ΕΘΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΤΥΦΛΩΝ

Η εκπαίδευση των τυφλών ατόμων / ατόμων με αναπηρίες της όρασης (1ο μέρος)

Αυγ 6, 2010 | Εκπαίδευση, ΘΕΜΑΤΑ ΤΥΦΛΟΤΗΤΑΣ

Ανώτατο Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Κρήτης
Σχολή Επαγγελμάτων Υγείας και Πρόνοιας
Τμήμα Κοινωνικής Εργασίας

Θέμα Πτυχιακής Εργασίας:
Η εκπαίδευση των τυφλών ατόμων / ατόμων με αναπηρίες της όρασης: Η περίπτωση του (KΕΑΤ) Κέντρου Εκπαίδευσης και Αποκατάστασης Τυφλών

Επόπτρια Καθηγήτρια: Παπαδάκη Βασιλεία

Σπουδάστριες:
Κοτσιάτου Αθανασία
Παναγιώτου Νικολέτα

Ηράκλειο 2004


Ευχαριστίες

Σε αυτό το σημείο θεωρούμε υποχρέωση μας να ευχαριστήσουμε όλους όσους συνέβαλλαν με το δικό τους μοναδικό τρόπο στην εκπόνηση αυτής της πτυχιακής εργασίας.

Καταρχήν οφείλουμε ένα μεγάλο ευχαριστώ στην υπεύθυνη καθηγήτρια της πτυχιακής μας εργασίας κυρία Παπαδάκη Βασιλεία, καθηγήτρια Κοινωνικής Εργασίας του ΑΤΕΙ Κρήτης. Χωρίς τη σημαντική εμπειρία, τις γνώσεις και την καθοδήγηση της καθ΄ όλη τη διάρκεια της διεξαγωγής της παρούσας εργασίας, δεν θα είχαμε φτάσει στο σημερινό αποτέλεσμα. Την ευχαριστούμε λοιπόν για την εποικοδομητική συνεργασία που είχαμε μαζί της.

Ευχαριστούμε επίσης την κοινωνική λειτουργό του ΚΕΑΤ, Κα Πανηγυράκη Μαρία για το αμέριστο ενδιαφέρον και την προθυμία της να συνδράμει με το δικό της τρόπο καθώς και για τη σημαντική βοήθεια σε βιβλιογραφικό υλικό που μας προσέφερε.

Τον κύριο Ευδοκάκη, καθηγητή του ΚΕΑΤ για τη σημαντική συνεργασία που είχαμε σχετικά με την εκπόνηση του ερευνητικού μέρους και τη λήψη των αφηγήσεων από τους τυφλούς μαθητές του γυμνασίου και του λυκείου.

Ακόμα ευχαριστούμε ιδιαίτερα τα μέλη του προσωπικού του ΚΕΑΤ που πρόθυμα δέχτηκαν να συμβάλλουν στο Α΄ μέρος της έρευνάς μας μέσω των συνεντεύξεων που μας παραχώρησαν.

Τέλος, το πιο μεγάλο ευχαριστώ το οφείλουμε στα άτομα με αναπηρίες της όρασης που συμμετείχαν στη διεξαγωγή αυτής της πτυχιακής εργασίας, που μας προσέφεραν αμέριστα τον προσωπικό τους χρόνο και μοιράστηκαν μαζί μας τις προσωπικές τους εμπειρίες.


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

1. ΟΡΙΣΜΟΣ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ

2. ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ
2.1 ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΞΙΣΩΣΗΣ ΕΥΚΑΙΡΙΩΝ ΚΑΙ ΙΣΟΤΙΜΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ
2.2 ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΙΣΟΤΙΜΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΕΣ
2.3 ΤΟΜΕΙΣ ΣΤΟΧΩΝ ΓΙΑ ΙΣΟΤΙΜΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ
2.4 ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΩΘΗΣΗ ΤΗΣ ΙΣΟΤΙΜΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ

3. ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ
3.1 ΜΟΝΤΕΛΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

4. ΕΙΔΙΚΗ ΑΓΩΓΗ / ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
4.1 ΑΝΙΣΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΔΙΑ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΤΩΝ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

5. Η ΤΥΦΛΩΣΗ ΩΣ ΦΥΣΙΚΟ ΕΜΠΟΔΙΟ
5.1 ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΤΥΦΛΩΣΗΣ
5.2 ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΤΥΦΛΩΣΗΣ
5.3 ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΤΩΝ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΕΣ ΟΡΑΣΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

6. ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΥΦΛΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

7. ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΤΥΦΛΩΝ (ΚΕΑΤ)
7.1 ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΤΟΥ ΚΕΑΤ
7.2 ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΚΕΑΤ
7.3 ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ / ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΕΑΤ

8. ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ – ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ – ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το θέμα της πτυχιακής μας εργασίας είναι “η εκπαίδευση των τυφλών ατόμων / ατόμων με προβλήματα όρασης στην Ελλάδα – η περίπτωση του ΚΕΑΤ (Κέντρο Εκπαίδευσης και Αποκατάστασης Τυφλών Ατόμων)”.
Η κατοχύρωση του δικαιώματος στην εκπαίδευση και η διευκόλυνση της πρόσβασης των ατόμων με αναπηρίες της όρασης σ’ αυτήν είναι ένα πολύ σημαντικό θέμα καθώς συνδέεται με τη δυνατότητα ένταξής τους στην αγορά εργασίας και την κοινωνική τους ενσωμάτωση. Η μελέτη του ΚΕΑΤ ως μοντέλο εκπαίδευσης έγινε μέσω : α) της διερεύνησης των απόψεων ατόμων με αναπηρίες όρασης που φοιτούν στο γυμνάσιο- λύκειο ή έχουν ολοκληρώσει την εκπαίδευση τους για τον τρόπο που βίωσαν ή βιώνουν το συγκεκριμένο μοντέλο εκπαίδευσης. β) της διερεύνησης των απόψεων μελών του προσωπικού του ΚΕΑΤ για την παρεχόμενη μέσω του ΚΕΑΤ εκπαίδευση.

Στην έρευνά μας χρησιμοποιήσαμε την ποιοτική μέθοδο ακολουθώντας τους παρακάτω δύο τρόπους συλλογής δεδομένων:
1. Πραγματοποίηση ημιδομημένων συνεντεύξεων με μέλη του προσωπικού του ΚΕΑΤ και της διοίκησης με στόχο να αναφερθούν τα αρνητικά και θετικά σημεία του συγκεκριμένου μοντέλου εκπαίδευσης.
2. Πραγματοποίηση συνεντεύξεων αφηγηματικού χαρακτήρα με άτομα με αναπηρίες της όρασης που φοιτούν στο γυμνάσιο / λύκειο ή έχουν ολοκληρώσει τη φοίτησή τους. Τους ζητήθηκε να αφηγηθούν μια ευχάριστη και μια δυσάρεστη εμπειρία που αφορά στο σύστημα εκπαίδευσης που βίωσαν στο ΚΕΑΤ.

Η παρούσα εργασία αποτελείται από επτά (7) κεφάλαια. Το πρώτο κεφάλαιο αναφέρεται στους εννοιολογικούς προσδιορισμούς της αναπηρίας μέσα από το ιατρικό και κοινωνικό μοντέλο, στην ταξινόμηση όρων σχετικά με την αναπηρία και στις μορφές της αναπηρίας.

Στο δεύτερο κεφάλαιο παρουσιάζεται η κοινωνική διάσταση της αναπηρίας. Ακολουθούν τα υποκεφάλαια εννοιολογικός προσδιορισμός της εξίσωσης των ευκαιριών και της ισότιμης συμμετοχής, προϋποθέσεις για ισότιμη συμμετοχή των ατόμων με αναπηρίες, τομείς στόχων και μέτρα προώθησης για την ισότιμη συμμετοχή.

Το τρίτο κεφάλαιο αναφέρεται στην εκπαίδευση των ατόμων με αναπηρίες καθώς και στα μοντέλα εκπαίδευσης τους.

Στο τέταρτο κεφάλαιο γίνεται μία αναφορά στην ειδική εκπαίδευση / αγωγή στην Ελλάδα και στον τρόπο που παρέχεται στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας, δευτεροβάθμιας και τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης. Ακολουθεί υποκεφάλαιο όπου συνοπτικά αναφέρονται οι ανισότητες και τα εμπόδια στην εκπαίδευση των ατόμων με αναπηρίες στην Ελλάδα.

