1.4 Η απασχόληση των ατόµων µε αναπηρία στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό
Η πολιτική ή οι πολιτικές για την απασχόληση ή αλλιώς, για την καταπολέµηση της ανεργίας και του κοινωνικού αποκλεισµού, αποκτούν µια ξεχωριστή σηµασία, όταν πρόκειται για πολίτες, που ανήκουν στην κατηγορία των ατόµων µε αναπηρία.
Ένα από τα σηµαντικότερα εργαλεία για την ένταξη των ατόµων µε αναπηρία στην κοινωνία είναι η απασχόληση. Η απασχόληση, σε συνδυασµό µε την εκπαίδευση, αποτελούν τους κύριους µοχλούς για την ενσωµάτωση των αναπήρων στην κοινωνία, ενώ, ταυτόχρονα, η έλλειψη ολοκληρωµένων πολιτικών παρέµβασης στους συγκεκριµένους τοµείς αποτελεί µία από τις κύριες αιτίες του κοινωνικού αποκλεισµού (Ψαθάς, 2009).
Στις περιπτώσεις αυτές, εµφανίζεται µεγάλος αριθµός πολυσύνθετων προβληµάτων, όπως, επίσης, πολλαπλασιάζεται και η ευθύνη του κράτους, και κατ’ επέκταση ολόκληρης της κοινωνίας απέναντι σ’ αυτούς τους συνανθρώπους µας, που σύµφωνα µε τις εκτιµήσεις φθάνουν στο 10% περίπου του συνολικού πληθυσµού της χώρας (Ψαθάς, 2009).
Ειδικά για τα άτοµα µε αναπηρία οι δυνατότητες απασχόλησής τους εξαρτώνται από µια σειρά από πρόσθετους παράγοντες που είναι: α) το είδος των διαταραχών που παρουσιάζουν β) η εξειδικευµένη εκπαίδευση που πρέπει να παρέχεται στα άτοµα αυτά από την πολιτεία και γ) η αποδοχή τους από την τοπική κοινωνία. Η όσο το δυνατόν καλύτερη και σαφέστερη εικόνα της πραγµατικής κατάστασης των ατόµων µε αναπηρία σε σχέση µε την εργασία και την απασχόληση, κατά κατηγορίες (ηλικία, φύλο κ.λπ.), θα αποτελούσε ένα επιπλέον σηµαντικό εργαλείο για τη χάραξη και εφαρµογή πολιτικής για την επαγγελµατική αποκατάσταση των ανθρώπων αυτών και θα βοηθούσε καθοριστικά στην αποτελεσµατικότητα των µέτρων, που πρέπει να υλοποιηθούν (Ψαθάς, 2009).
Τα άτοµα µε αναπηρία είναι η µεγαλύτερη µειονοτική οµάδα στις Ηνωµένες Πολιτείες. Πενήντα εκατοµµύρια Αµερικανοί έχουν αναπηρίες που αντιπροσωπεύουν το 20% του πληθυσµού των ΗΠΑ (Bandyopadhyay, 2006; White House Office of the Press Secretary, 2001, οπ. αναφ. στο Copeland, 2007). Τα άτοµα µε αναπηρία είναι επίσης η φτωχότερη, λιγότερο µορφωµένη και λιγότερο απασχολούµενη οµάδα στην Αµερική (King, 1993, οπ. αναφ. στο Copeland, 2007). Κατά τα τελευταία 40 χρόνια, το ποσοστό απασχόλησης αυτού του πληθυσµού παρέµεινε σταθερό στο 30%, παρά το γεγονός ότι τα άτοµα µε αναπηρία εκφράζουν ενδιαφέρον για συµµετοχή στο εργατικό δυναµικό (Green & Brooke, 2001, οπ. αναφ. στο Copeland, 2007). ∆ύο στα τρία άτοµα µε αναπηρία που δεν εργάζονται θα προτιµούσαν να εργαστούν (Harris, 2000, οπ. αναφ. στο Copeland, 2007).
