Ναυσικά Τσιμά*
Από τις αρχές του 20ου αιώνα, οι καλλιτέχνες διαφόρων ειδών άρχισαν να διατυπώνουν το αίτημα για επικοινωνία με ένα ευρύτερο κοινό, υπό τον ισχυρισμό ότι η Τέχνη είναι πρωτίστως εκπαίδευση για υγιή κοινωνικοποίηση –και για το λόγο αυτό η συμμετοχή σε καλλιτεχνικές δραστηριότητες είναι δικαίωμα και υποχρέωση όλων των ανθρώπων. Παρ’ όλες τις προσπάθειες των κινημάτων εκείνων η επιθυμία τους δεν εκπληρώθηκε ποτέ: ακόμη η Τέχνη και ο Πολιτισμός είναι προνόμιο λίγων ειδικά σε κράτη, όπως η Ελλάδα, που δεν υφίσταται επαρκής κρατική μέριμνα.
Το σύστημα του Χοσέ Αντόνιο Αμπρέου
Ωστόσο στην εποχή μας πρέπει να είμαστε ευτυχείς που ένας δάσκαλος, σε πείσμα των καιρών και υπό εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, κατόρθωσε αυτό που φάνταζε ανέφικτο. Πρόκειται για το Χοσέ Αντόνιο Αμπρέου, ο οποίος οραματίστηκε ότι μέσω της μουσικής εκπαίδευσης θα μπορούσε να διαμορφώσει συνείδηση πολίτη σε μία από τις πιο κατακερματισμένες κοινωνίες του κόσμου, αυτή της Βενεζουέλας. Η επιτυχία με την οποία στέφθηκε το εγχείρημα του, αν και πολλά χιλιόμετρα μακριά από εμάς, είναι ένα ζήτημα που μας αφορά άμεσα.
Ο Χοσέ Αντόνιο Αμπρέου (José Antonio Abreu) γεννήθηκε το 1939 στο Τρουχίλο της Δυτικής Βενεζουέλας. Εξαιρετικά δύσβατη ήταν και του ιδίου η προσωπική διαδρομή, καθώς η αγάπη του για τη μουσική έπρεπε να συμβαδίσει με τη βιοποριστική του εργασία ως οικονομολόγος. Ωστόσο, το 1975 πήρε μία απόφαση που έμελλε να αλλάξει όχι μόνο τη δική του ζωή αλλά και την εξαθλιωμένη στις περισσότερες περιπτώσεις ζωή χιλιάδων παιδιών σε ολόκληρη τη Βενεζουέλα. Η απόφαση του συνίστατο στο να σπείρει τη μουσική «στην εύφορη καρδιά των νέων». Έτσι ξεκίνησαν όλα στην πολυπληθή αυτή χώρα των 25.000.000 ανθρώπων –που μέχρι τότε είχε δύο μόλις ορχήστρες κλασικής μουσικής– μέσα σε ένα πάρκινγκ, με μερικά δωρισμένα αναλόγια και 11 μόλις μαθητές.
Σήμερα, 35 χρόνια αργότερα, περίπου 3.000 δάσκαλοι βρίσκονται στην υπηρεσία 270.000 μαθητών και στις 24 επαρχίες της Βενεζουέλας. Στα 154 Ωδεία που δημιουργήθηκαν έκτοτε, συνολικά τουλάχιστον 1.000.000 παιδιά έχουν διδαχθεί μουσική εντός του εκπαιδευτικού πλαισίου που ο Αμπρέου εμπνεύστηκε και εφήρμοσε –ευρύτερα γνωστό ως «Το Σύστημα» (El Sistema). Οι μεγαλύτερες ορχήστρες του κόσμου στελεχώνονται πλέον συστηματικά από απόφοιτους του Συστήματος ενώ παράλληλα, τα πιο προικισμένα παιδιά συμμετέχουν στην Ορχήστρα Νέων Σιμόν Μπολιβάρ, η οποία για πρώτη φορά επισκέφθηκε φέτος τη χώρα μας.
