ΠΕΜΠΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Εκπαίδευση και Εργασία
5.1 Οίκος Τυφλών, ο χώρος του Ιδρύματος και το Προσωπικό
Δύο λόγιοι άντρες ο Δημήτριος Βικέλας ποιητής και πεζογράφος, Πρόεδρος του «Συλλόγου προς διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων» και ο Γεώργιος Δροσίνης ποιητής, πεζογράφος και δημοσιογράφος πρότιναν στον τότε Σεβασμιότατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Θεόκλιτο την ίδρυση του «Οίκου Τυφλών». Συστάθηκε, για το λόγο αυτό, ένα σωματείο για την προστασία των Τυφλών. Το Καταστατικό εγκρίθηκε με Βασιλικό Διάταγμα στις 24 Μαίου 1906 επί Γεωργίου Α’ και αναφέρει χαρακτηριστικά πως με τη σύσταση του Σωματείου αυτού απαραίτητη κρίνεται εντός της πρώτης τριμηνίας η υποβολή Λογοδοσίας του προηγούμενου έτους στο υπουργείο Εσωτερικών. Η έγκριση μπορεί να ανακληθεί αν δεν τηρηθεί η προθεσμία.
Τον Ιανουάριο του 1907 πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια του πρώτου οικίσκου όπου θα στεγαζόταν ο Οίκος Τυφλών. Την πρώτη αυτή «εν Ελλάδι Σχολή Τυφλών» εγκατέστησε η Ειρήνη Λασκαρίδου εις τας επαύλεις της, στον ερυθρό οικίσκο επί της οδού Λασκαρίδου στην Καλλιθέα. Αρχικά λειτούργησε μόνο νηπιαγωγείο και πέντε χρόνια μετά η Σχολή μεταφέρθηκε στο νέο κτίριο επί της οδού Ελευθερίου Βενιζέλου, όπου και αγοράστηκε μεγάλη έκταση γης.79 Εκεί αποφασίστηκε η ανέγερση του Αμπέτιου Μεγάρου, και στις 30 Αυγούστου του 1912 έγινε η πρώτη διανυκτέρευση των μαθητών στο καινούριο αυτό κτίριο. Οι πρώτες ημέρες προσαρμογής σύμφωνα με τη διευθύντρια, ήταν δύσκολες για τα παιδιά, γιατί το μέγεθος του κτιρίου ήταν μεγάλο και οι διάδρομοι πολλοί.80
Μέρος του πρώτου κανονισμού του Οίκου Τυφλών το 1907 αναφέρει τα ακόλουθα:
Η εν Αθήναις κατά Μάιον του έτους 1906 υπό την επωνυμίαν «Οίκος Τυφλών» ιδρυθείσα Εταιρεία προς εκπαίδευσιν και προστασίαν των Τυφλών, περιλαμβάνει τα υπό μιας και της αυτής διευθύνσεως εξαρτώμενα ακόλουθα ιδρύματα.
1.
α’. Σχολή Τυφλών αρρένων και θηλέων.
β’. Άσυλο μετ’ εργαστηρίου τυφλών γυναικών.
γ’. Άσυλο μετ’ εργαστηρίου τυφλών ανδρών.
δ’. Άσυλο ανικάνων προς εργασίαν γερόντων και αναπήρων.
2. Τα τέσσερα ιδρύματα της Εταιρίας είναι στενώς προς άλληλα συνεδεδεμένα, μεριμνώντα περί των τυφλών από της παιδικής ηλικίας μέχρι της τελευταίας αυτών πνοής.
3. Η Σχολή τυφλών περιλαμβάνει:
1ον. Νηπιαγωγείον, διαιρούμενον εις τρία τμήματα (παιδιά ηλικίας 5-8 ετών).
2ον. Εκπαιδευτήριον, διαιρούμενον εις έξι τάξεις προτύπου (παιδιά ηλικίας 6-15 ετών).
3ον. Επαγγελματική σχολή αρρένων (ηλικίας 13-21 ετών).
4ον. Επαγγελματική σχολή θηλέων (ηλικίας 13-21 ετών).
5ον. Τυπογραφείον και δανειστικήν βιβλιοθήκην τυφλών.81
Μεταξύ των εγγράφων που περιέχονται στο αρχείο της Ειρήνης Λασκαρίδου βρίσκονται και τις ετήσιες καταγραφές των επίπλων κάθε αίθουσας στο Βιβλίο επίπλων του Οικοτροφείου Αρρένων και Θηλέων. Ως το 1923 το Ίδρυμα περικλείεται από Εκπαιδευτήριο, Τυπογραφείο, Βιβλιοπωλείο, Ορφανοτροφείο, Άσυλο τροφίμων τυφλών, Άσυλο τυφλών ανιάτων, Οικοτροφείο τυφλών, βιοποριστικό εργαστήριο, πτωχοκομείο, τα δωμάτια υπηρεσίας, τους κοιτώνες μαθητών και την τραπεζαρία. Έπειτα, στο Αμπέτιο Μέγαρο, προστέθηκαν περισσότεροι κοιτώνες, θυρωρείο, Πωλητήριο, μουσείο, πιο εκσυγχρονισμένα εργαστήρια, μια μεγάλη αίθουσα εκδηλώσεων, δωμάτιο της επιμελήτριας, ιματιοθήκη, ραφείο, πλυντήριο, αίθουσα μουσικής, αποθήκη και θεραπευτήριο.
