«ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΒΙΑ ΣΕ ΠΑΙΔΙΑ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΑ»-Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία της Θεανώς Βαρβέλη – Τμήμα Εκπαιδευτικής και Κοινωνικής Πολιτικής, Σχολή Κοινωνικών Ανθρωπιστικών Επιστημών και Τεχνών, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας-ΠΜΣ «Επιστήμες της Αγωγής: Ειδική Αγωγή»-Μέρος 11ο

Σεπ 9, 2026 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

1.2.3      Κακοποίηση παιδιών – Οι αλλαγές στο ελληνικό νομικό πλαίσιο (Ά μέρος)

 

Η Διεθνής Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού (OHCHR, 1989) αποτελεί το σημαντικότερο νομικό κείμενο παγκοσμίως για την κατοχύρωση και προάσπιση των δικαιωμάτων των παιδιών. Υιοθετήθηκε ομόφωνα από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών το 1989 και τέθηκε σε ισχύ το 1990, ενώ στην Ελλάδα κυρώθηκε με τον Ν. 2101/1992 (Νόμος 2101/1992). Η Σύμβαση ορίζει τις υποχρεώσεις των κρατών για την προστασία, την παροχή και τη συμμετοχή των παιδιών, καλύπτοντας θεμελιώδεις τομείς όπως η προστασία από κακοποίηση και εκμετάλλευση, η πρόσβαση στην εκπαίδευση και στην υγειονομική περίθαλψη, αλλά και η ενίσχυση της συμμετοχής των παιδιών στις αποφάσεις που τα αφορούν (βλ. Παράρτημα 4).

Η παιδική κακοποίηση καταγραφόταν πάντα σε λογοτεχνία, τέχνη και επιστήμη αλλά η αναγνώριση της παιδικής κακοποίησης ως σοβαρού κοινωνικού προβλήματος ενισχύθηκε σημαντικά το 1962 με τη δημοσίευση του άρθρου «The Battered Child Syndrome» από τον παιδίατρο Henry Kempe και τους συνεργάτες του. Ο όρος «σύνδρομο κακοποιημένου παιδιού» καθιερώθηκε για να περιγράψει τις κλινικές εκδηλώσεις σοβαρής σωματικής κακοποίησης σε μικρά παιδιά (Kempe et al., 1962). Σήμερα, τέσσερις δεκαετίες αργότερα, υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι η κακοποίηση παιδιών αποτελεί παγκόσμιο πρόβλημα. Εμφανίζεται σε διάφορες μορφές και είναι βαθιά ριζωμένη σε πολιτισμικές, οικονομικές και κοινωνικές πρακτικές.

Η κακοποίηση ή κακομεταχείριση των παιδιών περιλαμβάνει όλες τις μορφές σωματικής, συναισθηματικής, σεξουαλικής κακοποίησης, παραμέληση ή αμελή μεταχείριση, καθώς και εμπορευματοποίηση ή άλλου είδους εκμετάλλευση. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO, 1999), η κακοποίηση των παιδιών ορίζεται ως οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη που προκαλεί ή ενδέχεται να προκαλέσει βλάβη στην υγεία, την επιβίωση, την ανάπτυξη ή την αξιοπρέπεια του παιδιού, στο πλαίσιο μιας σχέσης ευθύνης, εμπιστοσύνης ή εξουσίας. Ο ορισμός αυτός τονίζει τη σοβαρότητα της κακοποίησης των παιδιών, καθώς και τις πολλαπλές διαστάσεις της που επηρεάζουν τη σωματική, ψυχολογική και κοινωνική ευημερία του παιδιού.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής οι αρχές προστασίας παιδιών λαμβάνουν κάθε χρόνο περισσότερες από 3 εκατομμύρια αναφορές για περιπτώσεις κακοποίησης ή παραμέλησης. Αν και οι επαγγελματίες υγείας είναι συχνά οι πρώτοι που εξετάζουν τα θύματα, μόνο το 10% των αναφορών προέρχεται από το ιατρικό προσωπικό. Το ποσοστό θνησιμότητας ανέρχεται σε περίπου δύο θανάτους ανά 100.000 παιδιά, ενώ οι γυναίκες αποτελούν λίγο περισσότερους από τους μισούς δράστες αυτών των περιστατικών (Huecker et al., 2025).

Στο ελληνικό νομικό πλαίσιο, η αντιμετώπιση της παιδικής κακοποίησης έχει ενισχυθεί τα τελευταία χρόνια με σειρά τροποποιήσεων και θεσμικών παρεμβάσεων. Σύμφωνα με τα επίσημα δεδομένα της Ελληνικής Αστυνομίας, όπως καταγράφονται στην 4η Ετήσια Έκθεση για τη Βία κατά των Γυναικών της Γενικής Γραμματείας Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τα παιδιά συνιστούν τη δεύτερη μεγαλύτερη ομάδα θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας μετά τα θύματα βίας από ερωτικό σύντροφο, καθώς καταγράφονται σε ποσοστό 14,3%, δηλαδή περίπου 2.010 περιστατικά (Γενική Γραμματεία Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 2023). Το εύρημα αυτό υπογραμμίζει την ιδιαίτερη ευαλωτότητα των ανηλίκων στο πλαίσιο της οικογένειας, γεγονός που οδήγησε και στις πρόσφατες νομοθετικές μεταρρυθμίσεις, ιδίως με την ψήφιση των νόμων 5090/2024 και 5172/2025, που ενισχύουν σημαντικά την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, με ιδιαίτερη μέριμνα για τα ανήλικα θύματα.

Ο Νόμος 5090/2024 (Νόμος 5090/2024), ο οποίος τροποποίησε τον βασικό νόμο 3500/2006 (Νόμος 3500/2006), (βλ. Παράρτημα 5 και 6), αποσκοπεί στην προσαρμογή της νομοθεσίας στις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες και στη δικαιοπολιτική απαίτηση ενίσχυσης της προστασίας του παιδιού, της οικογένειας και των θυμάτων κακοποίησης. Μία από τις σημαντικότερες καινοτομίες του είναι η διεύρυνση της έννοιας της ενδοοικογενειακής βίας ώστε να περιλαμβάνει όχι μόνο μέλη οικογένειας, αλλά και πράξεις σε βάρος προσώπων που λαμβάνουν υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας από δομές στις οποίες εργάζεται ο δράστης. Επιπλέον, στην έννοια του θύματος περιλαμβάνεται πλέον και κάθε μέλος της οικογένειας στο οποίο έχουν τελεστεί πράξεις βιασμού ή κατάχρησης ανίκανου προς αντίσταση προσώπου, σύμφωνα με τα άρθρα 336 και 338 του Ποινικού Κώδικα (βλ. Παράρτημα 7).

 

Μετάβαση στο περιεχόμενο