίωση στον απόφοιτό της. Το στίγμα της αναπηρίας μέχρι και σήμερα δυστυχώς, σε μικρότερο βέβαια βαθμό, σε συνδυασμό με το ανεκπαίδευτο τότε κοινωνικό περίγυρο, αύξανε όλο και περισσότερο την επιθυμία των τυφλών να θέλουν με πείσμα και επιμονή να αναδειχθούν επαγγελματικά και να σπουδάζουν στη Νομική, σε έναν τομέα δηλαδή με μεγάλο κοινωνικό αντίκρισμα. Επιπλέον γνώσεις αποκτούσαν από το ραδιόφωνο που οι περισσότεροι άκουγαν συνεχώς.
Από το 1975 κι έπειτα δόθηκε σε όλους τους τυφλούς και τους κωφούς η δυνατότητα να εισάγονται χωρίς εξετάσεις στο Πανεπιστήμια της Ελλάδας, εφόσον είχε βεβαιωθεί ιατρικά η πάθησή τους. Οι απόφοιτοι που είχαν την οικονομική ευχέρεια, οι οποίοι και φυσικά ήταν ελάχιστοι, άνοιγαν το δικό τους δικηγορικό γραφείο, ενώ οι υπόλοιποι διορίζονταν στα νομικά τμήματα των δημόσιων υπηρεσιών. Αξίζει στο σημείο αυτό να αναφερθεί πως στα μέσα του 20ού αιώνα είχε ζητηθεί από τους τυφλούς να μπορούν να εισάγονται και να φοιτούν κι αυτοί στη Σχολή Φυσικοθεραπευτών, πράγμα το οποίο όμως δεν έγινε δεκτό. Παρόλα αυτά, στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στο Παρίσι ,οι τυφλοί είχαν τη δυνατότητα να εξασκήσουν το συγκριμένο επάγγελμα. Τρεις Έλληνες τυφλοί τα κατάφεραν, πήραν το πτυχίο τους, γύρισαν στην Ελλάδα και εργάστηκαν στο ΙΚΑ.
Επίλογος
Στη μονογραφία μας αυτή επιχειρήσαμε να χαρτογραφήσουμε την ιστορική διαδρομή του θεσμού της εκπαίδευσης και της επαγγελματικής αποκατάστασης των τυφλών στην Ελλάδα κατά τον 20ό αιώνα και το πως εκτυλισσόταν ο τρόπος ζωής τους μέσα στα Ιδρύματα αλλά και στον έξω κόσμο. Παράλληλα σε αυτή μας την προσπάθεια καταγράψαμε τις ενέργειες του Κράτους και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, τις συγκεκριμένες δηλαδή αντιλήψεις που διαμορφώθηκαν από τους φορείς αυτούς στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία γύρω από τα μη βλέποντα άτομα όλων των ηλικιών. Από την παραπάνω διερεύνησή μας μπορούν να προκύψουν πολλά συμπεράσματα, που στοιχειοθετούν το περίγραμμα της ειδικής εκπαιδευτικής και επαγγελματικής δύναμης της χώρας μας. Στην Ελλάδα η Ειδική Αγωγή ξεκινά τον 20ο αιώνα με στόχο την προστασία, την εκπαίδευση, την περίθαλψη και την επαγγελματική κατάρτιση. Οι δράσεις που αναπτύσσονται ελέγχονται κυρίως απ΄ την ιδιωτική πρωτοβουλία με χαρακτηριστικό γνώρισμα τον «οίκτο και τη φιλανθρωπία». Από το 1900 μέχρι και το 1950 δεν υπήρξε μια ουσιαστική συστηματική ανάπτυξη και δεν εφαρμόστηκαν εξελιγμένα προγράμματα στον τομέα της Ειδικής Αγωγής από τη μεριά του επίσημου Κράτους το οποίο φαίνεται να αδιαφορούσε. Μεμονωμένες, αποσπασματικές και τις περισσότερες φορές ατομικές προσπάθειες άρχισαν όμως να διαφαίνονται από την πρώτη δεκαετία του 1900. Η απουσία του κρατικού τομέα, το κοινωνικό κλίμα, το επίπεδο των επιστημών, η έλλειψη έρευνας, η πολιτική αστάθεια, η αλλαγή κυβερνήσεων που σήμαινε πάντα και αλλαγή προγραμμάτων, είχαν δυστυχώς σαν αποτέλεσμα τη στασιμότητα. Μέχρι τότε σχεδόν κανείς δεν πίστευε στις ικανότητες των αμεα.