Στην πρώτη Λογοδοσία που εξέδωσε ο Οίκος Τυφλών το 1907 παρουσιάζεται το λιγοστό προσωπικό της Σχολής. Αυτή αποτελούνταν από τη Διευθύντρια Ειρήνη Λασκαρίδου, μία μαθητευόμενη δασκάλα, τη Μ. Χατζηδάκη, μία μαθητευόμενη νηπιαγωγό, την Κ. Καραγιαννοπούλου, μία μαγείρισσα, που εκτελούσε όλες τις οικιακές εργασίες, και έναν κηπουρό και συγχρόνως υπηρέτη. Αντίθετα, τριάντα χρόνια ακριβώς πιο μετά, το προσωπικό, εκτός από τις παραπάνω ειδικότητες, αποτελούνταν και από γραμματέα, λογιστή, οικονόμο, ξεχωριστές δασκάλες για όλες τις τάξεις, νηπιαγωγό, τυφλές δασκάλες γαλλικών και απαγγελίας, δασκάλα πιάνου, δάσκαλο αυλού, πνευστών, βιολιού, εκκλησιαστικής μουσικής, θεωρίας και ωδικής. Επιπλέον, η Σχολή διέθετε εσωτερικό δαχτυλογράφο υφάντρια, νοσοκόμο, επιμελήτρια, μαγείρισσα, υπηρέτρια, ράπτρια, καθαρίστρια, υπηρέτη, βοηθό, υποδηματοποιό, πλύντρια και κηπουρό.
Μέσα από το αρχειακό υλικό παρατίθενται τα ονόματα του προσωπικού κατά το έτος 1932, τα οποία είναι τα εξής: Βοηθός Διευθύντριας Ε. Στασού, Διδάσκαλος πνευστών Δ. Αργυριάδης, Διδάσκαλος αυλού Κ. Κοτέτους, Διδάσκαλος βιολιού Δ. Περρής, Εκκλησιαστικής Κ. Μπίμπας, Πιάνου Τ. Παράσχου, ΣΤ΄ τάξεως Δ. Στασού, Ε΄ τάξεως Π. Λαμπρινίδου, Δ΄ τάξης Σ. Παπαδοπούλου, Γ΄ τάξης Α. Λαουτάρη, Α΄ και Β΄ τάξης Ευ. Γρηγοριάδου και Αθ. Καραβάς, Τεχνικών Ι. Πετροπούλου, Επιμελήτρια Κορασίδων Π. Προκοποίου, Αρρένων Β. Φιλιποπούλου, Μαγείρισσα Γ. Μάγκου, Υπηρέτρια Β. Κωνσταντίνου, καθαρίστρια Α. Παλαπανίδου, Υποδηματοποιός Χρ. Στεφανίδης, Πλύντρια Ει. Σούλη, Ράπτρια Μ. Θεοδοσίου.
Τα καθήκοντα της διευθύντριας σύμφωνα με τον Εσωτερικό Κανονισμό ήταν να εποπτεύει τα πάντα για την ομαλή λειτουργία του Ιδρύματος, να διδάσκει μερικά μαθήματα στους τροφίμους, να μεταφέρει στην Εφορία τις προτάσεις της για τη βελτίωση των επαγγελματικών τμημάτων και της διατροφής, να τηρεί το μητρώο των τροφίμων και τα λοιπά βιβλία του σχολείου μέχρι και το Αρχείο του Ιδρύματος, να ρυθμίζει τα καθήκοντα του Προσωπικού, να παρακολουθεί τη διαγωγή των μαθητών και να επιβάλλει ποινές όταν κρίνει απαραίτητο. Ακολούθως βασικές αρμοδιότητες τις οικονόμου αποτελούν η ανάθεση ειδικής μέριμνας από την Εφορία για ότι αφορά τον Οίκο Τυφλών, η φροντίδα για την επάρκεια των τροφίμων και των ειδών καθαριότητος, η είσπραξη χρημάτων που προσφέρονται στο Ίδρυμα από την πώληση των προϊόντων τους και η διατήρηση των βιβλίων ιματιοθήκης, κινητής και ακίνητης περιουσίας, κατοικίδιων, αποθήκης, εισαγωγών, εξαγωγών και το ημερολόγιο κινήσεως. Το υπηρετικό προσωπικό διορίζεται και απολύεται από την Εφορία ύστερα από πρόταση της διευθύντριας.
Τις δεκαετίες 1950 και 1960 περίπου την πρώτη τάξη και τη διδασκαλία των Αγγλικών την είχε αναλάβει η Κίτσα Νικολαίδου, το πιάνο και το ακορντεόν ο Πέτρος Θαναιλίδης, το βιολί ο Αντώνης Ζαχόπουλος, τη Βυζαντινή Μουσική ο μουσικός Δημήτριος Χρυσαφίδης, την Ευρωπαϊκή ο Παύλος Πέτσαλης και τη χειροτεχνία ο Ανέστης Κυριακίδης.
Το 1924 δωρίστηκε από το Σπύρο Νικολόπουλο ομογενή από την Αγγλία, στη μνήμη του αδερφού του, 300 μέτρα δίπλα από τη Σχολή, ένα κτήμα όπου και χτίστηκε το «Νικολοπούλειο Ίδρυμα», το δεύτερο ιδιόκτητο κτίριο του Οίκου Τυφλών. Εκεί στην αρχή εγκαινιάστηκε η «Νικολοπούλειος Επαγγελματική Σχολή» και κατόπιν εγκαταστάθηκε στον ίδιο χώρο το «Νικολοπούλειο Οικοτροφείο» για εφήβους, μαζί με τα επαγγελματικά εργαστήρια των αγοριών, όπου φιλοξενούνταν αγόρια ηλικίας άνω των 12 ετών εφόσον είχαν αποφοιτήσει από το δημοτικό του Οίκου Τυφλών. Οι μαθητές μόνοι τους μετακινούνταν από το ένα κτίριο στο άλλο στην αρχή με τη βοήθεια ενός μερικώς βλέποντα.