Σαφώς είναι ευτυχής συγκυρία η ανάδειξη μουσικών ταλέντων και η μετέπειτα επαγγελματική τους καταξίωση, όμως δεν είναι αυτό το στοιχείο που καθιστά την πρωτοβουλία του Αμπρέου υψίστης σημασίας. Το μεγαλύτερο επίτευγμα του Συστήματος είναι το γεγονός ότι ουσιαστικά μέσω της μουσικής εκπαίδευσης παρέχεται ένα πολύπλευρο πρόγραμμα κοινωνικής διάσωσης. Αφού προσφέρει το μετασχηματισμό πρώτα σε επίπεδο ατομικό, φιλοδοξεί και θέτει ως τελικό στόχο τη μεταμόρφωση της κοινωνίας ως σύνολο με βάση τα ιδανικά της αλληλεγγύης και της συνεργασίας.
Περιγραφή του Συστήματος
Για να εκτιμήσει κανείς το μέγεθος της προσφοράς αυτού του είδους εκπαίδευσης ας σταθούμε εδώ συνοπτικά τις συνθήκες διαβίωσης στη Βενεζουέλα του 21ου αιώνα. Στην πρόσφατη ιστορία της χώρας, μία σειρά γεγονότων μετά την κατάρρευση της συμφωνίας “Μπρέτον Γούντς” (Bretton Woods) τη δεκαετία του 1970, έως την πρόσφατη υποτίμηση του εθνικού νομίσματος Μπολίβαρ και την εκτίναξη των τιμών των προϊόντων, έχουν οδηγήσει τη μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων της να ζει κάτω από το όριο της φτώχειας. Η πορεία προς μία σοσιαλιστικά σχεδιασμένη οικονομία μόνο ξεκάθαρη και εύκολη δε μπορεί να χαρακτηρισθεί και είναι ευρέως γνωστές μετά το κίνημα των κατειλημμένων εργοστασίων οι πιέσεις που δέχεται η εργατική τάξη στο σύνολό της. Για τη ριζοσπαστική όπως έχει χαρακτηρισθεί πολιτική του Ούγκο Τσάβες πολλά μπορούν να ειπωθούν, ωστόσο τίποτα δεν αναιρεί το γεγονός ότι στις φτωχογειτονιές της Βενεζουέλας, τις λεγόμενες «μπάριος», υπάρχουν άνθρωποι που ζουν με λιγότερα από δύο δολάρια την ημέρα. Φυσικά, τα νούμερα γύρω από την εγκληματικότητα μοιάζουν αδιανόητα: σύμφωνα με μη κυβερνητική οργάνωση κατά της βίας, το 2009 μόνο στο Καράκας καταγράφηκαν 140 δολοφονίες ανά 100.000 κατοίκους, ενώ συνολικά την ίδια χρονιά 16.047 είναι ο αριθμός των πολιτών που είχαν δολοφονηθεί συνολικά.
Σε αυτή την κατάσταση το Σύστημα, προσανατολισμένο κυρίως σε παιδιά της χαμηλής και μεσαίας τάξης, προσφέρει αρχικά μία διέξοδο απασχόλησης. Δεκάδες είναι οι ιστορίες παιδιών που μέσα από αυτού του τύπου τη μουσική εκπαίδευση κατάφεραν να απαγκιστρωθούν από την αναπόφευκτη πορεία στην οποία οδηγούσε η οικονομική ανέχεια της οικογένειάς τους και να διεκδικήσουν ένα ανώτερο βιοτικό και πνευματικό επίπεδο, όπως π.χ. ο κλαρινετίστας Λέναρ Ακόστα ο οποίος είχε φυλακιστεί εννέα φορές για ένοπλη ληστεία και λαθρεμπόριο ναρκωτικών. Από κει και πέρα μία διαρκώς διευρυνόμενη διαδικασία μετασχηματισμών (από το άτομο στην μουσική ομάδα, στην οικογένεια κι’ από εκεί στην κοινωνία) αρχίζει να σταδιακά να συμβαίνει όμοια όπως το νερό κυλά στο αυλάκι.