Στο πέμπτο κεφάλαιο παρουσιάζεται η τύφλωση ως φυσικό εμπόδιο μέσα από τα υποκεφάλαια ορισμός, αίτια της τύφλωσης και δυσκολίες των ατόμων με αναπηρίες της όρασης κατά την αναπτυξιακή διαδικασία.

Το έκτο κεφάλαιο περιλαμβάνει τον τρόπο που διαμορφώνεται η ειδική εκπαίδευση για άτομα με προβλήματα όρασης μέσα από τις τρεις βαθμίδες εκπαίδευσης.

Το έβδομο κεφάλαιο παρουσιάζει το Κέντρο Εκπαίδευσης και Αποκατάστασης Τυφλών τη λειτουργία του, τις υπηρεσίες και τα προγράμματα του.

Το επόμενο κεφάλαιο αφορά στη μεθοδολογία της έρευνας και στην παρουσίαση των αποτελεσμάτων του Α΄ και Β΄ ερευνητικού μέρους της.
Ακολουθούν τα συμπεράσματα και οι προτάσεις της πτυχιακής εργασίας, η βιβλιογραφία και τα παραρτήματα.

Για την ολοκλήρωση του θεωρητικού μέρους της παρούσας εργασίας πραγματοποιήθηκε βιβλιογραφική και ηλεκτρονική αναζήτηση. Το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος των βιβλιογραφικών πηγών δεν αναφέρονταν ειδικά στο θέμα της τύφλωσης αποτέλεσε δυσκολία στη συλλογή υλικού για τη μελέτη του συγκεκριμένου θέματος. Αξίζει να σημειωθεί ότι σημαντική πηγή πληροφόρησης αποτέλεσε το ΚΕΑΤ προσφέροντας χρήσιμο υλικό που αφορούσε στο θέμα της πτυχιακής εργασίας. Η περιορισμένη ελληνική βιβλιογραφία σχετικά με την ποιοτική μέθοδο συλλογής δεδομένων αποτέλεσε μια ακόμη δυσκολία.


1. ΟΡΙΣΜΟΣ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ

Πριν προχωρήσουμε στην μελέτη του θέματος που επιλέξαμε θεωρούμε απαραίτητο να αναφερθούμε στην έννοια της αναπηρίας. Οι εννοιολογικοί προσδιορισμοί της αναπηρίας προκύπτουν είτε μέσα από το ιατρικό-βιολογικό μοντέλο, είτε από το κοινωνικό μοντέλο. Το ιατρικό-βιολογικό ορίζει την αναπηρία δίδοντας έμφαση στην παθολογία και στην ανατομία της βλάβης. Το κοινωνικό μοντέλο προσεγγίζει την αναπηρία δίδοντας έμφαση στις δυσκολίες που συνδέονται με το περιβάλλον του ανάπηρου ατόμου και παρεμποδίζουν την ισότιμη συμμετοχή.

Σύμφωνα με τον ορισμό του Κοινωνικού και Οικονομικού Συμβουλίου του Ο.Η.Ε «ανάπηρο άτομο θεωρείται οποιαδήποτε άτομο δεν μπορεί να εξασφαλίσει μόνο του όλες ή κάποιο μέρος από τις ανάγκες μιας φυσιολογικής ατομικής ή και κοινωνικής ζωής λόγω κάποιου εκ γενετής ή επίκτητου σωματικού ή διανοητικού μειονεκτήματος». (Σταθόπουλος, 1996, σ. 323)

Το 1980 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (Π.Ο.Υ) υιοθέτησε τη διεθνή ταξινόμηση των όρων «περιορισμός» (impairment), «αναπηρία» (handicap), «ανικανότητα» (disability) βάσει της οποίας γίνεται σαφής διάκριση των παραπάνω όρων μεταξύ τους. «Με τον όρο ανικανότητα (disability) ορίζεται η κατάσταση που αντιστοιχεί σε μερική ή ολική μείωση της ικανότητας στην εκτέλεση μιας δραστηριότητας με ένα συγκεκριμένο τρόπο ή μέσα στα όρια του φυσιολογικού. Με τον όρο αναπηρία (handicap) εννοείται η απώλεια ή ο περιορισμός των ευκαιριών κάποιων ατόμων να συμμετέχουν στη ζωή της κοινότητας ισότιμα με τους άλλους ανθρώπους. Με τον όρο περιορισμός / βλάβη (impairments) ορίζεται η κάθε απώλεια ή ανωμαλία της ψυχικής, ανατομικής δομής ή λειτουργίας». (ΟΗΕ, 1994, σ. 4). Η ανικανότητα (disability) ορίζεται σύμφωνα με το νομοσχέδιο για τη διάκριση της αναπηρίας (Disability Discrimination Act, 1996) ως «η φυσική ή η πνευματική βλάβη /περιορισμός η οποία έχει ουσιώδη και μακρά δυσμενή επίδραση στην ικανότητα του ατόμου να εκτελέσει τις καθημερινές του δραστηριότητες». (Disability Discrimination, 1996). «Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (Π.Ο.Υ) διακρίνει ανάμεσα στην αναπηρία (infirmite) ως ατομικό χαρακτηριστικό και τα λειτουργικά προβλήματα (troubles fonctionnels) που απορρέουν από αυτή (όρασης, ακοής, κίνησης, πνευματικά) και το μειονέκτημα (handicap) που το θεωρεί κοινωνική επίπτωση της αναπηρίας ή των λειτουργικών προβλημάτων. Η αντίληψη αυτή στηρίζεται στην αρχή ότι μια φυσική μειονεκτικότητα δεν είναι αναπηρία στο βαθμό που δεν αναστέλλει το άτομο από την αυτοολοκλήρωσή του. Άλλωστε οποιαδήποτε στιγμή της ζωής του το άτομο μπορεί να περάσει από τη μια κατάσταση αυτοφροντίδας σε μία κατάσταση μικρότερης ή μεγαλύτερης φυσικής εξάρτησης». (Νικολαίδου, 1996, σ. 424)

Οι απόψεις αυτές άρχισαν να διατυπώνονται τη δεκαετία του ΄80 από τον Π.Ο.Υ. Η ταξινόμηση των νόσων, των βλαβών, των αναπηριών και των μειονεκτημάτων καθίσταται χρήσιμη για διάφορους τομείς, που ασχολούνται με την αναπηρία. Παράλληλα εκφράστηκαν ανησυχίες για την «ιατροκεντρική» προσέγγιση της αναπηρίας, που είχε ως συνέπεια να μη δίδεται βαρύτητα στις συνθήκες του περιβάλλοντος που συμβάλλουν στην περιθωριοποίηση του ανάπηρου ατόμου. Ως προς αυτή την κατεύθυνση κινείται το κοινωνικό μοντέλο, στο οποίο γίνεται μία σαφής διάκριση ανάμεσα στην αναπηρία και στην ανικανότητα που πηγάζει από αυτή. «Η αναπηρία εξετάζεται ως ένα θέμα που συνδέεται άμεσα με την «ανάπηρη φύση» της κοινωνίας και όχι ως πρόβλημα που αφορά στα ίδια τα άτομα». (Έκθεση για την κατάσταση των ατόμων με ειδικές ανάγκες στην Ελλάδα, 1994, σ. 10)

«Οι αναπηρίες ταξινομούνται ως προς τον χρόνο εκδήλωσης σε εκείνες με τις οποίες γεννιέται το βρέφος – τις συγγενείς αναπηρίες- και σε αναπηρίες οι οποίες μπορούν να προκληθούν σε κάποια χρονική στιγμή από κληρονομικά αίτια, ασθένεια ή ατύχημα». (Σταθόπουλος, 1996, σ. 323). Οι αναπηρίες διακρίνονται σε τέσσερα είδη: κινητικές ή σωματικές, αισθητηριακές, νοητικές-γνωστικές και συναισθηματικές. Συχνά όμως η αναπηρία έχει επιπτώσεις όχι μόνο σε ένα τομέα λειτουργικότητας του ατόμου, αλλά και σε άλλους τομείς (περιπτώσεις πολυαναπηρίας).