Το 1926 στο Νικολοπούλειο ίδρυμα αριθμούνται 9 μαθητές και το 1927 αυξάνονται κατά 13, δηλαδή σύνολο 22 τρόφιμοι.
5.2. Εκπαιδευτική διαδικασία και συνθήκες ζωής
Κατά τη χρονική περίοδο που εξετάζουμε είναι γεγονός πως διεξήχθησαν σημαντικά ιστορικά γεγονότα, όπως ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, η Μικρασιατική καταστροφή και ο μεγαλύτερος πόλεμος για την ιστορία της Ελλάδας αλλά και της ανθρωπότητας, ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Ακολούθησε, σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, ο ελληνικός εμφύλιος, έχοντας οδυνηρές συνέπειες για τον πληθυσμό. Τεράστιες ήταν οι απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό, ανυπολόγιστες οι καταστροφές που επέφεραν οικονομική καθίζηση. Οι Έλληνες, στις πόλεις και στα χωριά, καταρρακωμένοι, άρχισαν σταδιακά να ανακτούν τις δυνάμεις τους και να προσπαθούν να συνειδητοποιήσουν τι πραγματικά είχε συμβεί. Όπως ήταν αναμενόμενο, ήδη από την Κατοχή, αλλά και κατά την περίοδο του Εμφυλίου, οι τραυματίες πολέμου, που δεν κατάφεραν να αναρρώσουν πλήρως, ήταν χιλιάδες. Μεγάλο τμήμα τους ήταν άνθρωποι που είχαν χάσει τη όρασή τους, εξαιτίας ναρκών και χειροβομβίδων. Εκατοντάδες παιδιά έπαιζαν ανυποψίαστα στις αλάνες, πατούσαν νάρκες, με δραματικές για την αρτιμέλειά τους συνέπειες.
Ανεξάρτητα από τις αποτρόπαιες και δυσάρεστες συνέπειες, που προαναφέρθηκαν, αρκετά ήταν και τα παιδιά που γεννιόντουσαν τυφλά, είτε από κληρονομικά αίτια, είτε από κάποια επιπλοκή κατά τη διάρκεια του τοκετού και έχριζαν κι αυτά ιατρικής φροντίδας και πρόνοιας. Άλλα πάλι, με τη σειρά τους, είχαν χάσει την όρασή τους, σύμφωνα με μαρτυρίες, από διαφόρων ειδών ατυχήματα ή από μολυσματικές ασθένειες, που εκείνα τα χρόνια ήταν πολλές, λόγω των κακών υγειονομικών συνθηκών που επικρατούσαν.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα ως προς αναφερόμενα είναι αυτά του προέδρου του Πανελληνίου Συνδέσμου Τυφλών Ηλία Μαργιόλα, ο οποίος έχασε την όρασή του από έκρηξη νάρκης στην περιοχή του Ναυπλίου σε ηλικία 7 ετών και του κυρίου Μανώλη Μπασιά, αναγνωρισμένου δικηγόρου και ιεροψάλτη, που, ενώ έπαιζε στο μικρό δάσος του χωριού του στα Χανιά, ένας κυνηγός του τον πυροβόλησε στο πρόσωπο. Από θαύμα επέζησε αλλά τυφλώθηκε όμως για πάντα.
Όλα τα παραπάνω παιδιά λογικό ήταν να έχουν την ανάγκη να εκπαιδευτούν. Όσα είχαν κάποιο ατύχημα κατά τη διάρκεια της παιδικής τους ηλικίας ήδη είχαν ξεκινήσει να παρακολουθούν τα μαθήματα στο σχολείο της περιοχής τους. Εκείνα πάλι που έχασαν την όρασή τους πιο νωρίς ή γεννήθηκαν τυφλά, έπρεπε να εγγραφούν στο μοναδικό τότε ειδικό σχολείο για παιδιά με προβλήματα όρασης, στον Οίκο Τυφλών Καλλιθέας. Όσα είχαν χάσει την όρασή τους κατά τη διάρκεια της φοίτησής τους στο δημοτικό μεταφέρονταν στον Οίκο Τυφλών απ’ όλη την Ελλάδα μέχρι και το 1948, οπότε ιδρύθηκε και στη Θεσσαλονίκη, εξαιτίας του Εμφυλίου Πολέμου, το Ίδρυμα Προστασίας Τυφλών Βορείου Ελλάδος ή αλλιώς η Σχολή Τυφλών Θεσσαλονίκης-Ήλιος. Εκεί κατέφευγαν παιδιά από τη Μακεδονία, τη Θράκη, την Ήπειρο τη Θεσσαλία, ώστε να μη χρειάζεται να μεταβαίνουν στην Αθήνα και να βρίσκονται μακριά από τις οικογενειακές τους εστίες.