Έλεγε η Μητέρα Τερέζα –ρήση την οποία συχνά μνημονεύει ο Αμπρέου– ότι το πιο τραγικό και επώδυνο πράγμα στη φτώχεια δεν είναι η έλλειψη ψωμιού ή στέγης, αλλά η αίσθηση ότι είσαι ο “κανένας”, η αίσθηση ότι είσαι ένα τίποτα, η έλλειψη ταυτότητας, η έλλειψη του δημόσιου σεβασμού. Τα παιδιά αυτά, με την εκμάθηση του όποιου μουσικού οργάνου και την πλαισίωση μίας ορχήστρας, το καθένα στην όποια θέση αντίστοιχα του αρμόζει, αίφνης αποκτούν μία ξεχωριστή για το καθένα ταυτότητα. Αποκτούν ρόλο, θέση και υπόσταση τα οποία εν συνεχεία καταθέτουν ώστε ισότιμα με άλλα παιδιά να συμμετάσχουν στο σύνολο που ονομάζεται “ορχήστρα”. Έτσι, υπό τη σκέπη που προσφέρει ο κοινός στόχος, δηλαδή η εκτέλεση ενός μουσικού κομματιού, προάγεται η συνεργασία και η επικοινωνία. Ο φιλόδοξος στόχος του Συστήματος είναι τα παιδιά να λειτουργήσουν και ως ενήλικες μέσα στην κοινωνία με τον ίδιο τρόπο που λειτουργούν ως μουσικοί μέσα στην ορχήστρα: αναγνώριση της ιδιαίτερης προσωπικής τους ταυτότητας και κατάθεση αυτής για συνεργασία με το σύνολο, προς την επίτευξη ευγενών, κοινωνικών στόχων.
Προκειμένου να εμφυσηθούν τα παραπάνω ιδανικά στους νεαρούς μαθητές η διδασκαλία μουσικής διαφοροποιείται μεθοδολογικά σε σχέση με τον παραδοσιακό τρόπο στις τρεις διαστάσεις που θα αναφερθούν ακολούθως. Στην τυπική διδασκαλία της λεγόμενης δυτικής μουσικής, αν και εφόσον μία οικογένεια έχει την οικονομική δυνατότητα να προσφέρει μουσικές γνώσεις στο παιδί της, τότε ανάλογα με το μουσικό όργανο που θα διαλέξει κανείς, ακολουθείται ένα εξαιρετικά αυστηρό και απαρέγκλιτο πρόγραμμα που αφορά τα μαθήματα (σολιστικά / ατομικά με μοναδική εξαίρεση το κοντσέρτο δηλαδή, το μουσικό έργο όργανο και ορχήστρα) και την εξεταζόμενη ύλη. Αντίθετα στο Σύστημα, το εκπαιδευτικό πρόγραμμα είναι απόλυτα ανοιχτό στο οποιοδήποτε παιδί επιθυμεί να προσέλθει, θέτοντας ως μοναδικό περιορισμό το αν όντως επιθυμεί να ασχοληθεί, αν δηλαδή παρακολουθεί τακτικά τα μαθήματά του. Έπειτα, δεν είναι πρόγραμμα εκ των προτέρων καθορισμένο, αλλά διαμορφώνεται με βάση τις δυνατότητες της κοινότητας στην οποία απευθύνεται. Αυτό σημαίνει ότι αν για παράδειγμα, σε μία κοινότητα η έφεση της πλειοψηφίας των παιδιών που προσέρχονται για μάθημα είναι στο φλάουτο, αντίστοιχα μουσικά έργα θα προτιμηθούν για διδασκαλία. Τέλος, η διδασκαλία μουσικής είναι πάντοτε ομαδική, πράγμα που σημαίνει ότι η κάθε μουσική γραμμή που διαβάζει το κάθε ένα παιδί, είναι μέρος ενός ευρύτερου έργου. Γι’ αυτό το λόγο τα παιδιά, ανεξάρτητα από την προσωπική τους μελέτη στο σπίτι, έχουν πάντοτε στο μυαλό τους το συνολικό αποτέλεσμα που θα έρθει από την ομάδα δηλαδή, την ορχήστρα.