Όπως είναι γνωστό άτομα με Ειδικές Ανάγκες υπήρχαν απ’ τη στιγμή εμφάνισης του ανθρώπινου είδους. Σε κάθε εποχή η κυρίαρχη ομάδα μέσα στην κοινωνία, ανάλογα με τα συμφέροντά της, αντιμετώπιζε με διαφορετικό τρόπο τα αμεα. Η βρεφοκτονία, οι βασανισμοί, το μαστίγωμα, οι ξυλοδαρμοί, η εγκατάλειψη, η απομόνωση, τα ιδρύματα, οι φυλακές, τα άσυλα, τα πειράματα, ο εμπαιγμός, η εκμετάλλευση, η φιλανθρωπία, η ελεημοσύνη, η προστασία, η φροντίδα, ο σεβασμός είναι μερικά απ΄ τα στάδια της εξέλιξης της Ειδικής Αγωγής. Κάθε εποχή όπως είδαμε παραπάνω ο τρόπος συμπεριφοράς διέφερε και αυτό εξαρτιόταν από τη νοοτροπία και τις αντιλήψεις της κάθε περιόδου. Ο 20ος αιώνας χαρακτηρίστηκε απ΄ την προσπάθεια συστηματικής μελέτης, ταξινόμησης και επιστημονικής-ανθρωπιστικής αντιμετώπισης των ατόμων με αναπηρίες. Τότε άρχισε σιγά- σιγά η μέχρι τότε υιοθετημένη πρακτική της περιθωριοποίησης και της «κοινωνικής» απομόνωσης του «μειονεκτικού» ατόμου που ήταν συναρτημένη με την αντίληψη ότι αυτό δε μπορεί να είναι εκπαιδευτικά εξελίξιμο και επομένως η θέση του δεν ανήκει και δεν είναι άλλη από αυτή του ιδρυματικού ασύλου. Σε γενικές γραμμές έγινε φανερό πως η ιδιωτική πρωτοβουλία υιοθέτησε, αρχικά, μια πρακτική μεταχείρισης, των τυφλών στην προκειμένη, που συμπυκνώνεται στα εξής κύρια σημεία: κλειστή προστασία, ιδρυματική περίθαλψη και προαγωγή τους μέσα από την παροχή βασικών γνώσεων. Στη συνέχεια η διαμόρφωση της αντίληψης για ίσα δικαιώματα και ίσες ευκαιρίες για τον καθένα, ανεξάρτητα από τη φυσική του κατάσταση, συνέτεινε στην προώθηση μιας πρακτικής ίσης μεταχείρισης των ατόμων που προσέδιδε ιδιαίτερη έμφαση στην προσωπική αξία του καθένα και στη «δυνάμει» συμβολή του στην παραγωγική διαδικασία. Στα πλαίσια μια τέτοιας αντίληψης άρχισε να γίνεται πλέον κοινή συνείδηση ότι οι τυφλοί είναι ικανότατοι να προσφέρουν κι αυτοί με τη σειρά τους στην ελληνική κοινωνία, εφόσον βέβαια ληφθεί μέριμνα, ώστε να τους παρασχεθεί μια «ανώτερη» μόρφωση αλλά και αποτελεσματική για την πραγμάτωση του στόχου τους, δηλαδή την εργασία.