Ο Οίκος Τυφλών το πρώτο σχολείο που δημιουργήθηκε και λειτούργησε στην Αθήνα και ως οικοτροφείο όπως προαναφέραμε, ήδη από το 1907 και φιλοξενούσε παιδιά απ όλη την Ελλάδα. Οι γονείς ενημερώνονταν συνήθως από κάποιο συγγενή ή φίλο για τη λειτουργία του συγκεκριμένου Ιδρύματος. Όσα παιδιά είχαν μειωμένη όραση παρακολουθούσαν το γενικό δημοτικό σχολείο και όταν αποφοιτούσαν απευθύνονταν στον Οίκο Τυφλών, ειδικότερα μετά το 1970, έμεναν μέσα και πήγαιναν σε κάποιο γυμνάσιο της Καλλιθέας. Το μεσημέρι αφότου σχολούσαν τους βοηθούσαν στο διάβασμα μαθηματικοί και φιλόλογοι του Ιδρύματος. Πολλές φορές οι γονείς, κυρίως πριν από το 1950, δίσταζαν να στείλουν ως τροφίμους τα παιδιά τους, είτε λόγω της απόστασης, είτε λόγω της ανασφάλειας που αισθάνονταν. Γι αυτό ο Οίκος Τυφλών αλλά και ο Ήλιος αργότερα έστελναν, σε σπάνια βέβαια περιπτώσεις, κάποιον υπεύθυνο για να ενημερώσει την οικογένεια για την αξιοπιστία του Ιδρύματος και τις παροχές του.89 Άλλοι γονείς, με τη σειρά τους, όσο λυπηρό κι αν ήταν αυτό, ντρέπονταν για το τυφλό μέλος της οικογένειάς τους και, παρά το γεγονός ότι το παιδί μπορεί να είχε χάσει την όρασή του εξαιτίας ατυχήματος, φρόντιζαν να το στείλουν με συνοπτικές διαδικασίες στο ως τρόφιμο στο Ίδρυμα. Ανατριχιαστική είναι η μαρτυρία ενός τυφλού, ηλικίας τώρα 65 ετών, που έχασε την όρασή του πατώντας νάρκη και ο πατέρας του σε ελάχιστο χρονικό διάστημα τον έστειλε στο Οικοτροφείο του Οίκου Τυφλών, λέγοντάς του πως αποτελεί ντροπή για την οικογένεια κι αν έμενε στο σπίτι οι δύο μεγαλύτερες αδερφές του δε θα μπορούσαν να παντρευτούν ποτέ. «Ποιος θα τις πάρει αν έχουν να φορτωθούν κι εσένα τον τυφλό;» του είπε χαρακτηριστικά. Ακόμα και οι ίδιες δεν έδειχναν συμπάθεια στο τυφλό πλέον μέλος της οικογένειας. Δυστυχώς αποτελούσε το μαύρο πρόβατο αφού οι προκαταλήψεις της που δημιουργούνταν από εσφαλμένες αντιλήψεις και από την έλλειψη πληροφόρησης τα χρόνια εκείνα ήταν πολλές.
Ο ερχομός ενός τυφλού παιδιού ή η τύφλωση ενός άλλου αργότερα, απόρροια ενός ατυχήματος, έβρισκε τους γονείς απροετοίμαστους και ο τρόπος ζωής της οικογένειας άλλαζε σε πολλά επίπεδα. Απαιτούνταν, λοιπόν, απ’ όλα τα μέλη μια φυσική και ψυχική ετοιμότητα που να είναι δεδομένη για μακροχρόνια μέτρα θεραπείας και φροντίδας.
Ας δούμε τώρα πιο συγκεκριμένα τα πρώτα βήματα της εκπαιδευτικής διαδικασίας στον Οίκο Τυφλών και τις συνθήκες ζωής μέσα σε αυτόν από τα στοιχεία που μας παρέχει το αρχείο της Ειρήνης Λασκαρίδου, η οποία διετέλεσε διευθύντρια επί τριάντα έτη στο σχολείο της Καλλιθέας. Προφορικές μαρτυρίες είναι λογικό να μην έχουμε από την περίοδο εκείνη γιατί οι άνθρωποι που φοίτησαν εκεί δε βρίσκονται πλέον στη ζωή. Παρόλα αυτά, μέσα από τις σελίδες του αρχειακού υλικού, θα αναβιώσει ο τρόπος ζωής και η καθημερινότητα των οικότροφων του Ιδρύματος. Το πορτρέτο του Οίκου Τυφλών, από το 1950 και ύστερα, θα μας σκιαγραφήσουν οι προφορικές συνεντεύξεις από τους τότε οικότροφους, που είναι πλέον ηλικίας εξήντα ετών και άνω.
5.2.1 Οι τρόφιμοι του Ιδρύματος
Ο πρώτος μαθητής ήταν ο Κυριάκος Αντωνίου, εισήλθε στις 10 Ιανουαρίου 1907. «Καλημέρα κυρία! Τι κάμνεις; Καλά είσαι; Εγώ είμαι καλά. Από πού είσαι εσύ εγώ είμαι απ το Γαλάζι». Αυτές ήταν οι πρώτες λέξεις του «φλύαρου», κατά την Ειρήνη Λασκαρίδου μικρού μαθητή. Στα τέλη Ιανουαρίου του ίδιου έτους προσήλθε ο πρεσβύτερος των μαθητών Ιωάννης Γαλαίος ηλικίας 11 ετών. Τον βρήκαν να επαιτεί ρακένδυτος και να θρηνεί ζητώντας τον οβολό των διαβατών. Από το ένα του μάτι διέκρινε το φως, γι’ αυτό και σκέφτηκαν να τον πάνε στον γιατρό. Τότε αυτός είπε: «Κι αν με κάμει να βλέπω όπως όλοι οι άνθρωποι δε θα με έχετε πια εδώ;» Η διευθύντρια του απάντησε: «Όχι βέβαια θα επιστρέψεις εις την οικία σου». Κι αυτός αποκρίθηκε: «Ω τότε μη με υπάγετε εις το γιατρό δε θέλω να φύγω από κοντά σας!».
