«ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΒΙΑ ΣΕ ΠΑΙΔΙΑ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΑ»-Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία της Θεανώς Βαρβέλη – Τμήμα Εκπαιδευτικής και Κοινωνικής Πολιτικής, Σχολή Κοινωνικών Ανθρωπιστικών Επιστημών και Τεχνών, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας-ΠΜΣ «Επιστήμες της Αγωγής: Ειδική Αγωγή»-Μέρος 41ο

Σεπ 24, 2026 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η συστηματική έκθεση σε ψυχολογική βία έχει άμεσες και μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην ψυχική υγεία των παιδιών με αναπηρία. Σύμφωνα με τον Kvam (2000), τέτοιες εμπειρίες συνδέονται με αισθήματα χαμηλής αυτοεκτίμησης, ντροπής, απόρριψης και κοινωνικής απόσυρσης, ιδιαίτερα όταν τα παιδιά αντιμετωπίζουν γνωστικές ή επικοινωνιακές δυσκολίες. Επιπλέον, η μελέτη των Turner et al. (2011) επισημαίνει ότι η ψυχολογική κακοποίηση μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένα επίπεδα άγχους και καταθλιπτικών συμπτωμάτων.

Η έρευνα των Weiss et al.(2011) δείχνει ότι οι έφηβοι με ήπια νοητική υστέρηση που έχουν υποστεί συναισθηματική κακοποίηση παρουσιάζουν αυξημένα επίπεδα ψυχολογικής δυσφορίας σε σύγκριση με συνομηλίκους τους με τυπική νοητική λειτουργία. Αυτό υπογραμμίζει την ανάγκη για έγκαιρη ανίχνευση και κατάλληλη υποστήριξη από υπηρεσίες ψυχικής υγείας.

Επιπλέον, η εμπειρία πολλαπλών μορφών κακοποίησης, όπως ο συνδυασμός ψυχολογικής και σωματικής βίας, έχει συσχετιστεί με αυξημένα επίπεδα επιθετικής συμπεριφοράς στα παιδιά. Η μελέτη των Litrownik et al. (2003) αναφέρει ότι ακόμη και η αποκλειστική έκθεση σε ψυχολογική βία μπορεί να οδηγήσει σε άγχος και καταθλιπτικά συμπτώματα στην παιδική ηλικία. Αυτές οι επιπτώσεις είναι ιδιαίτερα έντονες για τα παιδιά με αναπηρία, των οποίων η ευαλωτότητα εντείνεται από τη δυσκολία αναγνώρισης και αναφοράς της κακοποίησης (Kvam, 2000).

Η παραμέληση έχει επίσης βαθιές και μακροχρόνιες επιπτώσεις, όπως διαταραχές προσκόλλησης, καθυστέρηση στην ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη και αυξημένη ευαλωτότητα σε άλλες μορφές κακοποίησης. Σε περιπτώσεις παραμέλησης της ιατρικής ή θεραπευτικής αγωγής, το παιδί μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπο με καταστάσεις απειλητικές για τη ζωή του (Turner et al., 2011).

Η ύπαρξη πολλών φροντιστών μπορεί να δυσχεράνει την αναγνώριση και αναφορά της κακοποίησης, καθώς το παιδί μπορεί να αισθάνεται αβοήθητο και απομονωμένο. Όταν ένα παιδί έχει περιορισμένη επαφή με άλλα παιδιά και ενήλικες, μειώνονται οι ευκαιρίες για την ανάπτυξη σχέσεων εμπιστοσύνης και την αναγνώριση καταστάσεων κακοποίησης (Hibbard et al., 2007). Επιπλέον, οι δράστες, συχνά γονείς ή στενοί φροντιστές, μπορεί να θεωρούν ότι το παιδί δεν έχει τη δυνατότητα να αποκαλύψει την κακοποίηση, οδηγώντας στην εκμετάλλευση της ευάλωτης κατάστασής του (Davis, 2011). Οι συνθήκες σιωπής γύρω από την κακοποίηση, λόγω ντροπής ή φόβου για κοινωνικό στιγματισμό, επιτείνουν τη δυσκολία αναγνώρισης και παρέμβασης, διαιωνίζοντας τον κύκλο της κακοποίησης και εντείνοντας την ψυχική και συναισθηματική βλάβη του παιδιού.

Μετάβαση στο περιεχόμενο