Τα άτοµα µε αναπηρίες αντιπροσωπεύουν ένα ευρέως ανεκµετάλλευτο εργατικό δυναµικό για τους εργοδότες σήµερα. Ωστόσο, παρά τους νόµους όπως ο νόµος για τους Αµερικανούς µε αναπηρίες, το ποσοστό της ανεργίας για τους πολίτες µε αναπηρίες παραµένει στο εντυπωσιακό 65% σε εθνικό επίπεδο. Η Φλόριντα είναι που φιλοξενεί πάνω από 2 εκατοµµύρια άτοµα µε αναπηρίες, εκ των οποίων πάνω από πεντακόσιες χιλιάδες εξακολουθούν να παραµένουν άνεργοι. Πολλοί αναζητούντες εργασία µε αναπηρίες πιστεύουν ότι οι εργοδότες, οι στάσεις και οι παρανοήσεις είναι τα µεγάλα εµπόδια που τους εµποδίζουν να δουλεύουν. Και οι εργοδότες που απασχολούν σήµερα άτοµα µε αναπηρίες θεωρούν συχνά αυτούς τους υπαλλήλους µερικά από τα πιο πιστά και εργατικά
µέλη του εργατικού τους δυναµικού (Milbank Foundation, 2003).
Σύµφωνα µε το Γραφείο Απογραφής των Η.Π.Α., περίπου 54 εκατοµµύρια Αµερικανοί ή περίπου ένας στους πέντε, έχει κάποιο είδος αναπηρίας και 26 εκατοµµύρια από αυτά τα άτοµα ή περίπου ένας στους 10, έχει σοβαρή αναπηρία. Στις εργασιακές ηλικίες από 21 έως 64 ετών, το 82% των Αµερικανών χωρίς αναπηρία έχουν µια εργασία ή
µια επιχείρηση σε σύγκριση µε το 77% των ατόµων µε µη σοβαρή αναπηρία και το 26% των ατόµων µε σοβαρή αναπηρία (Lengnick-Hall, Gaunt, Collison, 2003).
Το ποσοστό απασχόλησης των ατόµων µε αναπηρία δεν βελτιώθηκε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, παρά την ισχυρή οικονοµία και το πέρασµα του νόµου ορόσηµο- the Americans With Disabilities Act (ADA) – που το καθιστούσε παράνοµο να τις διακρίνουν (Livermore, G.A., Stapleton, D.C., Nowak, M.W., Wittenburg, D.C., & Eisman, E.D., 2000). Σήµερα, µε µια αδύναµη οικονοµία, οι προοπτικές απασχόλησης για τα άτοµα µε αναπηρία φαίνονται ακόµη χειρότερες (Lengnick-Hall, Gaunt, Collison, 2003).
Ο αριθµός των ανέργων µε αναπηρία σε εθνικό επίπεδο αποτελεί σηµαντικό οικονοµικό κόστος στην κοινωνία. Κάθε χρόνο η οµοσπονδιακή κυβέρνηση ξοδεύει 40 φορές περισσότερα χρήµατα για να υποστηρίξει τα άτοµα µε αναπηρίες από ό, τι δαπανά για να τους βοηθήσει να προετοιµαστούν και να βρουν θέση εργασίας. Το χαµηλό ποσοστό απασχόλησης των ατόµων µε αναπηρία κοστίζει στην εθνική οικονοµία πάνω από $200 δισεκατοµµύρια ετησίως (Williams, 1998).
Στη Νότιο Αφρική υπάρχουν σχεδόν 4 εκατοµµύρια άτοµα µε αναπηρίες. Τα άτοµα µε αναπηρία αποτελούν το 5,03% του πληθυσµού. Η τελευταία εθνική απογραφή (2001) έδειξε ότι 702.011 άτοµα ηλικίας µεταξύ 15 και 65 ετών ήταν άνεργα λόγω ασθένειας και αναπηρίας.
Οι εργοδότες της Νότιας Αφρικής φαίνεται να µην ανταποκρίνονται σε εθνικούς στόχους για την απασχόληση των ατόµων µε αναπηρίες: µόνο το 1% του συνολικού εργατικού δυναµικού της Νότιας Αφρικής αποτελείται από άτοµα µε αναπηρία(Fasset, χχ). Η πλειοψηφία των εργαζοµένων είναι λευκοί (53%), ακολουθούµενοι από τους Αφρικανούς εργαζόµενους (31%), τους Ινδιάνους (8%) και τους Μιγάδες (8%). Περισσότερο από το ήµισυ (57%) των εργαζοµένων ήταν 35 ετών ή νεότεροι και η µέση ηλικία όλων των εργαζοµένων ήταν 36 έτη. Οι µαύροι (Αφρικής, Μιγάδες και Ινδιάνοι)
ήταν κατά µέσο όρο πέντε χρόνια νεότεροι από τους λευκούς οµολόγους τους (Fasset, χχ).