Τρίτη έφτασε η Σταματίνα Μπατίστα. Ο τέταρτος και ο πέμπτος οικότροφος ήταν δύο αδέρφια από τη Γαστούνη, η Μαρία 10 ετών και ο Νικόλας 7 ετών. Το 1907, το πρώτο έτος λειτουργίας του Οίκου Τυφλών έκλεισε με έξι μαθητές. Τελευταίος είχε προσέλθει ο Κωνσταντίνος Μπίμπας από την Αθήνα.92 Δύο χρόνια αργότερα, το έτος 1909, έκλεισε με 16 μαθητές, τους έξι από τους οποίους συντηρούσε αποκλειστικά ο Οίκος Τυφλών και τους υπόλοιπους κάποιοι φιλάνθρωποι.
Το έτος 1910 μέσα στο Ίδρυμα διέμεναν 18 μαθητές. Νέοι ήταν ο τεσσάρων ετών Κωστάκης Παπαδόπουλος από τα Άγραφα, που ήρθε με τον πατέρα του. Όμως, λόγω μικρής ηλικίας, δεν μπορούσαν να τον κρατήσουν και έτσι επέστρεψε σπίτι του. Ο πατέρας του πέθανε σε μικρό χρονικό διάστημα και η πάμφτωχη μητέρα του δεν μπορούσε να τον συντηρήσει. Το παιδί δεν ήξερε καλά-καλά να μιλάει, όμως το ανέλαβε ο Οίκος Τυφλών και το κράτησε παρά τη μικρή του ηλικία. Ο δεύτερος μαθητής ήταν ο Σωκράτης Βελέτζας από τον Πειραιά, τον οποίο οι γονείς του τον είχαν για έναν χρόνο μέσα στη Σχολή όμως εξαιτίας της κακώς εννοούμενης στοργής τον πήραν πίσω στο σπίτι. Εκεί, τα άλλα παιδιά της συνοικίας τον χλεύαζαν και τον παρενοχλούσαν. Μόνος του ζητούσε να γυρίσει στο σχολείο όπου όπως έλεγε με χαρά «Παίζουμε, μαθαίνουμε γράμματα και περνάμε τόσο όμορφα». Τελικά οι γονείς του τον πήγαν πίσω ξανά.
Από το 1907 μέχρι και το 1932, μέσα σε διάστημα δηλαδή 25 ετών, η Ειρήνη Λασκαρίδου αναφέρει σε επιστολή της πως φοίτησαν στο σχολείο του Οίκου Τυφλών περίπου 200 μαθητές. Ο αριθμός τους κάθε έτος αυξανόταν σταδιακά και μόνο σε ελάχιστες περιπτώσεις παρέμενε σταθερός ή ελαττωνόταν. Πριν από την περίοδο της Μικρασιατικής καταστροφής βρέθηκε ένας μικρός τυφλός εφτά ετών «φυλακισμένος» μέσα στο σπίτι του και πεταμένος σε ένα κρεβάτι, όπου οι γονείς του μόνο τον τάιζαν. Τον περιμάζεψε ο Οίκος Τυφλών και μάλιστα ήταν τόσο δύσκολη η εκπαίδευσή του, αφού το παιδί δεν ήξερε να χρησιμοποιεί καθόλου τα χέρια του.
Ακολουθεί ένα πίνακας που παρουσιάζει τον αριθμό των μαθητών που φοιτούσαν στον Οίκο Τυφλών ανά έτος από την ίδρυσή του μέχρι και το 1931.
Έτος: 1907
Αριθμός μαθητών: 6
Έτος: 1909
Αριθμός μαθητών: 16
Έτος: 1910
Αριθμός μαθητών: 18
Έτος: 1911
Αριθμός μαθητών: 11
Έτος: 1912
Αριθμός μαθητών: 20
Έτος: 1913
Αριθμός μαθητών: 25
Έτος: 1914
Αριθμός μαθητών: 28
Έτος: 1915
Αριθμός μαθητών: 32
Έτος: 1916
Αριθμός μαθητών: 34
Έτος: 1917
Αριθμός μαθητών: 34
Έτος: 1918
Αριθμός μαθητών: 34
Έτος: 1920
Αριθμός μαθητών: 20
Έτος: 1921
Αριθμός μαθητών: 33
Έτος: 1922-1923
Αριθμός μαθητών: 56 οι 12 πρόσφυγες
Έτος: 1926
Αριθμός μαθητών: 56
Έτος: 1928
Αριθμός μαθητών: 77
Έτος: 1929-1931
Αριθμός μαθητών: 70
Δεν είχαν τη δυνατότητα όλα τα τυφλά παιδιά να φοιτήσουν στον Οίκο Τυφλών, άλλα γιατί κατοικούσαν σε μακρινά χωριά της Βόρειας Ελλάδας ή της Κρήτης, άλλα επειδή οι γονείς τους δεν είχαν ενημερωθεί για την ύπαρξη του σχολείου αυτού και άλλα επειδή πολλές φορές τα οικονομικά του Ιδρύματος δεν επέτρεπαν την εισαγωγή περισσότερων μαθητών ανά έτος. Μόνο μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή ο Οίκος Τυφλών φιλοξένησε πολλά προσφυγόπουλα, από τον Πόντο και την Κωνσταντινούπολη και, όπως γίνεται φανερό και από τον παραπάνω πίνακα, ο αριθμός των τροφίμων αυξήθηκε απότομα.
Το 1926 η Αμερικανική Περίθαλψη απέστειλε ένα ερωτηματολόγιο στην Ειρήνη Λασκαρίδου για να ενημερωθεί για τις αρμοδιότητες του Οίκου Τυφλών και τις παροχές του. Στην απαντητική της επιστολή η διευθύντρια σημείωνε πως κατά το έτος εκείνο το Ίδρυμα φιλοξενούσε 56 παιδιά (29 κορίτσια και 27 αγόρια).
