Τύπος αναπηρίας
Η ίδια η ύπαρξη της αναπηρίας συνιστά έναν καθοριστικό παράγοντα αυξημένης ευαλωτότητας για κακοποίηση. Όσο αυξάνεται η σοβαρότητα και η πολυπλοκότητα της αναπηρίας, τόσο αυξάνεται και η πιθανότητα κακοποιητικής εμπειρίας (Hershkowitz et al., 2007). Παιδιά με σοβαρές ή πολλαπλές αναπηρίες καταγράφουν υψηλότερα ποσοστά κακοποίησης και τραυματισμών, καθώς και μεγαλύτερη πιθανότητα επαναλαμβανόμενης θυματοποίησης.
Η φύση ορισμένων αναπηριών, όπως η νοητική αναπηρία, οι διαταραχές του αυτιστικού φάσματος (ΔΑΦ) και οι γλωσσικές διαταραχές, δημιουργεί σημαντικά εμπόδια στην επικοινωνία, την κατανόηση και την έκφραση, εντείνοντας την εξάρτηση από ενήλικες και ενισχύοντας την ευαλωτότητα των παιδιών (Sullivan & Knutson, 2000). Η αδυναμία των παιδιών αυτών να αναφέρουν κακοποιητικές εμπειρίες τα καθιστά ιδιαίτερα εκτεθειμένα σε σωματική, συναισθηματική, σεξουαλική κακοποίηση και παραμέληση (Hershkowitz et al., 2007).
Η εμπειρική μελέτη των Sullivan και Knutson (2000) ανέδειξε ότι τα παιδιά με αναπηρίες έχουν 3,76 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να παραμεληθούν σε σύγκριση με παιδιά χωρίς αναπηρίες. Η παραμέληση αναδεικνύεται ως η πιο συχνή μορφή κακοποίησης, με αυξημένα ποσοστά για παιδιά με διαταραχές συμπεριφοράς, λόγου, νοητικής καθυστέρησης ή χρόνιες παθήσεις – με την πιθανότητα κακοποίησης να είναι έως και 6,6 φορές υψηλότερη. Αντίθετα, παιδιά με αυτισμό ή προβλήματα όρασης δεν παρουσίασαν στατιστικά σημαντικά αυξημένο κίνδυνο για συγκεκριμένες μορφές κακοποίησης.
Ο Vanderminden (2023) διακρίνει επιπλέον διαφοροποιήσεις ανά τύπο και ηλικία. Παιδιά με εξωτερικευμένες αναπηρίες διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο καθ’ όλη τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας, ενώ παιδιά με εσωτερικευμένες αναπηρίες (συναισθηματικές ή ψυχιατρικές) κινδυνεύουν περισσότερο σε μεγαλύτερες ηλικίες. Παιδιά με αναπτυξιακές αναπηρίες είναι ιδιαίτερα ευάλωτα σε μικρές ηλικίες, αν και κάποιες φορές η αναπηρία μπορεί να λειτουργεί προστατευτικά αργότερα, ανάλογα με τη μορφή θυματοποίησης.
Ο Legano (2021) προσθέτει ότι τα παιδιά με λιγότερο σοβαρές αναπηρίες διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο κακοποίησης συγκριτικά με εκείνα με σοβαρότερες αναπηρίες, πιθανώς λόγω προσδοκιών για μεγαλύτερη αυτονομία. Παράλληλα, η συσχέτιση μεταξύ τύπων αναπηριών και μορφών κακοποίησης είναι εμφανής: παιδιά με διαταραχές συμπεριφοράς είναι πιο ευάλωτα σε σωματική κακοποίηση, ενώ όσα έχουν περιορισμένες επικοινωνιακές δυνατότητες διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο παραμέλησης ή σεξουαλικής κακοποίησης.
