Εισαγωγή (Ά μέρος)
Η ενδοοικογενειακή βία αποτελεί ένα διαχρονικό κοινωνικό φαινόμενο με σοβαρές επιπτώσεις στη σωματική και ψυχική υγεία των παιδιών. Ωστόσο, ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η αυξημένη ευαλωτότητα των παιδιών με αναπηρία, τα οποία, λόγω της κατάστασής τους, διατρέχουν σημαντικά υψηλότερο κίνδυνο να βιώσουν διάφορες μορφές κακοποίησης – σωματική, σεξουαλική και συναισθηματική κακοποίηση, παραμέληση και εμπορική εκμετάλλευση – σε σχέση με τα τυπικώς αναπτυσσόμενα παιδιά εντός του οικογενειακού πλαισίου (Jones et al., 2012). Έρευνες δείχνουν ότι τα παιδιά με αναπηρία έχουν κατά 3 έως 4 φορές περισσότερες πιθανότητες να υποστούν κακοποίηση ή παραμέληση συγκριτικά με τους συνομηλίκους τους χωρίς αναπηρία (Sullivan & Knutson, 2000). Αυτή η πραγματικότητα αναδεικνύει την ανάγκη για εις βάθος κατανόηση των μορφών, των παραγόντων και των συνεπειών της βίας που εκδηλώνεται εντός της οικογένειας εις βάρος παιδιών με αναπηρία.
Η αναπηρία δεν αποτελεί από μόνη της αιτία κακοποίησης, ωστόσο συχνά συνυπάρχει με παράγοντες κινδύνου, όπως αυξημένο γονεϊκό άγχος, κοινωνική απομόνωση, οικονομικές δυσκολίες και έλλειψη υποστηρικτικών δομών, που ενισχύουν την πιθανότητα άσκησης βίας (Algood et al., 2011). Η οικογένεια, η οποία κανονικά λειτουργεί ως βασικός μηχανισμός προστασίας και υποστήριξης του παιδιού, μπορεί να καταστεί και χώρος επικίνδυνος, ιδίως όταν συνοδεύεται από υψηλά επίπεδα ψυχοκοινωνικής πίεσης. Έρευνες δείχνουν ότι η ανατροφή παιδιών με αναπηρία συχνά προκαλεί έντονο άγχος και συναισθήματα ανεπάρκειας στους γονείς, ιδιαίτερα όταν αυτοί δεν έχουν επαρκή ενημέρωση ή στήριξη από το κοινωνικό κράτος και τις δομές υγείας (McConnell & Savage, 2015). Το γονεϊκό άγχος, όταν παραμένει αδιαχείριστο, μπορεί να συμβάλει στην εκδήλωση επιθετικών συμπεριφορών ή συναισθηματικής αποστασιοποίησης προς το παιδί, οδηγώντας ακόμη και στην παραμέλησή του (Chan et al., 2016). Αποτέλεσμα της ενδοοικογενειακής κακοποίησης είναι οι σοβαρές επιπτώσεις στην ψυχική τους υγεία, τη σχολική τους πορεία και τη μελλοντική τους κοινωνική ενσωμάτωση (Kvam, 2000).
Η πολυπλοκότητα της σχέσης μεταξύ αναπηρίας και κακοποίησης απαιτεί μια διεπιστημονική προσέγγιση, που να ενσωματώνει δεδομένα από τη ψυχολογία, την κοινωνιολογία, την παιδαγωγική και τις σπουδές αναπηρίας. Τα παιδιά με αναπηρία, ιδίως όταν παρουσιάζουν προβλήματα επικοινωνίας, κινητικότητας ή νοητικής ανάπτυξης, ενδέχεται να δυσκολεύονται να εκφράσουν ή να καταγγείλουν τη βία που βιώνουν, καθιστώντας τα ιδιαιτέρως ευάλωτα και συχνά «αόρατα» στα μάτια των υπηρεσιών προστασίας του παιδιού (Hershkowitz et al., 2007).
Επιπλέον, η επικοινωνιακή δυσκολία και ο φόβος απόρριψης συχνά εμποδίζουν τα παιδιά να αποκαλύψουν τη βία που υφίστανται, ενώ συχνά δεν γίνονται πιστευτά όταν το κάνουν (Kvam, 2000). Παράλληλα, οι πολιτισμικές αντιλήψεις που συνδέουν την αναπηρία με το στίγμα, την ενοχή ή την ντροπή, δύνανται να ενισχύσουν τη σιωπή και την ανοχή απέναντι στη βία (Stalker & McArthur, 2012).
Αναγνωρίζοντας την ανάγκη για εμπεριστατωμένη επιστημονική γνώση γύρω από τη θεματική της ενδοοικογενειακής βίας σε παιδιά με αναπηρία, η παρούσα εργασία υιοθετεί το οικολογικό μοντέλο ανάλυσης, όπως αυτό διατυπώθηκε από τον Bronfenbrenner (1979) και αξιοποιήθηκε σε μελέτες κακοποίησης (Belsky, 1980). Το μοντέλο αυτό επιτρέπει την πολυεπίπεδη ανάλυση των παραγόντων κινδύνου – από το ατομικό επίπεδο του παιδιού έως το κοινωνικό πλαίσιο – και προσφέρει μια σφαιρική προσέγγιση για την κατανόηση των αιτιών και των επιπτώσεων του φαινομένου.