Ευκαιρίες και δυσμενείς συνθήκες στον πρωταθλητισμό των ατόμων με αναπηρία – Διπλωματική Εργασία του Παπαϊωάννου Γεώργιου – ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, Π.Μ.Σ. «Ειδική Αγωγή, Εκπαίδευση και Αποκατάσταση» – Μέρος 11ο
Κεφάλαιο 3. Ο Πρωταθλητισμός των Ατόμων με Αναπηρία στην Ελλάδα
3.1 Το θεσμικό και κοινωνικό πλαίσιο στην Ελλάδα
Η θεσμική συμπερίληψη των ατόμων με αναπηρία στον ελληνικό αθλητισμό συγκροτείται ως προϊόν μακροχρόνιων μετατοπίσεων στις πολιτικές και νομικές αντιλήψεις περί αναπηρίας, κατά τη διάρκεια των οποίων, η αρχική λογική της φιλανθρωπικής προστασίας και της ιδρυματοποίησης, βαθμιαία υποχωρεί υπέρ μιας προσέγγισης που στηρίζεται στα ατομικά δικαιώματα, την κοινωνική ισότητα και την πρόσβαση στη δημόσια σφαίρα. Η πρώτη οργανωμένη απόπειρα θεσμικής ρύθμισης προέκυψε με τον Νόμο 2725/19991, με τον οποίο κατοχυρώνονται, για πρώτη φορά, βασικές διατάξεις για την ίδρυση και λειτουργία αθλητικών σωματείων για άτομα με αναπηρία, ενώ προβλέπεται και η σύσταση ειδικών επιτροπών εντός των ομοσπονδιών για τη συμμετοχή αυτών των αθλητών σε διοργανώσεις. Παρότι πρόκειται για ένα κανονιστικό βήμα προόδου, το θεσμικό πλαίσιο εστίασε κυρίως σε διοικητικά ζητήματα, περιορίζοντας τις αναφορές σε ουσιαστικές προνοιακές ή υποστηρικτικές παρεμβάσεις για την ενεργή ενσωμάτωση των ΑμεΑ στον αθλητισμό.
Η ενσωμάτωση της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία στο ελληνικό δίκαιο, μέσω του Νόμου 4074/20122, αποτέλεσε τομή στη μετάβαση προς μια πιο συμπεριληπτική και συμμετοχική πολιτική. Το άρθρο 30, §5 της Σύμβασης προβλέπει ρητά το δικαίωμα των ατόμων με αναπηρία να συμμετέχουν ισότιμα στον πολιτιστικό και αθλητικό βίο, καθιστώντας σαφές ότι η μη παροχή προσβασιμότητας αποτελεί παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η υποχρέωση αυτή ενισχύεται περαιτέρω από την Ευρωπαϊκή Στρατηγική για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία 2021–20303, η οποία θέτει ως στόχο τη δημιουργία προσβάσιμων χώρων και πολιτικών ένταξης σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ, προωθώντας την πρόσβαση των ατόμων με αναπηρία στον αθλητισμό όχι ως προνόμιο, αλλά ως συνταγματικό κεκτημένο.
Παρά τις προοδευτικές αυτές δεσμεύσεις, η εφαρμογή των πολιτικών συχνά παραμένει αποσπασματική. Ο Νόμος 4726/20204, που επιχειρεί την εκσυγχρονισμένη αναδιάρθρωση της ελληνικής αθλητικής νομοθεσίας, ενσωματώνει μέτρα για την καταγραφή των αθλητικών φορέων που απευθύνονται στα ΑμεΑ μέσω του συστήματος «ΕΡΓΑΝΗ», χωρίς όμως να εξασφαλίζει ενιαία και καθολικά κριτήρια επιλεξιμότητας ή επαρκείς μηχανισμούς ελέγχου. Επιπλέον, η διαβούλευση στον ιστότοπο OpenGov (2023)5 κατέδειξε την έλλειψη μακροπρόθεσμης στρατηγικής, καθώς πλήθος φορέων επεσήμαναν την απουσία μιας συνολικής προσέγγιση του αθλητισμού των ατόμων με αναπηρίακαι την ανάγκη για καλύτερο συντονισμό μεταξύ κρατικών και αθλητικών θεσμών.