Η μελέτη των Spencer et al. (2005) έδειξε ότι η συσχέτιση μεταξύ αναπηρίας και κακοποίησης διαφέρει σημαντικά ανάλογα με τον τύπο αναπηρίας και την κατηγορία κακοποίησης. Παιδιά με διαταραχή διαγωγής και σοβαρές μαθησιακές δυσκολίες παρουσίασαν αυξημένο κίνδυνο για όλες τις μορφές κακοποίησης, ενώ άλλες διαταραχές, όπως αυτές του λόγου ή μη διαταραχικές ψυχολογικές δυσκολίες (nonconduct psychological problems) όπως άγχος, γενικευμένη αγχώδης διαταραχή, κοινωνικό άγχος, κατάθλιψη, φοβία, διαταραχές προσαρμογής, σχετίστηκαν κυρίως με σωματική, συναισθηματική κακοποίηση και παραμέληση. Αντίθετα, ο αυτισμός και οι αισθητηριακές αναπηρίες δεν συνδέθηκαν με αυξημένο κίνδυνο, γεγονός που υποδηλώνει ότι δεν είναι όλες οι αναπηρίες συνδεδεμένες με κακοποίηση, ούτε μπορούν να θεωρηθούν εξ ορισμού ευάλωτες.
Στοιχεία από μελέτη που πραγματοποιήθηκε στη Δυτική Αυστραλία (Maclean et al., 2017) αποκαλύπτουν ότι αν και τα παιδιά με αναπηρία αποτελούσαν το 10,4% του πληθυσμού, συμμετείχαν στο 25,9% των αναφορών και στο 29,0% των επιβεβαιωμένων περιστατικών κακοποίησης. Ο κίνδυνος κακοποίησης δεν κατανέμεται ισομερώς διότι τα παιδιά με νοητική καθυστέρηση ή ψυχικές/συμπεριφορικές δυσκολίες παρουσίαζαν σταθερά υψηλότερα ποσοστά, ενώ παιδιά με αυτισμό ή σύνδρομο Down δε φάνηκαν να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο όταν ελήφθησαν υπόψη κοινωνικοοικονομικοί παράγοντες.
Η έλλειψη κατανόησης αφηρημένων εννοιών, όπως τα προσωπικά όρια ή η συναίνεση, καθιστά τα παιδιά με νοητική αναπηρία πιο ευάλωτα σε εκμετάλλευση, ενώ η εξάρτηση τους από ενήλικες αυξάνει τις πιθανότητες για κακοποίηση (American Psychiatric Association, 2013; Fisher et al., 2008). Παρομοίως, τα παιδιά με ΔΑΦ, λόγω των σοβαρών δυσκολιών στην κατανόηση μη λεκτικών σημάτων, εντολών και συναισθηματικών εκφράσεων, είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένα (Chiang et al., 2008; Edelson, 2010).
Σε ακόμα μία μελέτη για τα παιδιά με διαταραχές αυτιστικού φάσματος ή νοητική αναπηρία, διαπιστώνεται ότι τα παιδιά αυτά συχνά αδυνατούν να εκφράσουν ή να καταγγείλουν κακοποιητικές συμπεριφορές, γεγονός που τα καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτα (Makhoul Khoury et al., 2025). Παράλληλα, παιδιά με κινητικές ή αισθητηριακές αναπηρίες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τους φροντιστές τους για βασικές καθημερινές ανάγκες, γεγονός που ενδέχεται να διευκολύνει την εκδήλωση καταχρηστικής συμπεριφοράς (Elklit et al., 2023)
Η ακουστική αναπηρία αποτελεί επίσης σοβαρό παράγοντα κινδύνου. Η απουσία κοινής γλώσσας επικοινωνίας με τους γονείς και η κοινωνική απομόνωση ενισχύουν την ευαλωτότητα, με τα κωφά παιδιά να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για όλες τις μορφές κακοποίησης (Admire & Ramirez, 2021; Fellinger et al., 2012; Wakeland et al., 2018). Οι εναλλακτικές μέθοδοι επικοινωνίας, όπως η νοηματική γλώσσα ή βοηθητικά μέσα, αν και υποστηρικτικές, συχνά δεν επαρκούν για την αποκάλυψη σύνθετων ή τραυματικών εμπειριών (Davis, 2011).