1.2. Η εργασία στα διαφορετικά µοντέλα της αναπηρίας
Ο τρόπος που η αναπηρία κάθε φορά ορίζεται, επηρεάζει και τον τρόπο µε τον οποίο αντιµετωπίζεται. Άλλες φορές στόχος της κοινωνίας είναι η περιθωριοποίηση των ατόµων µε αναπηρία, άλλοτε είναι η ιατρική αποκατάστασή τους και άλλοτε είναι η κοινωνική τους ένταξη. Οι πολιτικές και τα µέτρα για την απασχόληση των ατόµων µε αναπηρία επηρεάζονται κάθε φορά από τον τρόπο µε τον οποίο αυτή προσεγγίζεται. Για το λόγο αυτό η αναπηρία έχει αποτελέσει αντικείµενο διαφορετικών προσεγγίσεων (Λογαράς, 2013).
Μέχρι σήµερα τα κύρια µοντέλα της αναπηρίας είναι τα εξής τρία: α) το ιατρικό β) το κοινωνικό και γ) το δικαιωµατικό. Σύµφωνα µε τα µοντέλα αυτά η αναπηρία ορίζεται
µε διαφορετικό τρόπο, τα προβλήµατα που τη συνοδεύουν τοποθετούνται σε διαφορετική βάση και προτείνουν διαφορετικούς τρόπους διαχείρισής της (Λογαράς, 2013).
Η εργασία στο «ιατρικό µοντέλο» (“Medical Model”)
Σύµφωνα µε το ιατρικό µοντέλο ως αναπηρία ορίζεται η σωµατική, νοητική, αισθητηριακή ή ψυχολογική «απόκλιση» από αυτό που θεωρείται «φυσιολογικό». Πρόκειται για «δυσλειτουργία» που οφείλεται είτε σε ασθένεια, είτε σε ατύχηµα ή σε άλλους ιατρικούς λόγους. Με βάση την προσέγγιση αυτή τα προβλήµατα που συνοδεύουν την αναπηρία βαρύνουν το ίδιο το άτοµο, διότι σύµφωνα µε αυτή οι δυσκολίες που αντιµετωπίζουν τα άτοµα µε αναπηρία στην καθηµερινή ζωή τους είναι φυσικό επακόλουθο των δικών τους λειτουργικών περιορισµών, αγνοώντας παντελώς την αλληλεπίδραση που υπάρχει ανάµεσα στο άτοµο και το περιβάλλον. Μέσα από αυτό το
µοντέλο, η διαχείριση της αναπηρίας στοχεύει στην αποκατάσταση των λειτουργικών περιορισµών µε τη συνοδεία ιατρικών παρεµβάσεων. Στην περίπτωση που η αποκατάσταση είναι κάτι ανέφικτο ή στην περίπτωση που τα άτοµα µε αναπηρία δεν είναι εύκολα προσαρµόσιµα, τότε η κοινωνική αποµόνωση είναι κάτι αναπόφευκτο (π.χ. ιδρυµατοποίηση). Σε αυτές τις περιπτώσεις η προτεινόµενη λύση είναι κυρίως η φιλανθρωπία (Ε.Σ.Α.µεΑ., 2012).
Η εργασία στο «κοινωνικό µοντέλο» (“Social Model”)
Στο κοινωνικό µοντέλο η αναπηρία δεν αντιµετωπίζεται ως ένα ιατρικό πρόβληµα, αλλά ως ένα πρόβληµα που δηµιουργεί η ίδια η κοινωνία. Το γεγονός ότι ένας χρήστης αναπηρικού αµαξιδίου δεν µπορεί να µετακινηθεί µέσα στην πόλη που βρίσκεται, δεν
θεωρείται ως φυσικό επακόλουθο αυτής καθ’ αυτής της αναπηρίας του, αλλά ως αποτέλεσµα της µη λήψης µέτρων που να καθιστούν το δοµηµένο περιβάλλον προσβάσιµο σε αυτόν. Η προσέγγιση αυτή υποστηρίζει ότι τα προβλήµατα που συνοδεύουν µια αναπηρία είναι συνέπεια της αδυναµίας της κοινωνίας να λάβει υπόψη της τις ανάγκες των ατόµων µε αναπηρία και όχι των λειτουργικών περιορισµών που αυτή δηµιουργεί, δίνοντας παράλληλα έµφαση στη «διαφορές», στις «εύλογες προσαρµογές», στην
«προσβασιµότητα», στον «καθολικό σχεδιασµό» («Design for All»), και «στα δικαιώµατα». Οι λειτουργικοί περιορισµοί που αναπόφευκτα συνοδεύουν τις διάφορες καταστάσεις αναπηρίας δεν αποτελούν τη βασική αιτία για τις δυσκολίες που αντιµετωπίζουν τα άτοµα µε αναπηρία στην καθηµερινή τους ζωή. Αντίθετα, οι βασικές αιτίες είναι αυτές που πρέπει να αναζητηθούν σε επίπεδο θεσµικό, ιδεολογικό και στο επίπεδο της καθηµερινής πρακτικής. Σύµφωνα µε το κοινωνικό µοντέλο, η διαχείριση του προβλήµατος απαιτεί πρωτίστως κοινωνική δράση και είναι ευθύνη της κοινωνίας να πραγµατοποιήσει όλες εκείνες τις µετατροπές του περιβάλλοντος που απαιτούνται για τη διασφάλιση της πλήρους και ενεργού συµµετοχής των ατόµων µε αναπηρία σε όλους τους τοµείς της κοινωνικής ζωής, συµπεριλαµβανοµένου και του τοµέα της απασχόλησης (Ε.Σ.Α.µεΑ., 2012).
Η εργασία στο «δικαιωµατικό µοντέλο»
Σύµφωνα µε το µοντέλο των ανθρωπίνων δικαιωµάτων, το οποίο ουσιαστικά συνιστά προέκταση του κοινωνικού µοντέλου της αναπηρίας, τα άτοµα µε αναπηρία δεν είναι αντικείµενα οίκτου και φιλανθρωπίας, αλλά υποκείµενα, άξια σεβασµού και ίσης
µεταχείρισης, όπως όλοι οι υπόλοιποι πολίτες. Επίσης η αναπηρία δεν είναι ζήτηµα πρόνοιας, αλλά ζήτηµα διασφάλισης των θεµελιωδών ανθρωπίνων δικαιωµάτων και ελευθεριών και ως τέτοιο είναι πρωτίστως ζήτηµα πολιτικό. Η διαχείριση της αναπηρίας στο δικαιωµατικό µοντέλο απαιτεί τη θέσπιση νοµοθεσίας καταπολέµησης των διακρίσεων και την εφαρµογή στοχευµένων µέτρων (θεσµικών και άλλων) σε όλους τους τοµείς της κοινωνικής ζωής, συµπεριλαµβανοµένου και του τοµέα της εργασίας και της απασχόλησης (Ε.Σ.Α.µεΑ., 2012).