Στο εσωτερικό θεσμικό πεδίο, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η Εθνική Αθλητική Ομοσπονδία Ατόμων με Αναπηρίες (ΕΑΟΜ-ΑμεΑ)6, η οποία έχει αναλάβει τη διοικητική και αγωνιστική διαχείριση των σωματείων και πρωταθλημάτων των ΑμεΑ. Η δομή και η δράση της, όπως αποτυπώνεται στον επίσημο διαδικτυακό της τόπο και στη δημόσια πλατφόρμα «Διαύγεια»7, δείχνει την ύπαρξη σημαντικών θεσμικών αρμοδιοτήτων που καλύπτουν από την οικονομική στήριξη μέχρι την τεχνική προετοιμασία. Ωστόσο, παραμένουν ανοιχτά ζητήματα που αφορούν τη συμμετοχικότητα στη λήψη αποφάσεων, τη διαφάνεια στην κατανομή πόρων και την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των υφιστάμενων πολιτικών ένταξης.
Η κοινωνική διάσταση του ζητήματος δεν είναι λιγότερο σημαντική. Οι δημόσιες αναπαραστάσεις των αθλητών με αναπηρία εξακολουθούν συχνά να αναπαράγουν σχηματοποιημένες αντιλήψεις, οι οποίες εναλλάσσονται μεταξύ του ηρωικού προτύπου της
«υπέρβασης» και της ρητορικής της ελλειμματικότητας. Αντί να παρουσιάζονται ως υποκείμενα με πολύπλευρες ταυτότητες και κοινωνική εμπλοκή, οι αθλητές αποδίδονται είτε ως παραδείγματα εξαιρετικής θέλησης είτε ως αντικείμενα φιλανθρωπικής συμπόνιας, μια αντίθεση που περιορίζει τη δυνατότητα κοινωνικά ουσιαστικής ενσωμάτωσης. Η Διεθνής Χάρτα της UNESCO για τη Φυσική Αγωγή και τον Αθλητισμό8 επισημαίνει την ανάγκη μετατόπισης από προσεγγίσεις που συνδέουν την αθλητική συμμετοχή με την εξαίρεση και την υπέρβαση, προς ένα δικαιωματικό πλαίσιο που αναγνωρίζει τον αθλητισμό ως αναφαίρετο κοινωνικό δικαίωμα για όλα τα άτομα, ανεξαρτήτως φυσικών ή νοητικών διαφορών. Όπως επισημαίνεται στα άρθρα 1 και 2 της Χάρτας, η φυσική αγωγή και ο αθλητισμός οφείλουν να είναι προσβάσιμα σε κάθε άτομο ως μέσο προσωπικής ανάπτυξης, κοινωνικής ένταξης και ενδυνάμωσης, ενώ οι κρατικοί φορείς καλούνται να διασφαλίσουν την καθολική συμμετοχή χωρίς διακρίσεις.
Η απουσία συστηματικής εκπροσώπησης των αθλητών με αναπηρία στα ελληνικά μέσα μαζικής ενημέρωσης αποτελεί έναν καθοριστικό παράγοντα αναπαραγωγής κοινωνικών στερεοτύπων και περιθωριοποίησης. Όπως υποστηρίζουν οι Rojas et al. (2024), η δημοσιότητα που λαμβάνουν οι παραολυμπιακοί αγώνες περιορίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε περιόδους μεγάλων διεθνών διοργανώσεων, γεγονός που ευνοεί προσωποκεντρικές και συγκυριακές αναπαραστάσεις, αντί για μια συνεχή, δομημένη παρουσίαση της συμμετοχής των ατόμων με αναπηρία στον αθλητισμό. Οι συγγραφείς τονίζουν ότι η ορατότητα των αθλητών δεν είναι μόνο ζήτημα αναγνώρισης, αλλά καθοριστικό στοιχείο για την αλλαγή του κυρίαρχου κοινωνικού φαντασιακού γύρω από την αναπηρία. Η έλλειψη δημοσιογραφικής εξειδίκευσης και πολιτισμικής εγρήγορσης συμβάλλει στην ελλιπή κατανόηση των θεσμικών και κοινωνικών προϋποθέσεων του αναπηρικού αθλητισμού, με αποτέλεσμα τη διατήρηση της απόστασης ανάμεσα στην κοινωνική αποδοχή και τη συμβολική ενσωμάτωση των αθλητών με αναπηρία.