Οι μορφές και κατηγορίες αναπηρίας που απαντώνται είναι :
• Κώφωση ή βαρηκοΐα
• Τύφλωση (ολική ή μερική)
• Αναπηρία της κίνησης (ημιπληγία, παραπληγία, τετραπληγία)
• Αναπηρίες- παραλύσεις του εγκεφάλου (σπαστικότητα)
• Νοητική υστέρηση
• Άλλες αναπηρίες και χρόνιες παθήσεις: α. Επιληψία, β. Νόσος του Χάνσεν, γ. Νεφρική ανεπάρκεια, δ. Μεσογειακή αναιμία ή συγγενής αιμορραγική διάθεση (Αιμορροφιλία), ε. Χρόνιες παθήσεις- σωματικές βλάβες-κατάκοιτοι, Βαριές αναπηρίες ποσοστού 67% και πάνω.
• Ψυχικές ασθένειες και άλλες αναπηρίες

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες άρχισε να δίδεται έμφαση στην κοινωνική διάσταση της αναπηρίας. Αυτή η αλλαγή στον τρόπο προσέγγισης φαίνεται μέσα από διάφορα κείμενα και διακηρύξεις, όπως η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων των Αναπήρων Ατόμων (9 Δεκεμβρίου του 1975). Σύμφωνα με την Διακήρυξη των Δικαιωμάτων των Αναπήρων Ατόμων επιβεβαιώνεται «η πίστη στα ανθρώπινα δικαιώματα και τις βασικές ελευθερίες…και καλεί για εθνική και διεθνή δραστηριότητα με σκοπό να χρησιμοποιηθεί η Διακήρυξη για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες ως κοινή βάση και πλαίσιο αναφοράς για την προστασία αυτών των δικαιωμάτων». (OHE, 1994, σ. 7)

Ο ΟΗΕ μετά από 11 χρόνια θα επιχειρήσει μια πιο ολοκληρωμένη προσπάθεια λήψης μέτρων σε εθνικό και διεθνές επίπεδο μέσα από την ψήφιση των πρότυπων κανόνων για την εξίσωση των ευκαιριών για τους ανθρώπους με αναπηρίες. Αν και η ισχύς των πρότυπων κανονισμών δεν είναι υποχρεωτική από τα κράτη, είναι σημαντική καθώς αναγνωρίστηκε η ανάγκη για πολύπλευρη και ισότιμη συμμετοχή των ατόμων με αναπηρίες σε όλους τους τομείς της ζωής.

Σημαντική επίσης είναι και η συμβολή της Διακήρυξης του Sundeberg το 1981, η οποία αναφέρεται στην ανάγκη για ανάπτυξη στρατηγικής και δράσης για την εκπαίδευση, την πρόληψη και την ένταξη των ανάπηρων ατόμων. Σύμφωνα με τη διακήρυξη θα εξασφαλιστεί η πλήρης συμμετοχή των ατόμων με αναπηρίες «αν οι κοινωνίες, οι ειδικές οργανώσεις, οι κρατικές αρχές στο σύνολο τους λάβουν υπόψη σε κάθε δράση τους για τα άτομα με αναπηρίες τις αρχές της συμμετοχής, ένταξης, ανάπτυξης της προσωπικότητας, αποκέντρωσης και διεπαγγελματικού συντονισμού». (Οδηγός του πολίτη με ειδικές ανάγκες, 2001, σ. 53)


2. ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ

Ύστερα από την αναφορά σε εννοιολογικούς προσδιορισμούς της αναπηρίας θεωρήσαμε σημαντικό να αναφερθούμε και στην κοινωνική της διάσταση. Οι άξονες που θα κινηθούμε για να την εξετάσουμε είναι δύο. Ο πρώτος είναι το κοινωνικό μοντέλο προσέγγισης της αναπηρίας και ο δεύτερος σχετίζεται με την υιοθέτηση πολιτικών και δράσεων για την αναπηρία.

Προτού προχωρήσουμε στις σύγχρονες αντιλήψεις για την αναπηρία θεωρούμε ενδιαφέρον να δούμε συνοπτικά την αντιμετώπιση της αναπηρίας γενικότερα μέσα στο πέρασμα των χρόνων, καθώς και μέσω των πολιτιστικών και κοινωνικών αντιλήψεων. Η αναπηρία περιγράφεται σε πολλούς πολιτισμούς «αδρά μέσα από αιτίες που πιστεύεται ότι προκαλούν κάποια βλάβη/ αναπηρία/ ανικανότητα. Θεωρείται ότι, α) οι αναπηρίες προκαλούνται από άλλους ανθρώπους, β) ο ίδιος ο άνθρωπος (με τη συμπεριφορά του) τις προκαλεί στον εαυτό του και γ) προκαλούνται από τη μοίρα, τη φύση ή το θέλημα του Θεού». (Γκουρτζιάν, 1994, σ. 186)

«Οι Ανατολικοί θεωρούν τη φυσική ανικανότητα ως μη αναστρέψιμη από ιατρικά μέσα. Η στάση τους απέναντι στα ανάπηρα άτομα είναι αυτή της παθητικής αποδοχής της μοίρας καθώς και το αίσθημα οίκτου απέναντι σε αυτά. Οι ευρωπαϊκές- δυτικές κοινωνίες με κάποιο επίπεδο τεχνολογικής ανάπτυξης και με τη ύπαρξη μικρών αγροτικών κοινοτήτων είχαν την τύχη να ζουν σε μία κατάσταση που θα ονομάζαμε ‘φυσική ένταξη’. Αυτό σημαίνει ότι τα ανάπηρα άτομα ήσαν μέρος της οικογένειας και μιας κοινότητας, όπου ικανοποιούνται οι βασικές τους ανάγκες και μπορούσαν να βρουν ρόλους με σημασία για τους εαυτούς τους, ανάλογα με τις φυσικές και διανοητικές ικανότητες». (Γκουρτζιάν, 1994, σ. 187) Τέλος στις αναπτυσσόμενες κοινωνίες υπάρχει μία ποικιλία απόψεων και αντιμετώπισης της αναπηρίας «από εξοστρακισμό και αφανισμό των ανάπηρων ατόμων μέχρι αποδοχής και θεώρησης τους ως κάτι ιερό». (Γκουρτζιάν, 1994, σ. 187)

«Βέβαια, παρά την πρόοδο των κοινωνικών αντιλήψεων, οι προκαταλήψεις για τα ΑΜΕΑ συντηρούνται σε μεγάλο βαθμό μέσα στα παλαιότερα πλαίσια αντιμετώπισης όπου: α) Τα άτομα με ειδικές ανάγκες είναι άτομα που χρειάζονται τη βοήθεια των άλλων (κυρίως του άμεσου οικογενειακού και φιλικού περιβάλλοντος αλλά και του ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος), που «πρέπει» να την προσφέρουν ωθούμενοι από αισθήματα συμπόνιας και αλληλεγγύης προς τους σωματικά μειονεκτούντες συνανθρώπους τους. β) Λόγω της φυσικής τους «αναπηρίας» και της εξάρτησης που απορρέει από αυτή, τα ΑΜΕΑ είναι υποχρεωμένα να υποταχθούν στο οικογενειακό, φιλικό και κοινωνικό περιβάλλον που τους προσφέρει αυτή η βοήθεια. γ) Η μειωμένη προσφορά των ΑΜΕΑ, ως μελών μιας κοινωνίας που στηρίζεται στην παραγωγική / καταναλωτική δυνατότητα των μελών της, τα περιθωριοποιεί εξ ορισμού, αφού είναι δύσκολο σ’ αυτά να διεκδικήσουν επί ίσοις όροις τα δικαιώματά τους, μη έχοντας την αντίστοιχη κοινωνικοοικονομική ισχύ. Παραμένει μόνο η υποχρέωση της πολιτείας και η φιλανθρωπική διάθεση των πολιτών να προσφέρουν σε εθελοντική βάση τη βοήθειά τους. Η στάση αυτή απορρέει από την απουσία μέχρι πρόσφατα, ακόμα και στις τεχνολογικά προηγμένες χώρες της δύσης, νομοθετικών ρυθμίσεων που λαμβάνουν πρόνοια για την ενεργό συμμετοχή των ΑΜΕΑ στην κοινωνική ζωή και για τη διαμόρφωση του αστικού περιβάλλοντος με στόχο το μη αποκλεισμό (ή τη διευκόλυνση συμμετοχής) των ΑΜΕΑ από την ενεργό δράση». (Νικολαίδου, 1996, σ. 427-428)

«Η αντιμετώπιση της αναπηρίας από την κοινωνία, μέχρι πρόσφατα χαρακτηριζόταν από ανάμεικτα συναισθήματα οίκτου και προκατάληψης. Οπωσδήποτε οι βαριά ανάπηροι παλαιότερα εθεωρούντο πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Το άσυλο ήταν αυτό που προσέφερε προστασία και στοιχειώδη φροντίδα». (Γκουρτζιάν, 1994, σ. 187) Μετά το τέλος του 2ου παγκοσμίου πολέμου άρχισαν να αναφέρονται έννοιες όπως ενσωμάτωση και ομαλοποίηση, οι οποίες δείχνουν την πορεία συνειδητοποίησης των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρίες.

