Γονείς και Εκπαίδευση: Η σημαντικότητα της εμπλοκής στην ανάπτυξη των παιδιών με οπτική αναπηρία – Στρατηγικές για την ενίσχυση της αποτελεσματικής συμμετοχής των γονέων – Διπλωματική Εργασία της ΕΛΕΝΗΣ-ΣΑΜΠΡΙΝΑΣ ΦΕΪΖΟ – ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, Π.Μ.Σ «Επιστήμες της Αγωγής: Ειδική Αγωγή, Εκπαίδευση και Αποκατάσταση» – Μέρος 3ο
1.2 Θεωρητικό πλαίσιο: Εκπαίδευση και οπτική αναπηρία
Η οπτική αναπηρία αποτελεί έναν από τους πλέον σύνθετους και πολυδιάστατους τομείς της ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης, καθώς επηρεάζει όχι μόνο τη μαθησιακή διαδικασία αλλά και την κοινωνική και ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού. Η δυσκολία στον σαφή και ενιαίο ορισμό της οπτικής αναπηρίας οφείλεται στο γεγονός ότι το φάσμα της όρασης είναι ιδιαίτερα ευρύ, με ποικίλα επίπεδα λειτουργικότητας, τα οποία δεν αποτυπώνονται πάντα με ακρίβεια μέσα από ιατρικές μετρήσεις. fiστόσο, διεθνείς οργανισμοί και εθνικές νομοθεσίες έχουν επιχειρήσει να καθορίσουν συγκεκριμένα κριτήρια προκειμένου να προσδιοριστεί ποιος θεωρείται «τυφλός» ή «με μειωμένη όραση».
1.2.1 Ορισμός και κατηγορίες οπτικής αναπηρίας
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (World Health Organization, WHO), η οπτική αναπηρία διακρίνεται σε διαφορετικούς βαθμούς ανάλογα με την οπτική οξύτητα και το οπτικό πεδίο. Συγκεκριμένα, τυφλότητα ορίζεται η κατάσταση κατά την οποία η οπτική οξύτητα στο καλύτερο μάτι με τη βέλτιστη δυνατή διόρθωση είναι μικρότερη από 3/60, ή όταν το οπτικό πεδίο είναι μικρότερο από 10 μοίρες γύρω από το κεντρικό σημείο της όρασης (WHO, 2019). Από την άλλη, χαμηλή όραση χαρακτηρίζεται η κατάσταση κατά την οποία η οπτική οξύτητα κυμαίνεται μεταξύ 3/60 και 6/18, και το άτομο αντιμετωπίζει σημαντικές δυσκολίες στην καθημερινή του λειτουργικότητα, οι οποίες δεν μπορούν να αποκατασταθούν πλήρως με τη χρήση γυαλιών, φακών επαφής ή άλλων διορθωτικών μέσων. Η διάκριση ανάμεσα στη χαμηλή όραση και την τυφλότητα είναι κρίσιμη, καθώς προσδιορίζει σε μεγάλο βαθμό τις εκπαιδευτικές ανάγκες και τις στρατηγικές παρέμβασης.
Η ιατρική προσέγγιση της οπτικής αναπηρίας εστιάζει σε μετρήσιμα μεγέθη, ωστόσο οι παιδαγωγικές και κοινωνικές προσεγγίσεις δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στον λειτουργικό ορισμό. Έτσι, άτομα με οπτική αναπηρία δεν είναι μόνο εκείνα που πληρούν συγκεκριμένα ιατρικά κριτήρια, αλλά και εκείνα που, παρά τη μερική ή υπολειμματική τους όραση, δεν μπορούν να εκτελέσουν αποτελεσματικά τις καθημερινές και εκπαιδευτικές τους δραστηριότητες χωρίς εξειδικευμένη υποστήριξη (Corn & Koenig, 1996). Ο λειτουργικός ορισμός επιτρέπει μια πιο συμπεριληπτική κατανόηση, λαμβάνοντας υπόψη την ποικιλία των εμπειριών και των περιορισμών που βιώνουν τα άτομα με οπτικές δυσκολίες.