Ο αριθμός των εισαγομένων κάθε έτος ανερχόταν περίπου στους 5-12 σπουδαστές και των εξερχομένων 4-6, ηλικίας 17 ετών υποχρεωτικά. Μετά το 1950 και μέσα σε διάστημα είκοσι ετών οι μαθητές πολλαπλασιάστηκαν και έφτασαν τους 100 με 120 συνολικά, με κάθε τμήμα να έχει από 7-12 παιδιά. Ο αριθμός αυξήθηκε, όπως ήταν αναμενόμενο και λόγω των πολέμων, αφού πολλά παιδιά έχασαν την όρασή τους, αλλά και λόγω της καλύτερης ενημέρωσης για την ύπαρξη του ειδικού αυτού Σχολείου. Όσοι γονείς δίσταζαν να εγγράψουν τα παιδιά τους στον Οίκο Τυφλών μέχρι εκείνη την περίοδο, δεν είχαν πλέον καμία αμφιβολία για την αξιοπιστία του.95
Σύμφωνα με τον Κανονισμό της Σχολής:
«Αι αιτήσεις των τυφλών υποψηφίων τροφίμων δέον να συνοδεύονται:
1ον. Υπό πιστοποιητικού γεννήσεως και βαπτίσεως.
2ον. Υπό πιστοποιητικού ιατρού δηλούντος τον βαθμόν και την αιτία της τυφλώσεως των παιδιών, την εν γένει κατάστασιν της υγείας αυτών, ότι δεν πάσχουν εκ μεταδοτικού νοσήματος, και δεν είναι κωφά, ούτε ηλίθια, προσέτι δε ότι είναι εμβολισμένα.
3ον. Υπό εγγυήσεως γονέων, κηδεμόνος, προστάτου, δημοτικής ή κυβερνητικής αρχής δια το ότι αι εξαμηνίαι των τροφείων και διδάκτρων θέλουν προπληρώνεσθαι τακτικώς, λαμβανομένης ωα αφετηρίας της πρώτης ημέρας του μηνός κατά τον οποίον προσέρχεται το τυφλόν παιδίον.»
Επιπλέον, «κατόπιν εξαμήνου δοκιμασίας αποβάλλεται της Σχολής παν παιδίον το οποίον, ένεκα σοβαρών ελαττωμάτων και χαρακτήρος ανεπίδεκτου διορθώσεως, δύναται να κατασθή επικίνδυνον και επιβλαβές εις τους συντρόφους και τας συντρόφους του».Ακόμα «Εν τη Σχολή γίνονται δεκτά παιδιά τυφλά ηλικίας τουλάχιστον 6 έως 12 ετών. Εάν μεν είναι ευφυή και επιμελή, και η εν γένη διανοητική και σωματική κατάστασις αυτών είναι ομαλή, δύνανται ν αποφοιτήσουν εις ηλικίαν 18 ετών, οπότε ή επανερχόμενα εις τας οικογενείας των ή εισερχόμενα εις τον Άσυλον των Τυφλών κερδίζουσι διά της εργασίας των άρτον των. Εν τούτοις εάν οι τυφλοί, ένεκα διανοητικής και σωματικής καθυστερήσεως δεν είναι εισέτι ικανοί προς αποφοίτησιν, δύνανται να τελειοποιηθούν παραμένοντες εν τη Σχολή το πολύ μέχρι του 21ου έτους της ηλικίας αυτών. Μετά το πρώτο δοκιμαστικόν εξάμηνο οι έγγυηταί των τυφλών παιδιών οφείλουν ν’ αναλάβουν την υποχρέωσιν του ν’ αφήνουν αυτά εν τη Σχολή μέχρι του 18ου τουλάχιστον έτους της ηλικίας αυτών και τούτο, διότι απολυόμεθα ταχύτερον δεν είναι εισέτι εις θέσιν να κερδίζουν τα προς το ζην, ούτε είναι ακόμη αι γνώσεις των τόσο ασφαλέις, ώστε να μη διατρέχουν τον κίνδυνον να λησμονήσουν, όσα μετά κόπου και τη δαπάνη χρημάτων τοις εδιδάχθησαν επί σειρά ετών.
Όσον αφορά τη διαμονή τους και τη συντήρησή τους «Τα τροφεία και τα δίδακτρα των τυφλών οικοτρόφων ανέρχονται εις Δρ. 600 το έτος, προπληρώνονται δε καθ’ εξαμηνίας. Διά τους ευπορέστερους τυφλούς απαιτούντας ιδιαίτερον δωμάτιον κτλ δύνανται ν’ ανέλθουν τα τροφεία και δίδακτρα μέχρι Δρ. 1400 το έτος, προπληρωτέως καθ εξαμηνίας.»
Ο Κανονισμός στη συνέχεια αναφέρει πως «Η Σχολή Τυφλών παρέχει δωρεάν εις τας και τους τροφίμους αυτής, άπαντα τα υλικά νηπιαγωγείου, σχολείου, χειροτεχνίας και επαγγελματικής διδασκαλίας, ιατρικήν περίθαλψιν, ιατρικά, λουτρά θαλάσσια και καθαριότητος πλήρη δε απλούν ιματισμόν» και ότι «Εισαγώμενον το τρόφιμον τυφλόν παιδίον πρέπει να καταθέσει διά τον ιματισμόν του εφ’ άπαξ Δρχ. 100 ή να φέρει καινούργη μεθ εαυτού τα εξής: άπαντα τα εσώρουχα ανά 6, 12 μανδήλια, 6 ζ. περικνημίδων, 2 ζ. υποδημάτων, 1 χειμερινόν και 1 θερινόν πίλον, 2 εμπροσθέλλας, 1 επανοφόριο, φορέματα ή ενδυμασίας, ανά 1 θερινήν και 1 χειμερινήν, ψήκτραν και κτένη κεφαλής, ψήκτρα οδόντων, σπόγγον, μαχαιροπέρωνα πλήρη».