Στο κοινωνικό μοντέλο προσέγγισης της αναπηρίας, όπως έχει ήδη αναφερθεί πέρα από τη σαφή διάκριση που γίνεται μεταξύ ανικανότητας και αναπηρίας γίνεται σαφής αναφορά στην κοινωνία και στην άρση των εμποδίων εκείνων, που δυσχεραίνουν την ισότιμη συμμετοχή των ανάπηρων ατόμων στην κοινωνική ζωή. Δεν τίθεται μόνο προβληματισμός για την αναπηρία σε επίπεδο ατόμου, αλλά δίδεται έμφαση στη σχέση του ατόμου και των περιβαλλοντικών συνθηκών. (OHE, 1994, σ. 7)

«Παρόλα αυτά ο δρόμος είναι μακρύς, ακόμη μέχρι η κοινωνική διάσταση της αναπηρίας να ενσωματωθεί στο ιδεολογικό υπόβαθρο των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και των προνοιακών τους συστημάτων». (OHE, 1994, σ. 5)

Οι πολιτικές «που υιοθετούνται υπέρ των ατόμων με αναπηρίες είναι αποτέλεσμα των τελευταίων 200 χρόνων. Με πολλούς τρόπους αντανακλούν τις γενικές συνθήκες διαβίωσης, τις κοινωνικές και τις οικονομικές συνθήκες των διαφορετικών εποχών». (ΟΗΕ, 1994:2) Ουσιαστικά ο ΟΗΕ ασχολείται με την αναπηρία τη δεκαετία 1983-1992, όπου καταρτίζει και υιοθετεί ένα κείμενο κανονισμών για την εξίσωση των ευκαιριών για τους ανθρώπους με αναπηρίες στη 48η γενική του συνέλευση στις 20/12/1993 .

Αν και η εφαρμογή των κανονισμών δεν είναι υποχρεωτική, αποτελούν για τα κράτη- μέλη που τους υιοθετούν μία ηθική δέσμευση και μια βάση για την ανάπτυξη προγραμμάτων για τα ανάπηρα άτομα. Επίσης αποτελεί βάση διεκδίκησης των ατόμων με αναπηρίες για την ισότιμη συμμετοχή τους και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής τους.

2.1 ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΞΙΣΩΣΗΣ ΕΥΚΑΙΡΙΩΝ ΚΑΙ ΙΣΟΤΙΜΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ

Στο κεφάλαιο αυτό θα γίνει μία αναφορά στις έννοιες εξίσωση ευκαιριών, ίσα δικαιώματα, ισότιμη συμμετοχή καθώς και σε άλλες που σχετίζονται με αυτές.

«Ο όρος εξίσωση ευκαιριών σημαίνει τη διαδικασία μέσα από την οποία τα διάφορα κοινωνικά συστήματα και το περιβάλλον, όπως οι υπηρεσίες, οι δραστηριότητες, οι πληροφορίες, τα βιβλία και τα ενημερωτικά έντυπα γίνονται προσπελάσιμα σε όλους και ιδιαίτερα στους ανθρώπους με αναπηρίες.

Η αρχή των ίσων δικαιωμάτων σημαίνει ότι οι ανάγκες των ανθρώπων έχουν ίση σημασία και ότι οι κοινωνίες πρέπει να σχεδιάζονται με βάση αυτές και ότι όλοι οι πόροι πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζουν στον καθένα ίσες ευκαιρίες για συμμετοχή». (Έκθεση για την κατάσταση των ατόμων με ειδικές ανάγκες στην Ελλάδα, 1994, σ. 14)

Επίσης πολλοί θεωρούν ότι «οι ίσες ευκαιρίες αποτελούν μία δυναμική λειτουργία της αρχής της ισότητας, που αφορά στη διαδικασία και στα μέτρα που χρειάζονται για την εξίσωση των ευκαιριών των ατόμων και των ομάδων, την απασχόληση, την κοινωνική προστασία και κατοχύρωση ως άτομα». (Έκθεση για την κατάσταση των ατόμων με ειδικές ανάγκες στην Ελλάδα, 1994, σ. 15)
Εκτός από τον Ο.Η.Ε μέσα στην ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία υπάρχουν ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και των αντιπροσώπων των κρατών-μελών σχετικά με τη ισότητα των ευκαιριών για τα άτομα με ειδικές ανάγκες. Η αναγνώριση από τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης της αρχή της ισότητας των ευκαιριών για όλους συνεπάγεται ότι θα πρέπει τα κράτη-μέλη να συμμετάσχουν στην προσπάθεια για εξάλειψη των διακρίσεων εις βάρος των αναπήρων και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής τους. Στον κοινωνικό χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων των εργαζομένων (άρθρο 26) αναφέρεται: «Κάθε άτομο με ειδικές ανάγκες ανεξάρτητα από την προέλευση και τη φύση της αναπηρίας του πρέπει να απολαύει συγκεκριμένων πρόσθετων ευεργετημάτων με σκοπό να ευνοηθεί η επαγγελματική και η κοινωνική του ένταξη». (Ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία, 1996, σ. 1-2)
Οι συνέπειες της άνισης μεταχείρισης του ανάπηρου ατόμου λειτουργούν αθροιστικά ως προς την προσωπική, κοινωνική, επαγγελματική ολοκλήρωση ενός ατόμου. Η προσπάθεια για την εξίσωση ευκαιριών είναι μία διαδικασία που φέρει ως αποτέλεσμα αλλαγές σε όλα τα επίπεδα της ζωής. Ενθαρρύνει τη συμμετοχή των ανάπηρων ατόμων σε όλα τα επίπεδα της ανθρώπινης ζωής και την προσπάθεια τους να αντιμετωπίσουν τις διακρίσεις που καθημερινά βιώνουν.

Έννοιες που σχετίζονται άμεσα με το θέμα την ισότιμη συμμετοχή των ατόμων με αναπηρίες είναι η αυτόνομη διαβίωση και η προσαρμογή. Δύο έννοιες πολύ στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους. Η μεν αυτόνομη διαβίωση θέτει ως στόχο την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη οικονομική και κοινωνική ενσωμάτωση, ώστε να ενδυναμώνονται οι προσπάθειες των ατόμων με αναπηρίες για ισότιμη συμμετοχή σε κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής. Αναγνωρίζει το δικαίωμα των πολιτών με αναπηρίες να αποκτούν τον έλεγχο της ζωής τους εξετάζοντας επιλογές και λαμβάνοντας αποφάσεις. «Η φιλοσοφία της ανεξάρτητης διαβίωσης αναγνωρίζει ότι οι άνθρωποι με αναπηρίες έχουν το δικαίωμα να διαχειρίζονται οι ίδιοι τη ζωή τους, να λαμβάνουν αποφάσεις οι ίδιοι και να συμμετέχουν ενεργά στην κοινότητα που ανήκουν. (Περιοδικό “ΑΝΑΠΗΡΙΑ ΤΩΡΑ” για άτομα με ειδικές ανάγκες, (28/3/2003), Τι είναι ανεξάρτητη διαβίωση, [www.gr-arts/33il02].URL http://www.disabled.gr) Η φιλοσοφία της ανεξάρτητης διαβίωσης γίνεται πραγματικότητα μέσα από τη λειτουργία των κέντρων πληροφόρησης για την ανεξάρτητη διαβίωση, που ως αρχή τους ακολουθούν την προώθηση της ενσωμάτωσης και της πλήρους συμμετοχής. Το πρότυπο ανεξάρτητης διαβίωσης προσδίδει στο άτομο με αναπηρίες αυτοπεποίθηση και δύναμη, ώστε να προσπαθήσει να προσαρμόσει το περιβάλλον στις δικές του ανάγκες.

Η δε προσαρμογή σχετίζεται με την άρση των έμμεσων εμποδίων ως προς τη συμμετοχή των ατόμων με αναπηρίες. Έχει πρακτικό χαρακτήρα και αναφέρεται σε θέματα ωραρίου εργασίας, προσπελασιμότητας κτιρίων και σύνδεσης αναγκών των ατόμων με συγκεκριμένα προγράμματα.