Σε επίπεδο κατηγοριών, η οπτική αναπηρία μπορεί να διακριθεί σε συγγενή και επίκτητη. Η συγγενής οπτική αναπηρία αφορά καταστάσεις που υπάρχουν από τη γέννηση ή εμφανίζονται
σε πολύ πρώιμα στάδια της ζωής, όπως είναι η ατρησία του οπτικού νεύρου, η συγγενής αμαύρωση Leber ή η συγγενής καταρράκτη (Hatlen, 1996). Η επίκτητη οπτική αναπηρία εμφανίζεται αργότερα και μπορεί να οφείλεται σε ασθένειες όπως το γλαύκωμα, η εκφύλιση της ωχράς κηλίδας ή σε τραυματισμούς και ατυχήματα (Colenbrander, 2010). Η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η συγγενής απώλεια όρασης επηρεάζει άμεσα την πρώιμη ανάπτυξη των γνωστικών και κοινωνικών δεξιοτήτων, ενώ η επίκτητη αναπηρία συνδέεται με την ανάγκη προσαρμογής σε ένα ήδη διαμορφωμένο αναπτυξιακό και εκπαιδευτικό πλαίσιο. Επιπλέον, η οπτική αναπηρία μπορεί να διαφοροποιηθεί σε μερική και ολική απώλεια όρασης. Στην πρώτη περίπτωση, το παιδί διαθέτει υπολειμματική όραση που μπορεί να αξιοποιηθεί για την αναγνώριση αντικειμένων, την ανάγνωση μεγεθυμένων κειμένων ή τη χρήση βοηθητικών οπτικών μέσων. Η αξιοποίηση της υπολειμματικής όρασης μέσω ειδικών τεχνολογιών και διδακτικών μεθόδων αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την εκπαίδευση αυτών των παιδιών (Corn & Koenig, 1996). Στη δεύτερη περίπτωση, όταν πρόκειται για πλήρη τύφλωση, η εκπαίδευση στηρίζεται κυρίως σε απτικές και ακουστικές μεθόδους, με την εκμάθηση του συστήματος Braille, τη χρήση απτικών χαρτών και την ανάπτυξη δεξιοτήτων προσανατολισμού και κινητικότητας να αποτελούν κεντρικούς άξονες (Koenig & Holbrook, 2000).
Στην ελληνική εκπαιδευτική πραγματικότητα, η νομοθεσία προσδιορίζει τα παιδιά με οπτική αναπηρία ως εκείνα που παρουσιάζουν τύφλωση ή μειωμένη όραση, η οποία επηρεάζει ουσιαστικά τη σχολική φοίτηση και απαιτεί εξατομικευμένες προσαρμογές (Ν. 3699/2008, ΦΕΚ 199/Α/2008). Οι κατηγορίες που αναγνωρίζονται συνήθως είναι: παιδιά με ολική τύφλωση, παιδιά με χαμηλή όραση και παιδιά με πολλαπλές αναπηρίες που περιλαμβάνουν και οπτική αναπηρία. Οι διαφοροποιήσεις αυτές είναι κρίσιμες, διότι καθορίζουν το είδος της υποστήριξης που πρέπει να παρασχεθεί τόσο στο σχολικό όσο και στο οικογενειακό περιβάλλον.
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι οι κατηγορίες οπτικής αναπηρίας δεν λειτουργούν σε ένα απόλυτα διακριτό πλαίσιο. Πολλά παιδιά παρουσιάζουν διακυμάνσεις στην οπτική τους ικανότητα, ανάλογα με τον φωτισμό, το περιβάλλον και τις συνθήκες υγείας. Αυτό σημαίνει ότι η εκπαιδευτική προσέγγιση δεν μπορεί να περιορίζεται σε αυστηρά τυπολογικά κριτήρια, αλλά οφείλει να είναι εξατομικευμένη, ευέλικτη και προσαρμοσμένη στις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε παιδιού (Douglas et al., 2011).
Η αναγνώριση των διαφορετικών κατηγοριών της οπτικής αναπηρίας δεν αποτελεί απλώς ένα διαγνωστικό ζήτημα, αλλά μια διαδικασία που επηρεάζει καθοριστικά την πρόσβαση στην εκπαίδευση, τη μορφή της υποστήριξης και τις στρατηγικές ενίσχυσης της αυτονομίας και της
κοινωνικής ένταξης. Μέσα από αυτήν την προσέγγιση καθίσταται σαφές ότι η οπτική αναπηρία είναι ένα πολυδιάστατο φαινόμενο, το οποίο απαιτεί ολιστική κατανόηση και συνεργασία μεταξύ γονέων, εκπαιδευτικών και ειδικών.