Παράλληλα, κάθε τρόφιμος, όφειλε να φέρει μαζί του, πέρα από όσα αναφέρονταν στο καταστατικό, ένα μπαουλάκι 60×60 μαζί με κλειδαριά, ένα πιάτο της σούπας και ένα φλιτζάνι αλουμινίου, ένα ψαλίδι εργασίας, ένα σκούφο μπλε, ένα πανωφόρι μπλε μαρόν, υποδήματα σκαρπίνια καφέ, ένα ζευγάρι πέδιλα και έξι πετσέτες φαγητού.
Στους κυριότερους όρους εισαγωγής στην σχολή τυφλών το 1926 το ποσό που πλήρωναν οι οικότροφοι για τα τροφεία και τα δίδακτρα ανερχόταν σε 1000 δραχμές το έτος. Για τους πιο εύπορους, που ζητούσαν ιδιαίτερο δωμάτιο, η τιμή ανερχόταν στις 1600 δραχμές. Για όσους δεν μπορούσαν να ανταπεξέλθουν στα έξοδα, κάποιος εύπορος πολίτης γινόταν ο χορηγός τους, δεν ήταν όλοι δηλαδή αυτοσυντήρητοι.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, συνέχισαν οι γονείς που είχαν την οικονομική δυνατότητα να προσφέρουν στο Ίδρυμα κάποια χρήματα για την παραμονή των παιδιών τους, αλλά και όσοι δεν τα κατάφερναν το Ίδρυμα τα δεχόταν κι αυτά. Εντούτοις, χαρακτηριστικές είναι οι μαρτυρίες των τότε τροφίμων, που αναφέρουν πως για να σε δεχτούν ως μαθητή προϋπέθετε γνωριμία με κάποιο ευυπόληπτο άτομο του κράτους ή της Εκκλησίας. Διαφορετικά, όσοι δεν είχαν τι απαραίτητες γνωριμίες, παρέμεναν στα σπίτια τους, χωρίς να μπορούν να λάβουν εκπαίδευση ή πήγαιναν, όταν αυτό ήταν εφικτό, στο σχολείο της περιοχής τους.99 Όποιος προσέφερε 2.000-10.000 δραχμές γινόταν αυτοδικαίως μέλος και δωρητής, αν έδινε 10.000-25.000 δραχμές ανακηρυσσόταν ευεργέτης και από 25.000 δραχμές και άνω Μέγας Ευεργέτης.
Οι κοιτώνες ήταν κοινοί για τα αγόρια και τα κορίτσια και μετά τα 14 τους χρόνια χωρίζονταν, επειδή όπως ανέφερε και η λογοδοσία του 1919, «Εν τω Σχολείω άρρενα και θήλεα ως αδέλφια ανατρεφόμενα συνδιδάσκονται εν απολύτω ισότητι. Επειδή όμως η τρυφερότης και αισθηματικότης των τυφλών είναι σημαντική, μας επιβάλλεται να χωρίζομεν τα φύλα από του 14ου έτους εις ιδιαίτερα Οικοτροφεία, προλαμβάνοντες σοβαρότερα μεταξύ νέων και νεανίδων αισθήματα, τα οποία πρέπει απολύτως να εμποδίζονται».101 Ο προαύλιος χώρος ήταν κοινός για όλους τους μαθητές και όπως ήταν φυσικό αγόρια και κορίτσια έρχονταν σε επαφή αρκετές ώρες την ημέρα με αποτέλεσμα να δημιουργούνται ερωτικά συναισθήματα μεταξύ τους. Ποιές ήταν όμως οι αντιλήψεις για τη σύναψη γάμων των τυφλών στις αρχές του 20ού αιώνα; Στο ερώτημα αυτό έρχεται να μας απαντήσει η Ειρήνη Λασκαρίδου στο κείμενο που η ίδια σύναψε στη Λογοδοσία του 1919.
Γάμος μεταξύ τυφλών όχι μόνο διέτρεχε την πιθανότητα μεταβιβάσεως της τυφλότητας στους απογόνους αλλά και από πρακτική άποψη δεν μπορούσε να αποβεί ευτυχής. Η οικιακή τάξη και οικονομία, οι μύριες απαιτήσεις της καθημερινής ζωής θα υπενθύμιζαν διαρκώς την έλλειψη της σπουδαιότερης από τις αισθήσεις. Οι τυφλοί άντρες που μπορούσαν με την εργασία τους να συντηρήσουν την οικογένειά τους και η συμβίωση με μια καλή και βλέπουσα γυναίκα παρείχε άπειρα πλεονεκτήματα. Για την τυφλή όμως κόρη το πράγμα διέφερε. Πρώτα απ’ όλα πού θα βρισκόταν ο πλήρης αυταπάρνησης σύζυγος που θα δεχόταν να παντρευτεί μια μη βλέπουσα γυναίκα; Όση θέληση και να έχει η σύζυγος δεν θα κατάφερεν να ανταπεξέλθει στα οικιακά της καθήκοντα. Αλλά και να μπορούσε η σύζυγος να διατηρεί οικιακή βοηθό σύντομα θα πικραινόταν όταν αντιλαμβανόταν ότι η οικογένειά της προτιμούσε τις περιποιήσεις μιας ξένης γυναίκας και όχι της ίδιας συζύγου και μητέρας. Όχι δεν έπρεπε να παντρεύονται οι τυφλές κόρες, υποστηριζόταν στη Λογοδοσία, αλλά να εργάζονται στα εργαστήρια και να γίνονται χρήσιμες στην κοινωνία με τον τρόπο αυτό.