Σήμερα η εκπαίδευση και η εργατική αποκατάσταση των τυφλών στην Ελλάδα έχει μερικές ομοιότητες με το παρελθόν, αλλά και ουσιαστικές αλλαγές. Τα παιδιά της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης από τα πέντε τους έτη φοιτούν στο ΚΕΑΤ και στον Ήλιο αντίστοιχα μέχρι να τελειώσουν το δημοτικό, ελάχιστα μένουν μέσα στα Ιδρύματα. Τα υπόλοιπα παρακολουθούν το γενικό σχολείο με υποστηρικτική διδασκαλία από κάποιον ειδικό παιδαγωγό, ο οποίος ορίζεται από το Κράτος. Γυμνάσιο και Λύκειο συνεχίζουν σε αυτά της περιοχής τους χωρίς περεταίρω βοήθεια κι αυτό γιατί όταν αναφερόμαστε για ειδική αγωγή στην Ελλάδα εννοούμε δυστυχώς αποκλειστικά την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, αφού παράλληλη στήριξη για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση δεν παρέχεται. Παρόλα αυτά τα βιβλία των σχολικών τους μαθημάτων είναι όλα τυπωμένα πλέον στη γραφή Braille και οι τυφλοί μαθητές έχουν άμεση πρόσβαση στο κάθε αντικείμενο που επιθυμούν να μελετήσουν. Η ειδική αγωγή τις τελευταίες δεκαετίες του αιώνα που μελετήσαμε έχει σημειώσει μεγάλη πρόοδο λόγω τον νέων τεχνολογιών και μεθόδων που αυτή εφαρμόζει. Η προσέγγιση στα άτομα με προβλήματα όρασης είναι πλέον εφικτή και τα περισσότερα προβλήματα, που τυχόν παρουσιάζονται, προσπελάσιμα. Το 1975 και στη δεκαετία του 1980 τα πράγματα βελτιώνονται. Οι σύλλογοι γονέων πολλαπλασιάζονται, το Μαράσλειο Διδασκαλείο εκπαιδεύει δασκάλους για την Ειδική Αγωγή, η κοινή γνώμη ευαισθητοποιείται, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης συμβάλλουν, ο κρατικός φορέας γίνεται πιο ορατός, η επίδραση της Ευρώπης με την παρουσία της Ε.Ο.Κ. βοηθάει για ανταλλαγή ιδεών και εφαρμογή προγραμμάτων. Μετά το 1981 νέα σχολεία ιδρύονται και από το 1984 εφαρμόζεται ο θεσμός της ειδικής τάξης στα κανονικά σχολεία.
Στην πραγματικότητα η κατάσταση σε σχέση με το παρελθόν έχει βελτιωθεί όχι όμως όσο θα μπορούσε και όσο θα έπρεπε. Η επαιτεία έχει σχεδόν εκλείψει και ο κάθε τυφλός προσπαθεί να βρει μια θέση εργασίας με την όποια θα κερδίζει τα προς το ζην χωρίς να παρασιτεί. Αυτός που τον βοηθάει περισσότερο είναι φυσικά η οικογένεια του γιατί χωρίς αυτήν η επιβίωση στην σημερινή κοινωνία είναι πολύ δύσκολη.
Στόχος του εκπαιδευτικού κινήματος κι όσων ενδιαφέρονται για την Ειδική Αγωγή θα πρέπει να είναι η πλήρης ένταξη των αμεα στην εκπαιδευτική διαδικασία. Η ανάπτυξη ενός Δημόσιου-Δωρεάν συστήματος Ειδικής Αγωγής και επαγγελματικής εκπαίδευσης για όλες τις κατηγορίες παιδιών με ειδικές ανάγκες θα καταργήσει τα μεσαιωνικού τύπου ιδρύματα εγκλεισμού και απομόνωσης και θα λυτρώσει τη μεγάλη πλειοψηφία των παιδιών με ειδικές ανάγκες που ζουν στο περιθώριο, φυλακισμένα στην αμάθεια. Το σύστημα της ειδικής αγωγής είναι ένας από τους βασικούς φορείς της διάδοσης των κυρίαρχων αντιλήψεων για τον κόσμο των σωματικά και νοητικά ικανών και της επίσημης επιβεβαίωσης ότι τα παιδιά που τελειώνουν το ειδικό σχολείο είναι κοινωνικά ανώριμα και απομονωμένα. Αυτή η απομόνωση οδηγεί στην παθητική αποδοχή των κοινωνικών διακρίσεων, στην έλλειψη δεξιοτήτων για την εκτέλεση των καθηκόντων της ενήλικης ζωής και στην άγνοια των κύριων κοινωνικών ζητημάτων της εποχής μας. Όμως δεν είναι το εκπαιδευτικό περιβάλλον που δημιουργεί την εξάρτηση των αμεα, αλλά η ίδια η κοινωνία είναι αυτή που δημιουργεί «αναπηρία» μέσω του μεροληπτικού σχεδιασμού των υποδομών, των αρνητικών συμπεριφορών, του στιγματισμού, των προκαταλήψεων και κυρίως παίρνοντας ως σημείο αναφορά το πρότυπο του «φυσιολογικού ατόμου». Χρειάζεται δυστυχώς ακόμα μεγάλος αγώνας και προσπάθεια για να διαλυθούν οι προκαταλήψεις και τα στερεότυπα από τα μυαλά των ανθρώπων.
