Είναι γεγονός ότι η εργασία αποτελεί το βασικότερο μέσο βιοπορισμού, προωθεί την ανεξαρτησία, αναπτύσσει κοινωνικές δεξιότητες, βελτιώνει την εικόνα που έχει το άτομο με αναπηρία για τον εαυτό του αλλά και την ψυχολογία του (Σκαμπαρδώνη, 2020), προκαλώντας θετικά συναισθήματα, βελτιώνοντας την ποιότητα ζωής του. Μάλιστα, η συμμετοχή σε δημιουργική, αυτόνομη εργασία είναι περαιτέρω ικανοποιητική, συμβάλλοντας στην βελτίωση της ψυχικής υγείας (Brown & Moloney, 2019).
Η αξία και η σημασία της ουσιαστικής απασχόλησης είναι αδιαμφισβήτητη (Latessa, 2012). Ωστόσο, η πλειονότητα των ατόμων με αναπηρία παραμένει εκτός εργασιακού πλαισίου (Δρόσος & Αντωνίου, 2020) ή βιώνουν υποαπασχόληση (Jones, 2008 όπως αναφέρεται στο Hogan et al. 2012), γεγονός που δημιουργεί πολλά ζητήματα. Μεταξύ άλλων, βάλλεται το κομμάτι της αξιοπρέπειας, της αυτονομίας και ανεξάρτητης διαβίωσης, ενώ παράλληλα τίθενται σε κοινωνικό αποκλεισμό. Με σκοπό την αντιμετώπιση του ζητήματος, τα κράτη της Ευρώπης καθορίζουν νόμους, έτσι ώστε ολοένα και περισσότερα άτομα με αναπηρία να μπορούν να εργαστούν.
Μελέτες έχουν διαπιστώσει ότι τα άτομα με αναπηρία είναι πολύ λιγότερο πιθανό να ανήκουν στο εργατικό δυναμικό σε σύγκριση με τα μη ανάπηρα άτομα στον δυτικό κόσμο, αλλά και εάν εργάζονται, είναι πιθανό να υποαπασχολούνται και να αμείβονται ανεπαρκώς (Hogan et al., 2012). Η έρευνα των Mizunoya & Mitra, (2013), διαπιστώνει ότι τα άτομα με αναπηρία έχουν πιο χαμηλά ποσοστά απασχόλησης από τα άτομα χωρίς αναπηρία, σε εννέα αναπτυσσόμενες χώρες. Ομοίως και η μελέτη των Maddison et al., (2023), στην Αγγλία, φανερώνει πως τα ποσοστά απασχόλησης στην χώρα για τα άτομα με ειδικές ανάγκες, είναι σταθερά χαμηλότερα από εκείνα για τα άτομα χωρίς αναπηρία.
Αλλά και η έρευνα των Al-Hendawi et al., (2022), αποκαλύπτει ότι τα δεδομένα απασχόλησης στον αραβικό κόσμο αναφέρουν υψηλότερα ποσοστά ανεργίας μεταξύ των ατόμων με αναπηρίες από τα άτομα χωρίς αναπηρία, ιδιαίτερα οι γυναίκες με αναπηρία. Οι γυναίκες με αναπηρία είναι μία από τις πιο περιθωριοποιημένες ομάδες στον εργασιακό χώρο, καθώς έρχονται αντιμέτωπες με ένα πλήθος εμποδίων που τις δυσκολεύουν από το να συμμετάσχουν πλήρως στο εργατικό δυναμικό. Ως αποτέλεσμα, η συχνή υποβίβασή τους σε χαμηλά αμειβόμενες, άτυπες θέσεις εργασίας που προσφέρουν ελάχιστη προστασία ή ασφάλεια» (Arstein-Kerslake, 2019; Chowdhury κ.ά., 2022, όπως αναφέρεται στο Aldosari, & Eid, 2024).
Στο πρώτο κεφάλαιο γίνεται μια προσπάθεια θεμελίωσης της έννοιας της αναπηρίας. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρονται διάφοροι ορισμοί που έχουν δοθεί κατά καιρούς για την αναπηρία και τονίζεται η διάκριση μεταξύ ιατρικού και κοινωνικού μοντέλου της αναπηρίας. Επιπλέον, επισημαίνεται το δικαίωμα στην εργασία, το οποίο κατοχυρώθηκε από την σύμβαση του ΟΗΕ, προκειμένου να προστατευτούν οι ατομικές ελευθερίες και τα δικαιώματα όλων των ανθρώπων. Ακόμη, γίνεται αναφορά σε ενδεχόμενους επαγγελματικούς κλάδους που ενδείκνυται να απασχοληθούν τα άτομα με αναπηρία. Τέλος, αναδύεται ο σκοπός της μελέτης και τίθενται τα ερευνητικά ερωτήματα.
Το δεύτερο κεφάλαιο αναφέρεται στη μεθοδολογία της έρευνας της παρούσας εργασίας. Πιο αναλυτικά, παρουσιάζεται η μέθοδος που ακολουθήθηκε και γιατί επιλέχθηκε η συγκεκριμένη ανασκόπηση, οι βιβλιογραφικές πηγές – βάσεις δεδομένων, η κατανομή των αποτελεσμάτων ανάλογα με το περιεχόμενό τους, τα κριτήρια συμπερίληψης και αποκλεισμού των άρθρων. Τέλος, απεικονίζεται το διάγραμμα ροής, όπου εμφανίζεται αναλυτικά ο τρόπος πραγμάτωσης της αρχικής αναζήτησης, έπειτα της διαλογής και η τέλος της επιλογής των ερευνών που εν τέλει συμπεριλήφθηκαν στην μελέτη.
Το τρίτο κεφάλαιο διακρίνεται από 4 μέρη των αποτελεσμάτων, 48 ερευνών. Πρώτα παρουσιάζεται η έντονη επιθυμία των ατόμων με αναπηρία να αποτελούν ενεργά μέλη ενός εργασιακού πλαισίου. Μάλιστα, γίνεται αντιληπτό ότι δεν θέλουν απλώς μια τυπική εργασία, αλλά στοχεύουν σε ευχαρίστηση μέσα από αυτή. Στο δεύτερο μέρος των αποτελεσμάτων, επισημαίνονται τα εμπόδια που καλούνται να αντιμετωπίσουν τα άτομα με αναπηρία στον χώρο εργασίας τους. Στο τρίτο μέρος αναφέρονται οι παράγοντες που επηρεάζουν τις επαγγελματικές τους επιλογές, ενώ στο τέταρτο μέρος παρουσιάζονται τρόποι ενίσχυσης των επαγγελματικών αυτών επιλογών.
Τέλος στο τέταρτο κεφάλαιο, πραγματοποιείται συζήτηση των αποτελεσμάτων της έρευνας, αναφέροντας δυσκολίες και παραλήψεις, τονίζοντας την χρησιμότητά της, ενώ παράλληλα επισημαίνονται πρακτικές εφαρμογές της.