Το Ίδρυμα και το Σχολείο μπορούσαν να το επισκεφτούν οι φιλάνθρωποι επισκέπτες και ημέρα επισκεπτηρίου είχε οριστεί η Πέμπτη. Στον κανονισμό παρακαλούνταν θερμά να τηρούν όσο ήταν δυνατόν την ημέρα αυτή και να μην προσέρχονται άλλες ημέρες. Κάθε παρατήρηση και απορία να εκφράζεται απευθείας στη διευθύντρια, η οποία και θα τους παρείχε κάθε πληροφορία σχετικά με τους τυφλούς. Επιπλέον, σημαντικό ήταν να μη δίνουν χρηματικά δώρα απευθείας στους τροφίμους, για να μη γεννιέται σε αυτούς η σκέψη ότι μπορούν να αποκτήσουν χρήματα χωρίς κόπο και χωρίς εργασία. Τέλος, να μη ρωτούν τα τυφλά παιδιά πώς και γιατί τυφλώθηκαν ούτε να τους δείχνουν οίκτο, ώστε αυτά να μη νιώθουν μειονεκτικά.
Τα αίτια τυφλώσεως των μαθητών καταγράφονταν, άλλα χειρόγραφα και άλλα δαχτυλογραφημένα, στην καρτέλα του καθενός, μαζί με τον τόπο καταγωγής τους και την ηλικία τους. Μέχρι και τις αρχές του 1920 οι περισσότεροι τρόφιμοι ήταν εκ γενετής τυφλοί ή είχαν χάσει την όρασή τους λόγω ευλογιάς, ερυθράς, οστρακιάς, μηνιγγίτιδας, τυφοειδούς πυρετού ή μεταστατικής οφθαλμίας, συνεπεία γρίπης. Ελάχιστοι τρόφιμοι ήταν τυφλοί από χτύπημα στα μάτια. Από το 1922 κι ύστερα και ιδιαίτερα κατά την περίοδο 1944-1950, σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες, ο αριθμός των τροφίμων αυξήθηκε και η πλειοψηφία τους έχει τυφλωθεί εξαιτίας της εμπόλεμης κατάστασης που επικρατούσε.
Στο Δημοτικό Σχολείο έμπαιναν παιδιά μεγάλης ηλικίας, που ήδη είχαν φοιτήσει στο σχολείο της περιοχής τους προτού χάσουν την όρασή τους, ώστε να πάρουν απολυτήριο. Βέβαια, μέχρι το 1976, το απολυτήριο το δέχονταν στο γυμνάσιο ως κατά παρέκκλιση, γιατί το Υπουργείο Παιδείας δεν το είχε αναγνωρίσει ως ισότιμο με εκείνο των γενικών δημοτικών σχολείων.
5.2.2 Ωρολόγιο Πρόγραμμα Μαθημάτων
Ας δούμε τώρα αναλυτικότερα το ωρολόγιο πρόγραμμα του Σχολείου και των εργαστηρίων, όπως παρουσιάζεται μέσα από το αρχειακό υλικό και σύμφωνα με τις προφορικές μαρτυρίες απόφοιτων τροφίμων, εργαζομένων και πλέον συνταξιούχων.
Όσα παιδιά εισέρχονταν στα 5 1/2 χρόνια τους φοιτούσαν στην προπαρασκευαστική τάξη που υπήρχε. Αποτελούσε ένα είδος νηπιαγωγείο, η πρώτη αυτή τάξη με την οποία ξεκίνησε τη λειτουργία του ο Οίκος Τυφλών, όπου προετοιμάζονταν και εκπαιδεύονταν μέσω διαφόρων δεξιοτήτων (κυρίως κατασκευή αντικειμένων από πηλό) για την ένταξή τους στην πρώτη δημοτικού.
Το γενικό πρόγραμμα της Σχολής είχε ως εξής:
6-7.30 Εγερτήριο. Ειδικές ασκήσεις ώστε να μάθουν οι μικροί μαθητές να πλένονται και να ντύνονται μόνοι τους. Τακτοποίηση των κοιτώνων από τους μεγαλύτερους.
7.30-8 Προσευχή. Α’ Πρόγευμα.
8-9.15 Μαθήματα και παίγνια.
9.15-9.20 Διάλειμμα.
9.20-10 Μάθημα.
10-10.30 Β’ Πρόγευμα και Διάλειμμα.
10.30-11.30 Μαθήματα.
11.30-11.35 Διάλειμμα.
11.35-12 Μάθημα.
12-12.15 Τακτοποίηση τάξεως, πλύσιμο χεριών.
12.15-2 Γεύμα και ξεκούραση. Τρεις φορές την εβδομάδα περίπατος.
2-4.30 Τεχνικά.
4.30-5 Δειλινό (μικρό γεύμα) και ξεκούραση.
5-6 Μελέτη.
6-7.15 Τα μικρότερα ελεύθερα ή μελετούν, τα μεγαλύτερα σπουδάζουν ή εργάζονται.
7.30 Δείπνο και προσευχή.
8 Κατάκλιση των μικρότερων. Το Σάββατο λουτρό.
8.30-9 Κατάκλιση των μεγαλύτερων.
Την Κυρι