Σύμφωνα με την Εθνική Συνομοσπονδία Ατόμων με Ειδικές Ανάγκες (1994) οι θεωρητικές διατυπώσεις της ισότιμης συμμετοχής είναι εύκολες όμως η εφαρμογή τους είναι δύσκολη. Ναι μεν ένα μεγάλο ποσοστό χωρών έχουν αποδεχθεί τις αρχές και τους κανόνες, ο δρόμος όμως για την ισότιμη συμμετοχή των αναπήρων ατόμων είναι μακρύς και δύσκολος και σίγουρα περνά μέσα και από την ενεργοποίηση των αναπήρων ατόμων για βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους.

2.2 ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΙΣΟΤΙΜΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΕΣ

Οι προϋποθέσεις για την ισότιμη συμμετοχή των ατόμων με αναπηρίες που περιγράφονται μέσα από τους κανονισμούς για την εξίσωση των ευκαιριών για τους ανθρώπους με αναπηρίες και είναι οι παρακάτω:
• Η αφύπνιση για δράση
• Ιατρική φροντίδα
• Αποκατάσταση
• Υπηρεσίες υποστήριξης

Οι παραπάνω προϋποθέσεις θα πρέπει να υπάρχουν στα κράτη που με τη διαμόρφωση κατάλληλων προνοιακών / κοινωνικών και άλλων προγραμμάτων θα προσπαθήσουν να συμβάλλουν με το δικό τους τρόπο θεσμικά και ηθικά στην επίτευξη της εξίσωσης των ευκαιριών και τη συμμετοχή των ατόμων με αναπηρίες στην κοινωνική ζωή .

Αφύπνιση για δράση
Η αφύπνιση για δράση αποτελεί την προσπάθεια ενημέρωσης για τα προβλήματα των ανθρώπων με αναπηρίες, τα δικαιώματα τους, τις ανάγκες τους και ότι άλλο μπορεί να τους αφορά. Για το λόγο αυτό λοιπόν, τα κράτη θα πρέπει να πληροφορούν τους πολίτες για προγράμματα και υπηρεσίες σε σχέση με την αναπηρία. Να υποστηρίζουν εκστρατείες ενημέρωσης, που θα ενημερώνουν για όλα όσα αφορούν στα άτομα με αναπηρίες (πολιτικές, δικαιώματα, υποχρεώσεις), έτσι ώστε τα άτομα με αναπηρία να συμμετέχουν ισότιμα σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής.

Επίσης σημαντικό ρόλο στην αφύπνιση δράσης διαδραματίζουν και τα ΜΜΕ, τα οποία προβάλλοντας με αισιόδοξο τρόπο και στις πραγματικές της διαστάσεις την αναπηρία θα βοηθήσουν στο να ξεπεραστούν τα εμπόδια για ισότιμη συμμετοχή. Στην προβολή της αναπηρίας με θετικό τρόπο θα μπορούσε να συμβάλλει και η εκπαίδευση μέσα από την ενθάρρυνση για συμμετοχή σε προγράμματα δημόσιας εκπαίδευσης που αφορούν σε ανάπηρα άτομα.

Ιατρική φροντίδα
Μια ακόμη προϋπόθεση που θα πρέπει τα κράτη να εξασφαλίσουν, έτσι ώστε να υπάρξει ισότιμη συμμετοχή είναι η αποτελεσματικότερη ιατρική φροντίδα. «Αυτή θα επιτευχθεί μέσα από προγράμματα που εκτιμούν και θεραπεύουν έγκαιρα τις ανικανότητες αποκλείοντας ή περιορίζοντας τα αποτελέσματα της αναπηρίας». (ΟΗΕ, 1994, σ. 6) Στα προαναφερθέντα προγράμματα θα συμμετέχουν σε επίπεδο σχεδιασμού και αξιολόγησης κατά κύριο λόγο άτομα με αναπηρίες.

Το κράτος θα πρέπει να εγγυηθεί για την ποιότητα ιατρικής φροντίδας όλων των ανθρώπων καθώς και των ανάπηρων ατόμων μέσα από το εξειδικευμένο προσωπικό παροχής υπηρεσιών υγείας, κατάλληλης ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και γενικότερα υψηλής ποιότητας ιατρικής φροντίδας. Στη χώρα μας υπάρχει νόμος Ν.2238/1994 που ορίζει, ότι «αφαιρούνται από το εισόδημα του φορολογουμένου πάσχοντα από χρόνια ασθένεια, τυφλού, κωφαλάλου, τα έξοδα της νοσοκομειακής περίθαλψης εφόσον το ετήσιο απαλλασσόμενο εισόδημα τους δεν υπερβαίνει τις 600.000 δρχ». (Οδηγός του πολίτη με ειδικές ανάγκες, 2001, σ. 138)

Αποκατάσταση
«Ο όρος “αποκατάσταση” αναφέρεται διεθνώς στη διαδικασία που έχει στόχο να δώσει τη δυνατότητα στους ανθρώπους με αναπηρίες να φτάσουν και να διατηρήσουν σωματικά, αισθητηριακά, ψυχιατρικά και/ή κοινωνικά λειτουργικά επίπεδα, παρέχοντας τους τα εργαλεία να αλλάξουν τη ζωή τους προς ένα υψηλότερο επίπεδο ανεξαρτησίας. Η αποκατάσταση μπορεί να περιλαμβάνει μέτρα για να παρέχει και να αποκαθιστά λειτουργίες ή να αναπληρώνει την απώλεια ή την απουσία μιας λειτουργίας ή ενός λειτουργικού περιορισμού. Η διαδικασία της αποκατάστασης δεν περιλαμβάνει την αρχική ιατρική φροντίδα. Περιλαμβάνει μία πλατιά κλίμακα μέτρων και δραστηριοτήτων, που κυμαίνονται από τη βασική και γενική αποκατάσταση μέχρι εξειδικευμένα μέτρα, όπως επαγγελματική αποκατάσταση». (ΟΗΕ, 1994, σ. 5)

Με το πέρασμα των χρόνων η έννοια της αποκατάστασης διαφοροποιήθηκε. Τα πρώτα χρόνια δόθηκε έμφαση στην ιατρική αποκατάσταση. Σημαντικό ρόλο στην ιστορία της αποκατάστασης διαδραμάτισαν τα κέντρα αποκατάστασης και αποδοχής των ατόμων με αναπηρίες, στα οποία με τον καιρό μετατοπίστηκε το κέντρο βάρους από την ιατρική φροντίδα σε υπηρεσίες υποστήριξης των ατόμων με αναπηρίες καθώς και στην ανάπτυξη δραστηριοτήτων και μέτρων με στόχο την αποκατάσταση των ατόμων σε όλα τα επίπεδα της ζωής τους.

Στο νόμο ΠΔ4-10/1995, άρθρο 24,ΦΕΚ 231 Α΄ προβλέπεται η ίδρυση και η λειτουργία κέντρων υποστήριξης και αποκατάστασης, η μελέτη και η εφαρμογή κοινωνικών προγραμμάτων για την καλύτερη εξυπηρέτηση των ατόμων με αναπηρίες στα πλαίσια των ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμού. Ήδη λειτουργούν στην χώρα μας κάποια κέντρα κοινωνικής υποστήριξης και αποκατάστασης ατόμων με αναπηρίες. (Παράρτημα Νο I) «Τελευταία άρχισαν να δραστηριοποιούνται οργανώσεις «άμεσα θιγόμενων» αναπήρων, οι οποίες προσπαθούν να προβάλλουν το πρότυπο του ακηδεμόνευτου αναπήρου» (Περιοδικό “ΑΝΑΠΗΡΙΑ ΤΩΡΑ” για άτομα με ειδικές ανάγκες, (3/3/2003), Πολιτική αποκατάστασης και ανάπτυξης, [www.gr-arts/polreh01].URL http://www.disabled.gr)

Στην Ελλάδα τίθεται ανάγκη δημιουργίας κέντρων αποκατάστασης αναπήρων ατόμων. Μέσα από κείμενα του ΟΗΕ περιγράφεται ο τρόπος που τα κράτη θα έπρεπε να προβλέπουν υπηρεσίες και μέτρα αποκατάστασης για τους ανθρώπους με αναπηρίες. Σε εθνικό και τοπικό επίπεδο είναι αναγκαία η ανάπτυξη προγραμμάτων αποκατάστασης για όλες τις ομάδες των ατόμων με αναπηρίες, λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές της ισοτιμίας και πλήρους συμμετοχής.

