4.2 Συμπεράσματα
Η παρούσα έρευνα ανέδειξε ότι η ενδοοικογενειακή βία κατά των παιδιών με αναπηρία δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο ή σπάνιο φαινόμενο, αλλά μια πολυπαραγοντική πραγματικότητα με βαθιές κοινωνικές, θεσμικές και οικογενειακές ρίζες. Η ύπαρξη αναπηρίας από μόνη της δεν συνιστά αιτία κακοποίησης, ωστόσο ενδέχεται να αυξήσει σημαντικά την ευαλωτότητα των παιδιών, ιδίως όταν συνδυάζεται με συνθήκες κοινωνικής απομόνωσης, οικονομικής πίεσης ή γονεϊκής εξουθένωσης.
Τα αποτελέσματα της μελέτης επιβεβαιώνουν ότι οι δράστες κακοποίησης βρίσκονται συχνά εντός της οικογένειας, με τους γονείς, και κυρίως τις μητέρες σε συνθήκες έντονης επιβάρυνσης, να εμφανίζονται ως κύριοι παράγοντες κινδύνου. Παράλληλα, αναδεικνύεται η σημασία του κοινοτικού και κοινωνικού πλαισίου, καθώς η απουσία υποστηρικτικών μηχανισμών, η ελλιπής ενημέρωση των επαγγελματιών, αλλά και η γενικότερη υποβάθμιση της φροντίδας ευάλωτων πληθυσμών συμβάλλουν στη σιωπή και την αναπαραγωγή της βίας.
Απαντώντας στα ερευνητικά ερωτήματα, γίνεται σαφές ότι οι παράγοντες που σχετίζονται με την κακοποίηση παιδιών με αναπηρία δεν περιορίζονται στο άμεσο οικογενειακό περιβάλλον, αλλά εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλέγμα κοινωνικών και θεσμικών ανεπαρκειών. Παράλληλα, τεκμηριώνεται η ανάγκη για διατομεακές παρεμβάσεις, πρόληψη μέσω ενημέρωσης, καθώς και δημιουργία δικτύων έγκαιρης ανίχνευσης και παρέμβασης.
4.3 Περιορισμοί της έρευνας
Η παρούσα εργασία, παρότι συμβάλλει στην κατανόηση της ενδοοικογενειακής κακοποίησης παιδιών με αναπηρία, παρουσιάζει ορισμένους περιορισμούς που πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά την ερμηνεία των ευρημάτων και των συμπερασμάτων. Ένας βασικός περιορισμός αφορά την έλλειψη επαρκών ερευνητικών δεδομένων, ιδιαίτερα στον ελληνικό χώρο. Η πλειονότητα των μελετών στηρίζεται σε διεθνή δεδομένα ή σε μικρά, μη αντιπροσωπευτικά δείγματα, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα γενίκευσης των αποτελεσμάτων σε ευρύτερους πληθυσμούς. Επιπλέον, η πλειονότητα των ερευνών που αναλύθηκαν προέρχεται από συγκεκριμένα κοινωνικοπολιτισμικά περιβάλλοντα, κυρίως δυτικά, γεγονός που καθιστά δύσκολη τη γενίκευση των συμπερασμάτων σε διαφορετικά πολιτισμικά ή γεωγραφικά συμφραζόμενα.
Επιπλέον, η αναγνώριση και η αναφορά περιστατικών κακοποίησης στα παιδιά με αναπηρία αποτελεί μια εξαιρετικά δύσκολη διαδικασία, ειδικά όταν πρόκειται για παιδιά με επικοινωνιακές ή γνωστικές δυσκολίες. Η περιορισμένη δυνατότητα αυτών των παιδιών να εκφράσουν την εμπειρία της βίας οδηγεί συχνά σε υποεκτίμηση της έκτασης του φαινομένου. Επιπλέον, οι πολιτισμικές και κοινωνικές προκαταλήψεις που εξακολουθούν να περιβάλλουν την αναπηρία σε ορισμένα κοινωνικά πλαίσια ενδέχεται να λειτουργούν ανασταλτικά τόσο στην καταγγελία της κακοποίησης όσο και στην ερευνητική ανάδειξή της.
Ένας ακόμα περιορισμός σχετίζεται με τη φύση της βιβλιογραφικής προσέγγισης. Η έλλειψη πρωτογενούς ερευνητικού υλικού δεν επιτρέπει τη διαμόρφωση εμπειρικά τεκμηριωμένων πορισμάτων, ενώ ορισμένες θεματικές, όπως οι μορφές κακοποίησης ή οι αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στην αναπηρία και σε άλλους κοινωνικούς παράγοντες (φτώχεια, έλλειψη πρόσβασης σε υπηρεσίες, κ.λπ.), ενδέχεται να μην έχουν αναδειχθεί πλήρως. Τέλος, η χρήση ετερογενών πηγών με διαφορετικά ερευνητικά εργαλεία και μεθοδολογικά πλαίσια καθιστά δύσκολη τη συγκριτική ανάλυση και ερμηνεία των δεδομένων.
Παρά τους περιορισμούς αυτούς, τα ευρήματα προσφέρουν μία πρώτη βάση προβληματισμού και ανάδειξης κρίσιμων ζητημάτων που απαιτούν περαιτέρω μελέτη.