«Επαγγελματικές Επιλογές των Ατόμων με Αναπηρία: Μια βιβλιογραφική ανασκόπηση»-Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία της Υμέρι – Τάσση Ιωάννας- Τμήμα Εκπαιδευτικής και Κοινωνικής Πολιτικής, Σχολή Κοινωνικών Ανθρωπιστικών Επιστημών και Τεχνών, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας-ΠΜΣ «Επιστήμες της Αγωγής: Ειδική Αγωγή, Εκπαίδευση και Αποκατάσταση»-Μέρος 7ο

Οκτ 2, 2026 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

1.3.         Επαγγελματικές Επιλογές των ατόμων με Αναπηρία (Ά μέρος)

 

Στην κοινωνία του σήμερα τα άτομα με αναπηρία αντιμετωπίζουν διάφορες προκλήσεις αναφορικά με την εκπαίδευση, την εύρεση και διατήρηση εργασίας, την κοινωνικοποίηση αλλά και την διαχείριση κοινωνικών στερεοτύπων. Όσον αφορά την επαγγελματική αποκατάσταση των ατόμων με αναπηρία, τα στατιστικά στοιχεία της Eurostat (2002) αποκάλυψαν ότι τα άτομα με αναπηρία ηλικίας 16 – 64 ετών δεν εργάζονται σε ποσοστό 78%, ενώ αντίθετα για τα άτομα δίχως αναπηρία το αντίστοιχο ποσοστό είναι 27% (Δαλιανά, 2021).

Βασισμένο σε μια Αμερικανική έρευνα (όπως αναλύθηκε από ερευνητές του Πανεπιστημίου Cornell), ακολουθούν ορισμένα σχετικά στατιστικά στοιχεία που περιγράφουν τον επιπολασμό των ΑμεΑ στο εργατικό δυναμικό και το μέγεθος της διαθεσιμότητάς τους για την κάλυψη των αναγκών των εργοδοτών (Rehabilitation Research and Training Center on Disability Demographics and Statistics, 2005).

▫ Το 2005: το 12,6% άτομα σε ηλικία εργασίας ανέφεραν μία ή περισσότερες αναπηρίες.

▫ Το ποσοστό απασχόλησης των ΑμεΑ σε ηλικία εργασίας ήταν 38,1%. Ως εκ τούτου, περίπου το 60% των ΑμεΑ σε ηλικία εργασίας δεν απασχολούνταν.

▫ Το ποσοστό απασχόλησης των ατόμων σε ηλικία εργασίας χωρίς αναπηρία ήταν 78,3%. Ως εκ τούτου, περίπου το 20% των ατόμων σε ηλικία εργασίας χωρίς αναπηρία δεν εργάζεται.

Το χάσμα μεταξύ των ποσοστών απασχόλησης των ατόμων σε ηλικία εργασίας με και χωρίς αναπηρία ήταν 40,3%. Από τα ΑμεΑ εργάσιμης ηλικίας, το 22,6% απασχολούνταν σε πλήρη απασχόληση / πλήρη απασχόληση (σε αντίθεση με το 56,2% των ατόμων εργάσιμης ηλικίας χωρίς αναπηρία). Έτσι, από τα περίπου 21.455.000 ΑμεΑ σε ηλικία εργασίας, περίπου 8.174.355 από αυτά απασχολούνται και 13.280.645 από αυτά δεν απασχολούνται. Και, από τα περίπου 8.174.355 ΑμεΑ εργάσιμης ηλικίας που απασχολούνται, περίπου 1.806.432 απασχολούνται με πλήρη απασχόληση/πλήρες έτος (Lengnick-Hall et al., 2008).

Η έρευνα των Stone-Romero et al., (2006), επίσης έδειξε την διαφορά που υπάρχει στα ποσοστά εργασίας ατόμων με αναπηρία και μη. Πρόσφατα στοιχεία απογραφής δείχνουν ότι μόνο το 31,4% των ΑμεΑ απασχολούνται, σε σύγκριση με το 84,4% των ατόμων χωρίς αναπηρία. Επιπλέον, τα ΑμεΑ έχουν τρεις φορές περισσότερες πιθανότητες να ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας και όταν απασχολούνται συνήθως κερδίζουν 10.000 δολάρια λιγότερα, επειδή συχνά διαχωρίζονται σε χαμηλά αμειβόμενες αδιέξοδες θέσεις εργασίας.

Ακόμη και τα εργαζόμενα άτομα με αναπηρία, αντιμετωπίζουν προβλήματα στο περιβάλλον εργασίας τους σε ποσοστό 50%. Τέλος, εξαιτίας του χαμηλού εισοδήματος, των ακατάλληλων υπηρεσιών και κυρίως της ανεργίας, περίπου το 40% των ατόμων με αναπηρία δήλωσαν ότι αισθάνονται πως τίθενται σε κοινωνικό αποκλεισμό (NSSG, όπως αναφέρεται στο Δαλιανά, 2021).

Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να συμπεριλάβουμε την διαπίστωση των Carvalho-Freitas & Stathi, (2017), οι οποίοι χαρακτηριστικά αναφέρουν ότι: «Τα άτομα με αναπηρία είναι συχνά άνεργα ή υποαπασχολούμενα σε σύγκριση με τα άτομα χωρίς αναπηρία, και τα ποσοστά απασχόλησης στις περισσότερες χώρες εξακολουθούν να είναι δυσανάλογα προς τον γενικό πληθυσμό».

Όσο αφορά την απασχόληση *2, φαίνεται να επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες όπως είναι η προσβασιμότητα, οι περιορισμένες ευκαιρίες αλλά και η έλλειψη καθηκόντων υψηλής ευθύνης. Πιο αναλυτικά, όπως αναφέρεται στην μελέτη των Hogan et al. (2012), τα άτομα με αναπηρία υπερεκπροσωπούνται στα χειρωνακτικά επαγγέλματα και υποεκπροσωπούνται στις θέσεις εργασίας «λευκού κολάρου». Μάλιστα είναι πιθανότερο να εργάζονται σε άτυπες μορφές απασχόλησης, όπως θέσεις μερικής απασχόλησης και προσωρινές θέσεις εργασίας (Jones, 2008, όπως αναφέρεται στο Hogan et al. 2012).

 

*2 απασχόληση (η) {-ης κ. -ήσεως j χωρ. πληθ.} 1.η συστηματική (επαγγελματική) δραστηριότητα, το επάγγελμα, η εργασία (Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, 2002).

Μετάβαση στο περιεχόμενο