Μόλις το παιδί αντιληφθεί το ρόλο τους στην ορχήστρα, αρχίζει ομοίως να διεκδικεί το ρόλο του στην οικογένεια κι’ από εκεί να διεκδικεί το ρόλο του στην κοινωνία. Ανέφερε χαρακτηριστικά σε συνέντευξη του ο Αμπρέου: «Όλα αυτά κάνουν μία δυναμική και ανερχόμενη κοινωνική δομή. Το μεγαλύτερο μέρος των παιδιών μας ανήκουν, όπως προανέφερα, στα ευάλωτα στρώματα του πληθυσμού της Βενεζουέλας. Αυτό τα ενθαρρύνει να κάνουν νέα όνειρα, να βάλουν νέους στόχους και να προοδεύσουν με τις διάφορες ευκαιρίες, που θα τους δοθούν μέσα από τη μουσική. Τέλος στον κοινωνικό κύκλο, οι ορχήστρες αναδεικνύονται ως δημιουργικοί χώροι πολιτισμού και πηγές ανταλλαγής ιδεών και νέων νοημάτων. Ο αυθορμητισμός της μουσικής δεν είναι πια είδος πολυτελείας –γίνεται κοινό κτήμα της κοινωνίας. Κάνει ένα παιδί να μπορεί να παίζει βιολί στο σπίτι, ενώ ο πατέρας δουλεύει στο μαραγκούδικό του.»
Οι 2 ορχήστρες της Βενεζουέλας είναι πλέον 180 δίχως να υπολογίζονται σε αυτό το νούμερο οι χορωδίες. Παράλληλα έχει αναπτυχθεί ένα ολόκληρο δίκτυο ασχολιών μουσικής κατεύθυνσης, όπως η κατασκευή οργάνων. Αξίζει τέλος να αναφερθεί πως το Σύστημα έχει εναγκαλιστεί και προσφέρει με την ίδια φροντίδα τις μουσικές γνώσεις σε περιπτώσεις παιδιών που χρήζουν ιδιαίτερης προσέγγισης, από τις απλές μαθησιακές δυσκολίες μέχρι περισσότερο σοβαρές αναπηρίες.
Η Προοπτική Εφαρμογής του Συστήματος στην Ελλάδα
Πολλές χώρες στη Λατινική Αμερική, ακόμη και η Βρετανία έχουν εκδηλώσει την επιθυμία να ακολουθήσουν το εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Συστήματος. Για τη χώρα μας, ζητήματα μουσικής εκπαίδευσης εγείρονται τώρα ως πιο σημαντικά από ποτέ άλλοτε –δεδομένου ότι η καλλιτεχνική δημιουργία στο σύνολό της παρουσιάζεται ως ο μοναδικός τομέας που θα μπορούσε η χώρα μας να παράγει εξαγώγιμο προϊόν (όσο μπορεί να της αρμόζει αυτός ο χαρακτηρισμός). Όμοια εμείς, όπως συνέβαινε στη Βενεζουέλα δεν έχουμε την κατάλληλη υποδομή και θεωρούμε ότι αυτού του είδους ο πολιτισμός (της κλασικής μουσικής) αφορά κάποιο ανώτερο κοινωνικό στρώμα. Δικαίως σκεφτόμαστε έτσι, δεδομένου ότι ακόμη και σήμερα, δύο αιώνες μετά την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους, η μουσική δεν τυγχάνει της αρμόζουσας κρατικής μέριμνας –μία έλλειψη η οποία ήδη από το 1830, όταν σταματά η εκπαιδευτική πολιτική του Καποδίστρια, έχει δημιουργήσει απείρου κάλλους τραγελαφικές καταστάσεις στη νεότερη ιστορία μας. Υπό το πρόσχημα μάλιστα της περιβόητης κρίσης, πρώτες πλήγμα δέχονται οι ανθρωπιστικές σπουδές και ιδία οι καλλιτεχνικές, οι οποίες συχνά φέρουν το χαρακτηρισμό “πολυτέλεια”. Οι απλήρωτοι επί μήνες καθηγητές Δημοτικών Ωδείων της χώρας και η απειλή για κλείσιμο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές.