Υπηρεσίες υποστήριξης
Παράλληλα με την κλίμακα μέτρων και δραστηριοτήτων σε επίπεδο αποκατάστασης απαραίτητη κρίνεται και η ανάπτυξη υπηρεσιών υποστήριξης των ατόμων με αναπηρίες για την όσο το δυνατόν πιο ισότιμη συμμετοχή τους σε όλους τους τομείς της καθημερινής ζωής.

Η ανάπτυξη αυτή θα περιλαμβάνει τη διαμόρφωση βοηθητικών μηχανισμών και εξοπλισμού καθώς και την ύπαρξη καταρτισμένου προσωπικού που θα πλαισιώνουν τις υπηρεσίες υποστήριξης. Σημαντικό ρόλο στη ανάπτυξη των βοηθητικών μηχανισμών διαδραματίζει η υψηλή τεχνολογία, ενώ όσον αφορά στο ανθρώπινο δυναμικό είναι αναγκαία η συνεχιζόμενη κατάρτιση ώστε να γίνουν ικανοί στην παροχή υποστηρικτικών μηχανισμών.

Παράλληλα θα πρέπει τα άτομα με αναπηρίες να έχουν αποφασιστικό ρόλο στο σχεδιασμό, την οργάνωση και την αξιολόγηση των προγραμμάτων, των υπηρεσιών και των μέτρων υποστήριξης. Επίσης θα πρέπει να έχουν εύκολη πρόσβαση στους βοηθητικούς μηχανισμούς από οικονομική άποψη.

2.3 ΤΟΜΕΙΣ ΣΤΟΧΩΝ ΓΙΑ ΙΣΟΤΙΜΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ

Μετά από την αναφορά στις προϋποθέσεις που σχετίζονται με την συμμετοχή των ατόμων με αναπηρίες προχωράμε σε μία σύντομη παρουσίαση των τομέων στους οποίους θα πρέπει να υπάρξουν παρεμβάσεις, ώστε να επιτευχθεί η ισότιμη συμμετοχή των ανάπηρων ατόμων. Οι τομείς αυτοί σύμφωνα με τους κανονισμούς του ΟΗΕ για την εξίσωση των ευκαιριών για τους ανθρώπους με αναπηρία είναι οι παρακάτω:
• Προσπελασιμότητα
• Εκπαίδευση
• Εργασία
• Διατήρηση των εισοδημάτων και κοινωνική ασφάλιση
• Οικογενειακή ζωή και ολοκλήρωση της προσωπικής ζωής
• Πολιτισμός
• Ψυχαγωγία και αθλητισμός
• Θρησκεία

Προσπελασιμότητα
Τα άτομα με αναπηρίες θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης τόσο στο φυσικό περιβάλλον (σπίτια, δημόσια κτίρια, εξωτερικούς χώρους) που ζουν και κινούνται, όσο και σε πληροφορίες και στην επικοινωνία.

«Υπάρχει μια σχέση ανάμεσα στη φυσική αναπηρία και τον περιβάλλοντα χώρο. Ο διαμορφωμένος τεχνητά χώρος (το κτισμένο περιβάλλον) ανάλογα με τη διαμόρφωση του μπορεί να περιορίσει ή να εντείνει το βαθμό της φυσικής αναπηρίας ενός ατόμου. Μια φυσική αναπηρία απαλύνεται, αν η διαμόρφωση του κτισμένου περιβάλλοντος δεν στέκεται εμπόδιο και το αντίθετο. Με άλλα λόγια, ο σχεδιασμός και η πολεοδομική οργάνωση του κτισμένου περιβάλλοντος εντείνει ή περιορίζει τις φυσικές ιδιαιτερότητες. Ένα άτομο με ειδικές ανάγκες, όταν βρίσκεται σ’ ένα διαμορφωμένο περιβάλλον με τέτοιο τρόπο ώστε να υποβοηθά την αυτονομία του, δεν εσωτερικεύει την αναπηρία του ως απόλυτα ανασταλτικό παράγοντα για την ανάπτυξη της προσωπικότητας». (Νικολαίδου, 1996, σ. 424)

Η πρόσβαση αποτελεί μία έννοια με ευρύ περιεχόμενο, που καλύπτει πολλούς τομείς.

«Στη χώρα μας η πρόσβαση στο φυσικό και δομημένο περιβάλλον αλλά και στα μέσα μαζικής μεταφοράς βρίσκεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα». (Έκθεση για την κατάσταση των ατόμων ειδικές ανάγκες στην Ελλάδα, 1994, σ. 29). Καθημερινά τα άτομα με αναπηρίες βιώνουν το πρόβλημα της ακατάλληλης ή ανύπαρκτης υποδομής σε δημόσιους χώρους και κτίρια. Παράλληλα ανεπαρκής πρόσβαση παρατηρείται και στην ενημέρωση και πληροφόρηση των ατόμων με αναπηρίες στη χώρα μας, όπου π.χ άτομα με αναπηρίες της όρασης αποκλείονται από πληροφορίες λόγω της μη διαδεδομένης χρήσης του συστήματος Braille.

Η προσπελασιμότητα αποτελεί ένα ζήτημα ιδιαίτερης σημασίας για τα άτομα με αναπηρίες της όρασης. Για το λόγο αυτό τα κράτη θα έπρεπε να αναγνωρίσουν τη σημασία της προσπελασιμότητας και στα δύο προαναφερθέντα επίπεδα (περιβάλλον και πληροφορία), ώστε να διευκολυνθεί η συμμετοχή των ανάπηρων ατόμων στην κοινωνική ζωή.

Σχετικά με την πρόσβαση στο φυσικό περιβάλλον προβλέπεται η λήψη μέτρων και η θέσπιση νόμων, που θα άρουν τα εμπόδια και θα κάνουν προσπελάσιμο το φυσικό περιβάλλον στους ανθρώπους. Στη διαδικασία αυτή σημαντικό ρόλο θα πρέπει να διαδραματίσουν τα άτομα με αναπηρίες ως προς τη περιγραφή των αναγκών για προσπελασιμότητα.

Σχετικά με τη πρόσβαση σε πληροφορίες και την επικοινωνία οι άνθρωποι με αναπηρίες θα πρέπει να έχουν πρόσβαση στην πλήρη πληροφόρηση για ότι μπορεί να τους αφορά π.χ δικαιώματα, διαθέσιμα προγράμματα. Έτσι λοιπόν τα κράτη θα πρέπει να αναπτύξουν στρατηγικές, που θα επιτρέπουν σε όλες τις ομάδες των ανάπηρων ανθρώπων να έχουν πρόσβαση στην πληροφόρηση και στην επικοινωνία. Στο θέμα της προσπελασιμότητας ιδιαίτερο ρόλο θα κατέχει και η χρήση των νέων τεχνολογιών (ειδικά προγράμματα H/Y για τυφλούς με μεγέθυνση ή ηχογραφημένη ανάγνωση). «Στο πανεπιστήμιο Μακεδονίας από το 1998 λειτουργεί ένα πρόγραμμα πρόσβασης σε υπηρεσίες ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών για τυφλούς και άτομα με περιορισμένη όραση, στα πλαίσια του ευρωπαϊκού προγράμματος ACCELERATE (Access to the modern Library Services for Blind and Partially Sighted People)». (Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Υπηρεσίες ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών για τυφλούς και άτομα με περιορισμένη όραση: η εμπειρία της βιβλιοθήκης του πανεπιστημίου Μακεδονίας από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα Accelerate, (4/11/2003), [www.text/greek/bib9ath].URL http://www.lib.uom.gr)

Εκπαίδευση
Ένας δεύτερος τομέας που συμβάλλει στην ισότιμη συμμετοχή είναι και η πρόσβαση στην εκπαίδευση, μιας και αποτελεί προϋπόθεση για την ένταξη στην αγορά εργασίας.
Η εκπαίδευση των ατόμων με αναπηρίες εντάσσεται στον εθνικό εκπαιδευτικό σχεδιασμό. Υπάρχουν κράτη που παρέχουν εκπαίδευση σε ένα πλαίσιο γενικής εκπαίδευσης, γεγονός που προϋποθέτει από την πλευρά των κρατών την παροχή προγραμμάτων σπουδών ευέλικτων και προσαρμόσιμων στις ανάγκες των μαθητών με αναπηρίες, την προσφορά κατάλληλων διδακτικών εργαλείων (σύστημα γραφής Braille για τυφλούς μαθητές, νοηματικής γλώσσας για κωφούς) καθώς και την ύπαρξη καταρτισμένου διδακτικού προσωπικού.

