3.2. Εμπόδια ένταξης στην αγορά εργασίας (μέρος Ά)
Η απασχόληση χωρίς αποκλεισμούς για τα άτομα με αναπηρία είναι πολύπλοκη, με αόρατες πτυχές που εξακολουθούν να περιορίζουν την πρόοδο. Παρά την έντονα εκδηλωμένη επιθυμία των ατόμων με αναπηρία να συμμετέχουν ενεργά στον εργασιακό βίο, φαίνεται ότι καλούνται να διαχειριστούν πολλά εμπόδια αναφορικά με την εξασφάλιση εργασίας αλλά κυρίως την διατήρησή της. Τα υψηλά επίπεδα αποκλεισμού των νέων με αναπηρία από το εργατικό δυναμικό αποτελούν κυρίαρχη κινητήρια δύναμη της πολυδιάστατης φτώχειας και εξηγούν τις επίμονες δυσκολίες για τα νοικοκυριά με μέλη με αναπηρία (Morris, et al., 2022). Είναι γεγονός ότι τα άτομα με ειδικές ανάγκες θέλουν να έχουν τις ίδιες ευκαιρίες και εμπειρίες με όλους τους άλλους, αλλά λόγω ορισμένων εμποδίων συχνά αποκλείονται από την ουσιαστική απασχόληση (Ormerod & Newton, 2013).
Πιο αναλυτικά, τα άτομα με αναπηρία υφίστανται με τις κοινωνικές διακρίσεις και περιθωριοποίηση, με αποτέλεσμα να αποκλείονται από το κοινωνικό σύνολο. Ιδιαίτερα παγιωμένες κοινωνικές στάσεις οι οποίες βασίζονται σε στερεότυπα και προκαταλήψεις, προκαλούν πολλές φορές στα άτομα με αναπηρία αρνητικά συναισθήματα, οδηγώντας τους σε κοινωνική απομόνωση.
Αρκετοί συγγραφείς έχουν γράψει πειστικά πώς το «στίγμα» συνδέεται με μια αναπηρία δημιουργώντας κοινωνική δυσφορία στους συναδέλφους και τους προϊσταμένους (Feldman, 2004). Τα ευρήματα της έρευνας των Meltzer et al., (2020), υπογραμμίζουν με την σειρά τους ότι οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα άτομα με αναπηρία προέρχονται από στενές, απορριπτικές και αποθαρρυντικές στάσεις απέναντι στην εργασία και από ένα φάσμα εμπειριών στιγματισμού και διακρίσεων σε χώρους εργασίας.
Σε πολλές περιπτώσεις, ούτε οι εργοδότες είναι προετοιμασμένοι για ένταξη ούτε το ζήτημα αυτό θεωρείται στρατηγικά αναγκαίο. Ως αποτέλεσμα, τα άτομα με αναπηρία καλούνται να αντιμετωπίσουν τις διακρίσεις που γίνονται εις βάρος τους στις διαδικασίες υποβολής αιτήσεων εργασίας και στους χώρους εργασίας (Hirschberg & Papadopoulos, 2016). Οι διακρίσεις αυτές συχνά συνδέονται με τη λανθασμένη αντίληψη ότι τα άτομα με αναπηρία δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της εργασίας ή ότι απαιτούν περισσότερους πόρους και προσαρμογές από ό,τι τα υπόλοιπα άτομα. Αυτές οι στάσεις ενδέχεται να δημιουργούν ένα κλίμα αποκλεισμού, το οποίο εντείνει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν (Walsh et al., 2014).
Ως απόρροια των κοινωνικών διακρίσεων και ενδεχομένως λόγω της δυσφορίας που μπορεί να προκαλέσουν σε άλλους, οι νεαροί ενήλικες με αναπηρίες μπορεί να μετακινηθούν σε πιο περιφερειακές θέσεις όπου υπάρχει λιγότερο συχνή επαφή με άλλους. Αυτός ο αποκλεισμός από θέσεις με υψηλά επίπεδα αλληλεπίδρασης είναι πιθανό να εμποδίσει την επίτευξη εποπτικών και μεσαίων διευθυντικών θέσεων με αποτέλεσμα επαγγελματικής στασιμότητας και απασχόλησης σε θέσεις χαμηλής ευθύνης (Feldman, 2004).
Ακόμη, αποτελέσματα έρευνας σχετικά με την εργασία ατόμων με αναπηρία που πραγματοποιήθηκε στο Μπαγκλαντές, αποκαλύπτει ότι τα νέα άτομα με αναπηρία χαρακτηρίζονται ως ευάλωτα καθώς μεγαλώνουν σε περιβάλλον όπου απουσιάζει η κοινωνική αποδοχή και δέχονται πολλές διακρίσεις, με αποτέλεσμα να στιγματίζονται και να αμφιβάλλουν για τον εαυτό τους. Ταυτόχρονα, έρχονται αντιμέτωπα με άνιση πρόσβαση στις υπηρεσίες και τις δεξιότητες που είναι απαραίτητες για τα προς το ζην. Ως εκ τούτου, υποφέρουν από οικονομικές δυσχέρειες, έχουν χαμηλή αυτοπεποίθηση και νιώθουν αναξιόλογοι. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι η εύρεση εργασίας λειτούργησε ενισχυτικά, προκαλώντας θετικά συναισθήματα (Bechange et al., 2024).
Έρευνα αποκάλυψε ότι οι αρνητικές στάσεις απέναντι στα άτομα με αναπηρίες εξακολουθούν να επικρατούν στις χώρες του Αραβικού Κόλπου και στην ευρύτερη Αραβική περιοχή. Πιο συγκεκριμένα, φαίνεται να αντιμετωπίζουν περιβαλλοντικά εμπόδια που επηρεάζουν τη φυσική πρόσβαση στον εργασιακό χώρο. Επιπρόσθετα, η έρευνα επισημαίνει ότι είναι σύνηθες να βρεθούν να απασχολούνται σε θέσεις εργασίας όπου η εξέλιξη της σταδιοδρομίας είναι περιορισμένη ή εντελώς εκτός εργατικού δυναμικού (Al-Hendawi et al., 2022).
Η έρευνα αποκάλυψε ότι έρχονται αντιμέτωποι με αρνητικές κοινωνικές συμπεριφορές, ταμπέλες και διακρίσεις που συχνά επηρεάζουν την αντίληψή τους για τον εαυτό τους, την αυτοεκτίμηση και την αυτοπεποίθησή τους:
«Οι δύο θείοι μου μου έλεγαν ότι ήμουν τυφλός και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα στη ζωή μου. Όταν μεγάλωσα, πάντα ένιωθα σαν βάρος για την οικογένεια του πατέρα μου όλη μου τη ζωή. Πάντα έλεγαν τέτοιες ανοησίες στα αυτιά μου. Πολλοί από τους γείτονες και τους συγγενείς μου συνήθιζαν να κάνουν τέτοια αρνητικά σχόλια για μένα». [Άνδρας, προβλήματα όρασης ] (Bechange et al., 2024).