Στο ελληνικό πλαίσιο, ωστόσο, η δημόσια συζήτηση για τον αθλητισμό ατόμων με αναπηρία τείνει να παραμένει προσκολλημένη σε ρητορικές εξιδανίκευσης, προβάλλοντας κυρίως εξαιρετικές περιπτώσεις επιτυχίας ή «υπέρβασης» και αποσιωπώντας τα δομικά εμπόδια, τις θεσμικές ελλείψεις και τις άνισες συνθήκες που χαρακτηρίζουν την καθημερινότητα των περισσότερων αθλητών. Αυτού του είδους οι προσεγγίσεις, παρότι μπορεί να λειτουργούν ενίοτε εμψυχωτικά, συγκαλύπτουν τις πραγματικές ανάγκες υποστήριξης και ενίσχυσης της προσβασιμότητας, τόσο στο επίπεδο των υποδομών όσο και στο επίπεδο των πολιτικών. Όπως παρατηρεί και η Kamberidou (2020), η υπερβολική έμφαση στην «ηρωική» εικόνα του αναπήρου αθλητή συντηρεί έμμεσα έναν διπολικό λόγο (ανάμεσα στην έμπνευση και τον οίκτο) που καθηλώνει την αναπηρία σε έναν ρόλο είτε αξιοθαύμαστου επιτεύγματος είτε παθητικής ανημπόριας. Αντί να προωθείται η ένταξη των αθλητών με αναπηρία σε ένα κοινό αθλητικό πλαίσιο με ισότιμους όρους, η κοινωνική τους εικόνα παραμένει περιορισμένη μέσα σε περιορισμένες και συχνά προσωποκεντρικές μορφές προβολής, γεγονός που επιβαρύνει και τη θεσμική τους εκπροσώπηση. Παράλληλα, η ανάλυση των Panagiotou (2021) και Kefi (2020) τεκμηριώνει τη χαμηλή παρουσία συστηματικών δημόσιων διαλόγων για τον αναπηρικό αθλητισμό στην Ελλάδα, καθώς και την απουσία συνεκτικών στρατηγικών για τη διευκόλυνση της συμμετοχής των αθλητών σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο. Επομένως, το θεσμικό και κοινωνικό πλαίσιο του παραολυμπιακού αθλητισμού στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από πρόοδο στη νομοθετική κατοχύρωση (Ν. 2725/1999; Ν. 4726/2020), αλλά και υστέρηση στην εφαρμογή και κοινωνική αποδοχή. Η διάσταση της αναπηρίας στον αθλητισμό εξακολουθεί να βρίσκεται σε μια μεταβατική φάση θεσμικών αλλαγών, όπου οι προθέσεις του νομοθέτη και οι διεθνείς δεσμεύσεις δεν μεταφράζονται πάντοτε σε απτά αποτελέσματα για τους ίδιους τους αθλητές (Kamberidou, 2019; Panagiotou, 2022).
Συνεπώς, παρά τις θεσμικές εξελίξεις, η εγχώρια επιστημονική βιβλιογραφία καταδεικνύει ότι υπάρχουν πολύ σημαντικές εντάσεις μεταξύ του θεσμικού πλαισίου και της κοινωνικής πράξης στον ελληνικό χώρο. Όπως αναφέρει η Kamberidou (2019), η ύπαρξη ενός νομικού πλαισίου υπέρ της ισότητας δεν συνεπάγεται αυτόματα κοινωνική ένταξη, ιδίως όταν η πρόσβαση στον αθλητισμό για τα άτομα με αναπηρία προσκρούει σε ενσωματωμένες πολιτισμικές αντιλήψεις περί «κανονικότητας» και «ικανότητας». Η συγγραφέας επισημαίνει την απουσία αποτελεσματικών στρατηγικών κοινωνικής εκπαίδευσης και ευαισθητοποίησης, κάτι που οδηγεί σε έναν συμβολικό αποκλεισμό των αθλητών με αναπηρία, ακόμη και όταν επιτυγχάνεται η θεσμική τους ενσωμάτωση. Επιπλέον, η έρευνα των Kalyvas et al. (2014) εστιάζει στις παρανοήσεις του γενικού πληθυσμού σχετικά με τον παραολυμπιακό αθλητισμό, δείχνοντας πως η προβολή του δεν συνδυάζεται απαραίτητα με γνώση των υποκείμενων θεσμών, δικαιωμάτων και προκλήσεων. Αυτό το έλλειμμα κοινωνικής κατανόησης ενισχύει την αποσπασματική εφαρμογή πολιτικών, που σε μεγάλο βαθμό παραμένουν θεωρητικές ή αποκομμένες από το καθημερινό βίωμα των αθλητών.