Θα ήταν ευχής έργο, έστω και καθυστερημένα, να βλέπαμε παρόμοιες πρακτικές στη χώρα μας. Σε μικρότερη έκταση, τέτοιου είδους πρωτοβουλίες αναπτύσσονται κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα από τις κοινότητες που έχουν φτιάξει οι πολίτες σε διάφορους δήμους. Τα μαθήματα μουσικής πραγματοποιούνται δωρεάν σε “αυτοδιαχειριζόμενα στέκια” όπως ονομάζονται και συνήθως, υφίσταται μία συνθήκη διανοητικού qui pro quo: κάποιος ο οποίος διδάσκει μουσική θα ζητήσει από κάποιον που γνωρίζει ισπανικά επί παραδείγματι να του διδάξει τη γλώσσα κοκ. Πρέπει ωστόσο να τονισθεί ότι το Σύστημα μπόρεσε να επιτύχει αυτό το βαθμό επίδρασης αφού τέθηκε κατόπιν πολλών αγώνων υπό κρατική φροντίδα –ελλείψει της οποίας πολλές αξιόλογες προσπάθειες στη χώρα μας είναι καταδικασμένες.
Επίλογος
Σωματική, διανοητική και συναισθηματική ανάπτυξη είναι ένα αδιαίρετο τρίπτυχο. Όπως χρειαζόμαστε το υγιές σώμα και την αντικειμενικοποιημένη γνώση που προάγουν οι επιστήμες, όμοια χρειαζόμαστε την εμπειρία, όπως αυτή προάγεται από τις τέχνες. Αν καταφέρναμε να δούμε την Τέχνη «ως κάτι περισσότερο από την παραγωγή όμορφων, η ακόμα, εκφραστικών αντικειμένων» τότε, όπως απέδειξε ο Αμπρέου θα είχαμε στα χέρια μας «μία διαδικασία, μέσω της οποίας διερευνούμε το εσωτερικό και το εξωτερικό μας περιβάλλον και μαθαίνουμε να ζούμε με αυτά» (Κρίστοφερ Σμωλ, Μουσική, Κοινωνία, Εκπαίδευση, Νεφέλη, 1983). Ως εκπαιδευτική λοιπόν διαδικασία η Τέχνη διδάσκει την κατανόηση και την αποδοχή της ιδιαιτερότητας του κάθε ανθρώπου με τρόπους που υπερβαίνουν το συχνά περίπλοκο λεκτικό επίπεδο, αλλά και μεθόδους δημιουργικής συνεργασίας τους. Το επιτυχημένο πείραμα του Συστήματος στη Βενεζουέλα αποδεικνύει ότι μόνο ευφυείς δε μπορούν να χαρακτηρισθούν οι όποιες προσπάθειες συρρίκνωσης της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης, αλλά μάλλον πρόκειται για αποκυήματα νοσηρών μυαλών, που επιθυμούν μία ελεγχόμενη ομοιομορφία. Οι κοινωνίες δεν φτιάχνονται με τα νούμερα, ούτε με ποσοστά επιτυχίας αλλά όπως αναφέρει ο Ζακ Ατταλί:
«Πρέπει λοιπόν να μάθουμε να κρίνουμε μία κοινωνία από τους θορύβους της, από την τέχνη της, από το γλέντι της πιο πολύ παρά από τις στατιστικές της… Η μουσική υπάρχει για να μας κάνει να ακούμε τις μεταλλαγές. Μας επιβάλλει έτσι να εφεύρουμε νέες κατηγορίες, νέες δυναμικές που θα αναπλάσουν μία κοινωνική θεωρία σήμερα απολιθωμένη, παγιδευμένη, ετοιμοθάνατη. Η μουσική ως καθρέφτης της κοινωνίας, δείχνει αυτό τα’ ολοφάνερο: η κοινωνία είναι κάτι πολύ πιο σπουδαίο απ’ όσο οι κατηγορίες του οικονομισμού, μαρξιστικού ή άλλου θέλουν να μας κάνουν να πιστεύουμε. Η μουσική δεν είναι απλώς ένα αντικείμενο μελέτης: είναι μέσο για να αντιληφθείς τον κόσμο. Εργαλείο γνώσης.»
(Θόρυβοι, Ράππα,1991)
Το απόσπασμα που παρατέθηκε είναι μέρος της ομιλίας του Χοσέ Αντόνιο Αμπρέου στην εκδήλωση για τα βραβεία TED το Φεβρουάριο του 2009.
Πηγή: http://www.avgi.gr/