Κάποια άλλα κράτη, όπως και η χώρα μας, σε περιπτώσεις που το γενικό σύστημα εκπαίδευσης δεν απαντά ακόμα επαρκώς στις ανάγκες όλων των ανθρώπων με αναπηρίες στηρίζει την ειδική αγωγή. Η ειδική αγωγή έχει ως στόχο «να προετοιμάσει τους μαθητές να μπουν στη γενική εκπαίδευση. Η ποιότητα της αντανακλά τις νόρμες και τις φιλοδοξίες της γενικής εκπαίδευσης με την οποία θα έπρεπε να συνδέεται στενά. Τα κράτη θα πρέπει να έχουν ως στόχο να ενσωματώσουν βαθμιαία τις υπηρεσίες της ειδικής αγωγής στη γενική εκπαίδευση». (OHE, 1994, σ. 9-10).

Εργασία
Ένας άλλος τομέας που συνδέεται άμεσα με την ισότιμη συμμετοχή είναι η εργασία καθώς αποτελεί μέσο ανθρώπινης επιβίωσης, ολοκλήρωσης και παράγοντα κοινωνικής συμμετοχής. Τα άτομα με αναπηρίες βιώνουν τη μη ισότιμη συμμετοχή τους στην εργασία, γεγονός που περίτρανα αποδεικνύεται μέσα από την ύπαρξη εμποδίων που αφορούν στην πρόσβαση τους σε χώρους απασχόλησης, στην επαγγελματική τους εκπαίδευση, στην παροχή επαγγελματικού προσανατολισμού και στις περιορισμένες θέσεις εργασίας.

Στην Ελλάδα κατά τις δεκαετίες του ’80 και ’90 θεσπίστηκαν κάποια μέτρα προστασίας για τα άτομα με αναπηρίες σε τομείς απασχόλησης και υλοποιήθηκαν προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης. Ο νόμος Ν.1648/86 «θεσπίζει την ποσόστωση και αναγκαστική τοποθέτηση των ατόμων με αναπηρίες στους φορείς του δημοσίου τομέα και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις. Επίσης ο ΟΑΕΔ ανέλαβε την παροχή υπηρεσιών επαγγελματικού προσανατολισμού, κατάρτισης, απασχόλησης και υποστήριξης των ατόμων με αναπηρίες». (Οδηγός του πολίτη με ειδικές ανάγκες, 2001, σ. 195).

Για τα άτομα με αναπηρίες της όρασης προβλέπεται σύμφωνα με το νόμο Ν 2643/1998 (ΦΕΚ 220 Α΄) «η πρόσληψη τους σε δημόσιες υπηρεσίες Ν.Π.Δ.Δ και Ο.Τ.Α κάθε βαθμίδας για την κάλυψη του 80% των κενών θέσεων τηλεφωνητών οικιακών τηλεφωνικών κέντρων». (Οδηγός του πολίτη με ειδικές ανάγκες, 2001:202) Υπεύθυνοι φορείς υλοποίησης ορίζονται η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση και ο ΟΑΕΔ. Ο νόμος Ν. 2643/1998 αναφέρεται στην πρόσληψη τυφλών δικηγόρων από το δημόσιο και ιδιωτικό φορέα σε ποσοστό 3%. Προβλέπονται επίσης «προγράμματα επιχορήγησης εργοδοτών και νέων επαγγελματιών για τα άτομα με αναπηρίες της όρασης σύμφωνα με την απόφαση 30278/23.3.2000 από τον υπουργό εργασίας, η οποία ισχύει για όλες τις ομάδες των ατόμων με αναπηρίες». (Οδηγός του πολίτη με ειδικές ανάγκες, 2001, σ. 208-209) Αρμόδιος φορέας εφαρμογής είναι ο ΟΑΕΔ.

Κλείνοντας αυτή τη συνοπτική αναφορά στα θέματα απασχόλησης των ατόμων με αναπηρίες θεωρούμε σημαντικό να αναφέρουμε την ύπαρξη ενός προγράμματος επιδότησης εργονομικής διευθέτησης του χώρου εργασίας των ατόμων με αναπηρίες, στα πλαίσια άλλων προγραμμάτων για νέες θέσεις εργασίας και καταπολέμησης του αποκλεισμού από την εργασία.

Παρόλα αυτά εκθέσεις της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ατόμων με Ειδικές Ανάγκες (ΕΣΑΕΑ) αναφέρουν για την Ελλάδα ότι ο επαγγελματικός προσανατολισμός και η επαγγελματική κατάρτιση των ατόμων με αναπηρίες παραμένουν έως και σήμερα εκτός του γενικού συστήματος τυπικής και άτυπης κατάρτισης. Έτσι γίνεται κατάρτιση των ατόμων με αναπηρίες σε επαγγέλματα και ειδικότητες, οι οποίες πολλές φορές δεν ανταποκρίνονται στις επιταγές της αγοράς εργασίας, γεγονός που ωθεί τα άτομα με αναπηρίες στην οικονομική και κοινωνική περιθωριοποίηση τους.

Μέσα από τα παραπάνω μπορεί κανείς να δει ότι η εργασία και τα θέματα που αφορούν σε αυτή είναι ζήτημα δομών και θεσμών μιας χώρας. Για το λόγο αυτό τα κράτη θα πρέπει να αναγνωρίσουν σε πρώτη φάση την αρχή της ισότιμης συμμετοχής στον τομέα της εργασίας στα άτομα με αναπηρίες, γεγονός που θα κάμψει τα εμπόδια διάκρισης εις βάρος τους. Η ενσωμάτωση των ατόμων με αναπηρίες στην αγορά εργασίας μπορεί να επιτευχθεί μέσα από μέτρα και δράσεις υποστήριξης, όπως επαγγελματική εκπαίδευση, άνοιγμα θέσεων στην αγορά εργασίας και οικονομική ενίσχυση σε επιχειρήσεις ανάπηρων ατόμων, όπου αυτά απασχολούνται. Αυτά τα μέτρα θα διευκόλυναν την ισότιμη συμμετοχή τους στην αγορά εργασίας. Επίσης η ανάπτυξη προγραμμάτων από την πλευρά των κρατών, σχετικά με την πρόσβαση των ατόμων με αναπηρίες στους χώρους εργασίας και η ταυτόχρονη διευκόλυνση τους από την πλευρά της τεχνολογίας θα βοηθήσει αρκετά τις προσπάθειες των ατόμων για ισότιμη συμμετοχή τους στην εργασία.
Η ευαισθητοποίηση των εργοδοτών σε θέματα απασχόλησης ατόμων με αναπηρίες και η διαμόρφωση κινήτρων για την απασχόληση τους θα μπορέσουν να κάμψουν ένα ακόμα εμπόδιο προς την ισότιμη συμμετοχή. Σημαντικό ρόλο θα διαδραματίσει και η ανάπτυξη μιας ενιαίας εκπαιδευτικής επαγγελματικής πολιτικής, που θα συνεπικουρεί στην κατάλληλη επαγγελματική εκπαίδευση των ατόμων με αναπηρίες για την αγορά εργασίας, ώστε τα ανάπηρα άτομα να αντεπεξέλθουν στις ανάγκες των σύγχρονων κοινωνιών. Διότι είναι ουτοπικό να μιλάμε για ένα ενιαίο εκπαιδευτικό πλαίσιο και να δημιουργούμε από την άλλη ένα κλειστό πλαίσιο επαγγελματικής εκπαίδευσης για τα άτομα με αναπηρίες.

Διατήρηση εισοδημάτων και κοινωνική ασφάλιση
«Τα άτομα με ειδικές ανάγκες αποτελούν μία από τις πιο χαμηλές οικονομικά ομάδες του πληθυσμού και από τις πιο ευπαθείς σε περιόδους οικονομικής κρίσης». (Έκθεση για την κατάσταση των ατόμων με ειδικές ανάγκες στην Ελλάδα, 1994, σ. 20) Ο λόγος που συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι επειδή ορισμένοι αδυνατούν να απασχοληθούν λόγω της αναπηρίας τους ή κάποιων επιπλέον αναγκών που συνεπάγεται αυτή, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζουν επιπλέον οικονομικά προβλήματα από αυτά του υπόλοιπου πληθυσμού.