Χρησιµοποιώντας τον ευρύτερο ορισµό της έρευνας, εκτιµάται ότι υπάρχουν περίπου 11 εκατοµµύρια άτοµα µε αναπηρία στο Ηνωµένο Βασίλειο, ένας στους πέντε ενήλικες και 770.000 παιδιά µε αναπηρία. Πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους δεν θα οριστούν ως άτοµα µε αναπηρία. Ο πληθυσµός των ατόµων µε αναπηρία είναι πολύ µεγαλύτερος από τα τρία εκατοµµύρια άτοµα που λαµβάνουν παροχές σχετικές µε την αναπηρία (Prime Minister’s Strategy Unit United Kingdom, 2005).
Οι έρευνες για άτοµα µε αναπηρία δείχνουν έναν αυξανόµενο αριθµό παιδιών που ανέφεραν ότι έχουν πολύπλοκες ανάγκες, διαταραχές του αυτιστικού φάσµατος και θέµατα ψυχικής υγείας. Μεταξύ των ενηλίκων υπάρχουν αυξανόµενοι αριθµοί των ατόµων που αναφέρουν ψυχικές ασθένειες και συµπεριφορικές διαταραχές, ενώ ο αριθµός ατόµων που αναφέρουν σωµατικές αναπηρίες µειώνεται (Prime Minister’s Strategy Unit United Kingdom, 2005).
Το ποσοστό απασχόλησης των ατόµων µε αναπηρία στη Βρετανία συνολικά έχει αυξηθεί σταθερά από 38% το 1998 σε 48% το 2008 (Έρευνα Εργατικού ∆υναµικού, 2008), ενώ το ποσοστό για τα άτοµα µε µαθησιακές δυσκολίες είναι πολύ χαµηλότερο. Η Επιτροπή για τα ∆εδοµένα Επιθεώρησης Κοινωνικής Φροντίδας (2006) έδειξε ποσοστό απασχόλησης µόλις 10% για άτοµα µε µαθησιακή αναπηρία που λαµβάνουν υπηρεσίες ενηλίκων για κοινωνική φροντίδα.
Σύµφωνα µε έρευνα που πραγµατοποιήθηκε στη Σκωτία στις αρχές του 2012, περισσότεροι άνθρωποι µε αναπηρία θέλουν να είναι στην εργασία από ότι πραγµατικά είναι και υπάρχει µια ανισότητα µεταξύ του ποσοστού απασχόλησης των ατόµων µε αναπηρία και του γενικού πληθυσµού. Μόνο το ήµισυ του πληθυσµού µε αναπηρία βρίσκεται στην αγορά εργασίας (Coutts, Riddell, χ.χ.).
Η έρευνα αποκάλυψε ότι υπάρχει ένας µικρός αριθµός υποστηριζόµενων εργαζοµένων στους χώρους εργασίας. Έδειξε επίσης ότι πολλοί υποστηριζόµενοι υπάλληλοι προσλήφθηκαν στο πλαίσιο του Προγράµµατος Υποστηριζόµενης Απασχόλησης, το οποίο έπαψε να υπάρχει περισσότερο από µια δεκαετία πριν. Αυτό υποδηλώνει µια φθίνουσα προθυµία ή ικανότητα των εργοδοτών να αναλάβουν υποστηριζόµενους υπαλλήλους. Αυτό πρέπει να µελετηθεί, όταν σχεδόν οι µισοί από τους διευθυντές που ερωτήθηκαν θεώρησαν ότι οι εργοδότες ή οι βιοµηχανίες τους αισθάνθηκαν την επίδραση της οικονοµικής ύφεσης και οι ερωτηθέντες µίλησαν για τη
µεταβαλλόµενη φύση των χώρων εργασίας που έχουν αρνητικό αντίκτυπο στην απασχόληση των ατόµων µε αναπηρία (Coutts, Riddell, χ.χ.).
Η συµµετοχή στην αγορά εργασίας αναγνωρίζεται ως βασικό µέσο επίτευξης της κοινωνικής ένταξης. Ωστόσο, τα στοιχεία της Έρευνας Εργατικού ∆υναµικού της Σκωτίας δείχνουν ότι ενώ απασχολείται περίπου το 70% των ατόµων χωρίς αναπηρία, µόνο το 50% των ατόµων µε αναπηρία εργάζεται (Coutts, Riddell, χ.χ.).
