«ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΒΙΑ ΣΕ ΠΑΙΔΙΑ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΑ»-Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία της Θεανώς Βαρβέλη – Τμήμα Εκπαιδευτικής και Κοινωνικής Πολιτικής, Σχολή Κοινωνικών Ανθρωπιστικών Επιστημών και Τεχνών, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας-ΠΜΣ «Επιστήμες της Αγωγής: Ειδική Αγωγή»-Μέρος 44ο

Σεπ 25, 2026 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4ο : ΣΥΖΗΤΗΣΗ – ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ – ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

4.1          Συζήτηση (Ά μέρος)

 

Η κακοποίηση παιδιών με αναπηρία αποτελεί ένα πολυδιάστατο και πολυεπίπεδο φαινόμενο που δεν μπορεί να εξηγηθεί μεμονωμένα, αλλά μόνο μέσα από τη σύνδεσή του με ένα ευρύτερο πλέγμα ατομικών, οικογενειακών, κοινωνικών και θεσμικών παραγόντων. Σύμφωνα με τους Sullivan και Knutson (2000), τα παιδιά με αναπηρία διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να υποστούν σωματική, ψυχολογική ή σεξουαλική κακοποίηση, καθώς και παραμέληση, σε σύγκριση με τον γενικό παιδικό πληθυσμό. Η ευαλωτότητα αυτή δεν πηγάζει αποκλειστικά από την ίδια την αναπηρία, αλλά επηρεάζεται καθοριστικά από το περιβάλλον στο οποίο ζουν τα παιδιά, τις συνθήκες φροντίδας και τις κοινωνικές στάσεις που τα περιβάλλουν.

Ο ρόλος της οικογένειας είναι κρίσιμος στη διαμόρφωση του πλαισίου φροντίδας. Οι γονείς παιδιών με αναπηρία συχνά βιώνουν αυξημένο ψυχολογικό βάρος, εξάντληση και έλλειψη κοινωνικής στήριξης, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την ικανότητά τους να ανταποκριθούν στις ανάγκες του παιδιού (Cheng & Lai, 2023; Svensson et al., 2013). Η απουσία υποστηρικτικών δικτύων εντείνει την απομόνωση των φροντιστών και ενισχύει τον κίνδυνο παραμέλησης(Gérain & Zech, 2018; Kyzar et al., 2012; McConnell et al., 2014). Η οικονομική επισφάλεια επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση με τις οικογένειες να αντιμετωπίζουν περιορισμένες επιλογές και αυξημένη πίεση (Goudie et al., 2014; Maclean et al., 2017). Η Green (2003) επισημαίνει ότι οι μονογονεϊκές οικογένειες είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένες, ενώ οι Benson & Karlof (2009) και Hartley et al. (2010) αναδεικνύουν τον ρόλο των διαταραγμένων ενδοοικογενειακών σχέσεων ως πρόσθετο παράγοντα κινδύνου.

Σε κοινοτικό επίπεδο, η φτώχεια, η κοινωνική αποδιοργάνωση και η έλλειψη προσβάσιμων υπηρεσιών εντείνουν την πιθανότητα κακοποίησης. Οι Emerson & Llewellyn (2014) υπογραμμίζουν ότι σε γειτονιές με υψηλή εγκληματικότητα και έλλειψη κοινωνικής συνοχής, τα παιδιά με αναπηρία βιώνουν αυξημένο αίσθημα ανασφάλειας και εξάρτησης από τρίτους. Ο Emerson (2009) επισημαίνει ότι οι οικογένειες που ζουν σε περιθωριοποιημένες περιοχές αντιμετωπίζουν υψηλά επίπεδα άγχους και απομόνωσης, ενώ η έλλειψη επαρκών υπηρεσιών φροντίδας δυσχεραίνει την πρόληψη και παρέμβαση. Η απουσία ενημερωτικών και υποστηρικτικών δράσεων μειώνει τη συλλογική υπευθυνότητα της κοινότητας (Kyzar et al., 2012; Stalker & McArthur, 2012), ενώ τα γεωγραφικά και οργανωτικά εμπόδια (Zablotsky et al., 2019) επιτείνουν την κοινωνική απόσυρση των οικογενειών.

Η σχέση εμπιστοσύνης με τους επαγγελματίες υγείας και πρόνοιας είναι ένας ακόμη κρίσιμος παράγοντας. Όπως αναφέρει η Olasehinde (2024), πολλοί γονείς αποφεύγουν να αναζητήσουν βοήθεια λόγω του φόβου κοινωνικής κριτικής ή στιγματισμού, επιτρέποντας σε περιστατικά κακοποίησης να παραμένουν αθέατα.

Το σχολικό περιβάλλον, παρά την κεντρική του θέση στην καθημερινότητα των παιδιών, εμφανίζει αδυναμίες. Ο αποκλεισμός των παιδιών με αναπηρία από την εκπαιδευτική διαδικασία, σε συνδυασμό με οικογενειακές δυσλειτουργίες, δημιουργεί κενά προστασίας (Spencer et al., 2006). Η έλλειψη επαρκούς επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών, όπως σημειώνουν οι Lindsay (2007) και Kenny & Wurtele (2012), περιορίζει την ικανότητά τους να εντοπίζουν ή να ανταποκρίνονται σε ενδείξεις κακοποίησης. Επιπρόσθετα, τα παιδιά με επικοινωνιακές δυσκολίες δυσκολεύονται να αναφέρουν περιστατικά βίας, γεγονός που αυξάνει την «αορατότητα» της κακοποίησης (Sullivan & Knutson, 2000).

 

Μετάβαση στο περιεχόμενο