Συμπληρωματικά, η μελέτη των Loules et al. (2020) διερευνά τη δυσκολία συντονισμού μεταξύ διαφορετικών διοικητικών επιπέδων και πολιτικών πεδίων, εντός της ελληνικής πραγματικότητας. Μέσα από ποιοτική ανάλυση συνεντεύξεων με θεσμικούς παράγοντες και αθλητές, οι συγγραφείς δείχνουν την ασυνέχεια μεταξύ κρατικών πολιτικών, τοπικών πρωτοβουλιών και της λειτουργίας των αθλητικών σωματείων. Παράλληλα, επισημαίνεται η απουσία μηχανισμών λογοδοσίας και αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών προς τους αθλητές με αναπηρία. Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την κατανομή πόρων, αλλά και την έλλειψη συνεκτικής στρατηγικής που να λαμβάνει υπόψη την ετερογένεια των αναπηριών και την ανάγκη εξατομικευμένων παρεμβάσεων. Η εν λόγω κοινωνιολογική προσέγγιση δείχνει ότι η θεσμική συμπερίληψη των ΑμεΑ στον αθλητισμό συχνά λειτουργεί συμβολικά και προσωρινά, και όχι ως δομική επιλογή ενσωμάτωσης στο πλαίσιο της κοινωνικής δικαιοσύνης.
Αν και η Ελλάδα έχει προβεί σε σημαντικά θεσμικά βήματα για την προώθηση του αθλητισμού των ατόμων με αναπηρία, παραμένει πίσω σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες ως προς την εφαρμογή διατομεακών πολιτικών και την εξασφάλιση επαρκών πόρων. Οι Thomas και Guett (2014), μέσα από τη μελέτη των πολιτικών και πρακτικών στον ευρωπαϊκό χώρο, επισημαίνουν την απουσία συντονισμένης στρατηγικής στην ελληνική περίπτωση, καθώς και τη δυσκολία μετατροπής των νομοθετικών προβλέψεων σε λειτουργικά εργαλεία για την κοινωνική ενσωμάτωση των αθλητών. Η ελληνική πολιτεία αδυνατεί να διασφαλίσει τη συνέχεια μεταξύ των επιπέδων χάραξης πολιτικής και των φορέων εφαρμογής, ενώ η χρηματοδότηση του αναπηρικού αθλητισμού παραμένει ευκαιριακή και συχνά εξαρτώμενη από εξωγενείς παράγοντες, όπως οι επιτυχίες σε διεθνείς αγώνες ή η πίεση μέσω δημοσιότητας. Η ανάγκη συγκριτικής αποτίμησης αναδεικνύει τον ρόλο της ΕΕ όχι μόνο ως πηγής οδηγιών και στρατηγικών, αλλά και ως μέτρο αναφοράς για την αποτίμηση της ελληνικής απόδοσης στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής μέσω του αθλητισμού.
Αν και το θεσμικό και κοινωνικό πλαίσιο συνθέτουν το υπόβαθρο της συμμετοχής στον παραολυμπιακό αθλητισμό, εξίσου σημαντική παραμένει η υλική του διάσταση. Η ύπαρξη κατάλληλων υποδομών, η επαρκής χρηματοδότηση και η διοικητική υποστήριξη των αθλητών με αναπηρία καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό το αν οι θεσμικές προβλέψεις μετατρέπονται σε πραγματικές δυνατότητες συμμετοχής και εξέλιξης.
1 https://www.kodiko.gr/nomothesia/document/193286/nomos-2725-1999
2 https://www.gsis.gr/sites/default/files/Secdigital/FEK/secdigital-nomos-40742012.pdf
3 https://commission.europa.eu/strategy-and-policy/policies/justice-and-fundamental-rights/disability/union- equality-strategy-rights-persons-disabilities-2021-2030_en
4 https://www.e-nomothesia.gr/kat-athlitismos/nomos-4726-2020-phek-181a-18-9- 2020.html?q=%CE%95%CE%A1%CE%93%CE%91%CE%9D%CE%97
5 https://www.opengov.gr/cultureathl/?p=5231
6 https://www.eaom-amea.gr/portal/
7 https://diavgeia.gov.gr/f/eaomamea
8 https://www.unesco.org/en/sport-and-anti-doping/international-charter-sport