Σε έρευνα που διεξήχθη στο ∆ουβλίνο της Ιρλανδίας, σχεδόν ένας στους τέσσερις εργοδότες (24%) δήλωσε ότι απασχόλησε κάποτε κάποιον µε αναπηρία. Πάνω από το ένα τρίτο θα εξέταζε την απασχόληση ενός ατόµου µε αναπηρία. Ο τοµέας του λιανικού εµπορίου (29%) και οι εταιρείες µε πάνω από 10 εργαζόµενους έδειξαν υψηλότερη από τη
µέση συχνότητα εµφάνισης απασχόλησης σε κάποιον µε αναπηρία. Μεταξύ αυτών που δεν έχουν µέχρι σήµερα απασχολήσει κάποιον µε αναπηρία πάνω από το ένα τρίτο θεωρούν ότι θα απασχολούσαν άτοµα µε αναπηρία (Conway, 2007).
Η έλλειψη υποψηφίων µε αναπηρία που υπέβαλαν αίτηση ήταν ο κύριος λόγος για τον οποίο όσοι θεωρούν ότι θα απασχολούσαν άτοµα µε αναπηρία δεν το έχουν κάνει
µέχρι σήµερα. Από τις εταιρείες που δήλωσαν ότι λόγω της αναπηρίας δεν απασχολούν άτοµα µε αναπηρία, οι µισές σκέφτηκαν ότι τα άτοµα µε αναπηρία δεν ήταν κατάλληλα για τη γραµµή εργασίας της εταιρείας (Conway, 2007).
Για πολλές εταιρείες που δεν είχαν σκεφτεί ότι µπορούσαν να απασχολούν κάποιον µε αναπηρία “η ευκαιρία δεν προέκυψε ποτέ” (22%) ή δεν είχαν ποτέ κάποιο υποψήφιο εργαζόµενο µε αναπηρία (16%). Το υπόλοιπο (62%) θεώρησε ότι η απασχόληση για κάποιον µε αναπηρία δεν ήταν κατάλληλη για την εταιρεία (18%), ότι η εργασία ήταν εξειδικευµένη (7%), η εργασία χρειαζόταν πολύ καλή φυσική κατάσταση (5%), οι χώροι ήταν ακατάλληλοι (4%) ή για λόγους υγείας και ασφάλειας (2%) (Conway, 2007).
Οι εργοδότες δεν βλέπουν τους εργαζόµενους µε αναπηρίες να επηρεάζουν το κόστος ή τα κέρδη τους. Αυτοί που δραστηριοποιούνται στον τοµέα της µεταποίησης και παραγωγής ήταν πιο πιθανό να αισθανθούν ότι η απασχόληση ενός ατόµου µε αναπηρία θα είχε αρνητικές συνέπειες για την παραγωγικότητα και το κόστος. Αυτοί στον τοµέα λιανικών πωλήσεων και κατασκευών ήταν που ανησυχούσαν περισσότερο για τις ενδεχόµενες νοµικές συνέπειες ή συνέπειες για την εταιρεία, αν η πρόσληψη ενός ατόµου
µε αναπηρία δεν είχε αποτέλεσµα. Περίπου το ένα τρίτο των επιχειρήσεων σε διάφορους τοµείς θεώρησαν ότι δεν γνώριζαν αρκετά για τα διαφορετικά είδη αναπηρίας, αυτό ήταν ελαφρώς υψηλότερο στους κλάδους λιανικής πώλησης (41%), στα ξενοδοχεία και εστιατόρια (43%) (Conway, 2007).
Υπάρχουν τρεις τύποι επιχορηγήσεων για τους εργοδότες που απασχολούν άτοµα µε αναπηρία, επιχορηγήσεις προσαρµογής, επιχορηγήσεις πρόσληψης και επιχορηγήσεις διατήρησης. Οι επιχορηγήσεις προσαρµογής και προσλήψεων έλαβαν βαθµολογίες ευαισθητοποίησης περίπου 15% µε µόνο ένας στους δέκα να γνωρίζει τις επιχορηγήσεις διατήρησης (Conway, 2007).