«Το Σύνταγμα του 1975 δεν κάνει αναφορά στην κοινωνική πρόνοια. Σε διάφορα όμως άρθρα γίνεται αναφορά στην υποχρέωση του κράτους για την κοινωνική προστασία και κοινωνική ασφάλιση των πολιτών». (Σταθόπουλος, 1996, σ. 61) Για το λόγο αυτό από τα κράτη, που παρέχουν κοινωνική ασφάλιση θα πρέπει να γίνει μια προσπάθεια επαγγελματικής αποκατάστασης των ανάπηρων ατόμων και παράλληλα θα πρέπει να παρέχεται επαρκής οικονομική υποστήριξη στα άτομα με αναπηρίες που δεν απασχολούνται, ώστε να διατηρήσουν ένα αξιοπρεπή επίπεδο διαβίωσης.

Η επιδοματική πολιτική σχετικά με τα άτομα με αναπηρίες στην χώρα μας από εκθέσεις για την κατάσταση των ατόμων με ειδικές ανάγκες χαρακτηρίζεται από χαμηλή έως και ανύπαρκτη. «Παρά το γεγονός ότι τις δεκαετίες ’80 και ’90 η επιδοματική πολιτική διευρύνθηκε και καλύπτει πολλές κατηγορίες ατόμων με αναπηρίες, παρουσιάζει αδικίες». (Έκθεση για την κατάσταση των ατόμων με ειδικές ανάγκες στην Ελλάδα, 1994, σ. 21) Τέτοιες αδικίες, όπως περιγράφονται σε εκθέσεις για την κατάσταση των ατόμων με ειδικές ανάγκες, είναι το χαμηλό ύψος των παροχών, που δεν επαρκεί για κάποιο ανάπηρο άτομο να καλύψει τις βασικές του ανάγκες και η καθυστέρηση καταβολής αυτών των παροχών. Στοιχεία που επιτάσσουν την αναδιαμόρφωση του θεσμικού πλαισίου για τα επιδόματα των ατόμων με αναπηρίες.

«Από την άλλη μέσα στη δίνη οικονομικών αλλαγών και προβληματισμών των σύγχρονων κοινωνιών μπαίνει συχνά το ερώτημα για το μέλλον του κράτους πρόνοιας και την κρίση που περνά η κοινωνική ασφάλιση. Διατυπώνονται απόψεις για τον περιορισμό των κρατικών κονδυλίων για το κράτος πρόνοιας και ενίσχυση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας». (Σακελαρόπουλος, 1999, σ. 407-408). Παράλληλα όμως διατυπώνονται απόψεις, που τονίζουν την ανάγκη να μην υποβαθμιστεί ο ρόλος του κράτους στην παροχή κοινωνικής φροντίδας. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για όλους τους πολίτες και ιδιαίτερα για ευάλωτες ομάδες πληθυσμού, όπως τα ανάπηρα άτομα.

Οικογενειακή ζωή και ολοκλήρωση της προσωπικής ζωής
Η οικογενειακή ζωή και η ολοκλήρωση της προσωπικής ζωής χαρακτηρίζονται ως τομείς της ισότιμης συμμετοχής των ατόμων με αναπηρίες, σύμφωνα με τους πρότυπους κανόνες του ΟΗΕ. Πολύ συχνά στις ανθρωπιστικές επιστήμες γίνεται αναφορά στο σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει η οικογένεια στη ζωή ενός ανθρώπου, ως ένα «άτυπο δίκτυο φροντίδας». «Η οικογένεια θεωρείται το πιο σημαντικό άτυπο κοινωνικό δίκτυο όπως προκύπτει μέσα από έρευνες τόσο στη χώρα μας όσο και στις χώρες με διευρυμένα συστήματα κράτους πρόνοιας». (Στασινοπούλου, 1992, σ. 109)

Έτσι λοιπόν, τα κράτη θα πρέπει να τη στηρίζουν με κάθε τρόπο. Πιο συγκεκριμένα στις οικογένειες με άτομα με αναπηρίες θα πρέπει να παρέχεται συμβουλευτική σχετικά με την αναπηρία και τις συνέπειες της καθώς και ενημέρωση για τα προγράμματα στήριξης των αναπήρων. Παράλληλα θα πρέπει να παρέχονται υπηρεσίες που θα ανακουφίζουν τις οικογένειες προσωρινά και θα παρέχουν βοήθεια σε επίπεδο προσωπικής φροντίδας καθώς και προγράμματα στήριξης της οικογένειας για τα διάφορα επίπεδα κοινωνικής ζωής.

Η ολοκλήρωση της προσωπικής ζωής του ανάπηρου ατόμου είναι ένας ακόμα τομέας ισότιμης μεταχείρισης. Ένα από τα εμπόδια που συναντούν σε διάφορα επίπεδα της κοινωνικής ζωής τα ανάπηρα άτομα, είναι η προκατάληψη και η αρνητική στάση των άλλων ανθρώπων στο θέμα της τεκνοποίησης και της σεξουαλικότητας. Αυτή η προκατάληψη θα μπορέσει να ξεπεραστεί μέσα από την κατανόηση και τη γνώση της αναπηρίας, γεγονός που θα αλλάξει τις αντιλήψεις των ανθρώπων.

Πολιτισμός
Η ισότιμη συμμετοχή των ατόμων με αναπηρίες θα εξασφαλιστεί και μέσα από τον πολιτισμό. Μέσα από δραστηριότητες όπως ο χορός, η ζωγραφική και το θέατρο τα άτομα με αναπηρίες μπορούν να αξιοποιήσουν το δυναμικό τους τόσο προς όφελος τους, όσο και προς το όφελος της κοινότητας που ζουν και κινούνται. Παρόλα αυτά για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο θα πρέπει τα κράτη να διαμορφώσουν προσβάσιμες συνθήκες, που να επιτρέπουν στους ανθρώπους με αναπηρίες να συμμετάσχουν ισότιμα.

Ψυχαγωγία και αθλητισμός
Η προσβασιμότητα των ατόμων με αναπηρίες είναι περιορισμένη σε χώρους ψυχαγωγίας, ξενοδοχεία, στάδια, αίθουσες γυμναστικής με αποτέλεσμα να αποκλείονται από αυτούς.

Τα κράτη λοιπόν αφενός θα πρέπει να αναπτύξουν υποδομές προσβασιμότητας και αφετέρου θα πρέπει να πάρουν μέτρα, που θα προωθούν τη συμμετοχή των ατόμων με αναπηρίες τόσο στον αθλητισμό, όσο και στην ψυχαγωγία (αθλητικές εγκαταστάσεις, προγράμματα κοινωνικού τουρισμού, ύπαρξη εκπαιδευμένου προσωπικού για προπονήσεις).

Θρησκεία
Τέλος, η συμμετοχή σε θρησκευτικές δραστηριότητες είναι ένας ακόμη τομέας που συνδράμει στην ισότιμη συμμετοχή. Η δυσκολία όμως που παρατηρείται ως προς την πρόσβαση σε χώρους λατρείας καθώς και σε θρησκευτικά κείμενα είναι κάτι που εμποδίζει το ανάπηρο άτομο να συμμετέχει ισότιμα και ενεργά

2.4 ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΩΘΗΣΗ ΤΗΣ ΙΣΟΤΙΜΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ

Έως τώρα έχει γίνει μία αναφορά στις προϋποθέσεις και στους τομείς στόχων που εξασφαλίζουν στα άτομα με αναπηρίες την ισότιμη συμμετοχή σε όλα τα επίπεδα της ζωής. Για να προωθηθεί η ισότιμη συμμετοχή υπάρχει ανάγκη προβλεφθούν και να εφαρμοστούν κάποια μέτρα τόσο από τα κράτη όσο και από διάφορες οργανώσεις αναπήρων, τα οποία θα διευκολύνουν την προσπάθειά τους για ισότιμη συμμετοχή. Τα μέτρα αυτά σχετίζονται με:
• Την έρευνα και την πληροφόρηση
• Το σχεδιασμό και τη λήψη αποφάσεων
• Τη νομοθεσία
• Τις οικονομικές πολιτικές και την ανάπτυξη προγραμμάτων σε εθνικό επίπεδο
• Τις οργανώσεις για άτομα με αναπηρίες
• Τη διεθνή συνεργασία οργανώσεων και κρατών για θέματα των αναπήρων

Μέσα από τα παραπάνω μέτρα θα μπορέσει να γίνει μία συντονισμένη προσπάθεια για την προώθηση της ισότιμης συμμετοχής των ατόμων με αναπηρίες. Στην εφαρμογή των ανάλογων μέτρων πολύ σημαντικό ρόλο θα πρέπει να αναπτύξουν τα κράτη, αλλά και οι οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στο χώρο των αναπήρων.

Μετάβαση στο περιεχόμενο