«Επαγγελματικές Επιλογές των Ατόμων με Αναπηρία: Μια βιβλιογραφική ανασκόπηση»-Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία της Υμέρι – Τάσση Ιωάννας- Τμήμα Εκπαιδευτικής και Κοινωνικής Πολιτικής, Σχολή Κοινωνικών Ανθρωπιστικών Επιστημών και Τεχνών, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας-ΠΜΣ «Επιστήμες της Αγωγής: Ειδική Αγωγή, Εκπαίδευση και Αποκατάσταση»-Μέρος 4ο

Οκτ 1, 2026 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Είναι γεγονός ότι η έννοια της αναπηρίας ερμηνεύεται διαφορετικά και επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες. Η αναπηρία φαίνεται να είναι ένα κοινωνικό κατασκεύασμα με προσεγγίσεις και έννοιες που αλλάζουν κατά τη διάρκεια ιστορικών περιόδων, μεταξύ κοινωνιών και διαφορετικών πολιτισμικών πλαισίων (Darcy & Buhalis, 2011).

Σύμφωνα με την ΑDA (1990), «Αναπηρία είναι φυσικές ή διανοητικές δυσλειτουργίες που περιορίζουν σημαντικά δυνατότητα του ατόμου να εκτελεί μία ή περισσότερες βασικές δραστηριότητες της ζωής» (Παπακωνσταντίνου, 2019). Παρόλα αυτά, πολλοί μελετητές έχουν αποδώσει διαφορετικούς ορισμούς για την έννοια της αναπηρίας. Μεταξύ άλλων ως αναπηρία προσδιορίζεται:

-«Μια κατάσταση μειωμένης λειτουργικότητας που σχετίζεται με ασθένεια, διαταραχή, τραυματισμό ή άλλες συνθήκες υγείας, η οποία στο πλαίσιο του περιβάλλοντος ενός ατόμου βιώνεται ως βλάβη, περιορισμός δραστηριότητας ή περιορισμός συμμετοχής» (Leonardi et al., 2006).

-«Ένας οποιοσδήποτε περιορισμός ή έλλειψη ικανότητας εκτέλεσης μιας δραστηριότητας με τον τρόπο ή εντός του εύρους που θεωρείται φυσιολογικό για έναν άνθρωπο» (Mewes et al., 2009).

-Η απόκλιση από την σωματική ακεραιότητα και τις φυσιολογικές λειτουργίες του σώματος και της ψυχής (Βενιζέλος 2002, όπως αναφέρεται στο Παπακωνσταντίνου, 2019).

-Ένα σώμα με λειτουργικούς περιορισμούς και προκαλείται από μια κατάσταση υγείας (ασθένεια, διαταραχή, τραυματισμό κ.λπ.) (Tossebro, 2004).

Σε γενικό πλαίσιο, οι συνηθέστερα αναφερόμενοι ορισμοί προέρχονται από τον ΠΟΥ (1980) και το United Nations Enable (2009). Πιο αναλυτικά, το United Nations Enable (2009), συνδέει την έννοια της αναπηρίας με την «βλάβη», καθώς θεωρεί ότι η αναπηρία (disability) αποτελεί μια παθολογική κατάσταση η οποία «εξωτερικεύεται» και γίνεται εμφανής στο άτομο ή στο περιβάλλον του, οδηγώντας στην αναγνώριση των βλαβών ή των ανωμαλιών της δομής ή της εμφάνισης του σώματος. Ως βλάβη (impairment) όριζε «κάθε απώλεια η ανωμαλία μιας ψυχολογικής, φυσιολογικής ή ανατομικής δομής ή λειτουργίας» (United Nations Enable, 2009). Ο ΠΟΥ (2002) αντίστοιχα θεωρεί ότι για την εννοιολόγηση της αναπηρίας δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν μόνο ο ιατρικός παράγοντας αλλά και ο κοινωνικός, καθώς το άτομο είναι μέρος του κοινωνικού συνόλου (Cieza et al., 2018).

Η έντονη δυσαρέσκεια των περιορισμένων αντιλήψεων του ιατρικού μοντέλου, έχει δημιουργήσει αρκετές εναλλακτικές λύσεις βασισμένες στο κοινωνικό μοντέλο (Oliver 1996· Shakespeare & Watson 2002, όπως αναφέρεται στο Scully, 2004). Η θεμελιώδης κριτική του κοινωνικού μοντέλου για το ιατρικό μοντέλο είναι ότι τοποθετεί λανθασμένα «το πρόβλημα» της αναπηρίας σε βιολογικούς περιορισμούς, θεωρώντας το μόνο από την άποψη του ατόμου, παραμελώντας τα κοινωνικά και συστημικά πλαίσια που συμβάλουν σε αυτό (Scully, 2004).

Μετάβαση στο περιεχόμενο