Τα άτοµα µε αναπηρίες αντιµετωπίζουν πολλές προκλήσεις όσον αφορά την απασχόληση και τείνουν να µην απασχολούνται. Στο πλαίσιο αυτό, τα άτοµα µε νοητική υστέρηση είναι λιγότερο πιθανό να εργαστούν (Παγκόσµιος Οργανισµός Υγείας, 2011 οπ. αναφ. στο Australian AID & Australian Red Cross, 2012). Ως εκ τούτου, ο σκοπός της
µελέτης ήταν να προσδιοριστούν, πρώτον τα εµπόδια στην απασχόληση που αντιµετωπίζουν οι νεαροί ενήλικες µε ήπια έως µέτρια νοητική καθυστέρηση, συµπεριλαµβανοµένων τυχόν εµπόδια µε βάση το φύλο, και δεύτερον η υποστήριξη και τα καταλύµατα που απαιτούνται για την αύξηση των ευκαιριών και απασχόλησης για τους νέους ενήλικες µε ήπια έως µέτρια νοητική αναπηρία.
Όλοι οι συµµετέχοντες συµφώνησαν ότι τα άτοµα µε ήπια έως µέτρια νοητική αναπηρία ήταν ικανά να εργαστούν και πίστευαν ότι τα εµπόδια στην απασχόληση είναι κυρίως κοινωνικά και όχι η περιορισµένη ικανότητα των εργαζοµένων. Οι εργοδότες δήλωσαν ότι ήταν πρόθυµοι να απασχολούν άτοµα µε νοητική καθυστέρηση εάν προσδιοριστούν θέσεις εργασίας προσαρµοσµένες στην ικανότητά τους και ο εργαζόµενος έλαβε την κατάλληλη κατάρτιση για την εργασία. Οι νέοι ενήλικες µε νοητική καθυστέρηση και οι οικογενειακοί φροντιστές τους δήλωσαν ότι ο φόβος της απόρριψης από τους πιθανούς εργοδότες, ο πειρασµός ή η εκφοβιστικότητα από τους συναδέλφους τους, καθώς και οι ανησυχίες σχετικά µε την ασφάλεια στο χώρο εργασίας και το ταξίδι στην εργασία τους εµπόδισαν να αναζητήσουν εργασία έξω από το σπίτι. Ήθελαν να πληρώσουν θέσεις εργασίας και να πληρώσουν τον ίδιο µισθό µε τους άλλους υπαλλήλους στην ίδια θέση. Κάποιοι νεαροί ενήλικες είχαν λάβει περιορισµένη εκπαίδευση για δεξιότητες εργασίας και δήλωσαν ότι θα επωφεληθούν από περισσότερη κατάρτιση (Australian AID & Australian Red Cross, 2012).
Οι µικρές επιχειρήσεις βρήκαν ευκολότερο να προσλάβουν άτοµα µε νοητική καθυστέρηση λόγω της άµεσης προσωπικής σχέσης που αναπτύχθηκε µεταξύ του εργαζοµένου µε αναπηρίες και του προσωπικού ή και του διευθυντή. Πολλοί υπάλληλοι της εταιρείας ήταν δεκτικοί στην ιδέα της απασχόλησης ατόµων µε νοητική καθυστέρηση επειδή είχαν µέλη οικογένειας µε αναπηρίες (Australian AID & Australian Red Cross, 2012).
Παρά τα φορολογικά οφέλη, οι µεγαλύτερες εταιρείες είναι λιγότερο πιθανό να προσλάβουν άτοµα µε νοητική καθυστέρηση λόγω του υψηλού επιπέδου ανεξάρτητων δεξιοτήτων που απαιτούνται από τους υπαλλήλους τους. Πολλοί ζήτησαν την ανάγκη καθηµερινής επιτόπιας εποπτείας που παρέχεται από τις ΜΚΟ για την υποστήριξη του νεαρού ενήλικα µε νοητική καθυστέρηση ανά πάσα στιγµή και πρότεινε την ανάγκη κατάρτισης επιτόπου. Ορισµένες ξένες εταιρείες εξέφρασαν επίσης ανησυχία για τους γλωσσικούς φραγµούς κατά την επικοινωνία µε εργαζόµενους µε νοητική καθυστέρηση. Ωστόσο, το προσωπικό στις µικρές επιχειρήσεις συχνά παρείχε στον εργαζόµενο συνεχή υποστήριξη, όπως ήταν απαραίτητο (Australian AID & Australian Red Cross, 2012).
Παρά το πολύ κατάλληλο πλαίσιο πολιτικής µε το νόµο για την προστασία και την προαγωγή των δικαιωµάτων των ατόµων µε αναπηρίες, οι περισσότεροι εργοδότες είχαν ακούσει για το νόµο, λίγοι όµως γνώριζαν τους κανονισµούς και τις εντολές του (Australian AID & Australian Red Cross, 2012).
