Πέρα από τα άτομα με αναπηρία, η προσβασιμότητα επηρεάζει επίσης ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού, όπως ηλικιωμένους, οικογένειες με μικρά παιδιά, καθώς και ανθρώπους που μεταφέρουν αποσκευές ή εμπορεύματα. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι, ανεξαρτήτως χαρακτηριστικών, επωφελούνται από τη βελτίωση της προσβασιμότητας σε περιβάλλοντα και υπηρεσίες. Η προσβασιμότητα παρέχει ποιότητα, άνεση και ασφάλεια σε όλους, κάνοντάς την κρίσιμη για μια δημοκρατική και ισότιμη κοινωνία (Τεντζεράκη,2020)
Η ομιλία της Viviane Reding το 2010 αναδεικνύει έναν από τους πυλώνες της στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ενίσχυση των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρία, τονίζοντας τη σημασία της προσβασιμότητας ως προϋπόθεση για την άσκηση αυτών των δικαιωμάτων. Η προσβασιμότητα δεν είναι απλώς μια τεχνική απαίτηση για τη διευκόλυνση της φυσικής κίνησης, αλλά συνιστά ουσιαστικό παράγοντα για την ισότιμη συμμετοχή των ατόμων με αναπηρία στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή. Με άλλα λόγια, χωρίς την προσβασιμότητα, οι άλλοι τομείς της κοινωνίας παραμένουν κλειστοί για αυτά τα άτομα.
Το παράδειγμα της παρέμβασης του υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ το 2010 είναι επίσης ενδεικτικό της παγκόσμιας κατεύθυνσης προς την ενσωμάτωση της προσβασιμότητας σε κάθε πτυχή της δημόσιας ζωής. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη διασφάλιση της ασφαλούς πρόσβασης περιλαμβάνουν την εφαρμογή πρακτικών λύσεων, όπως οι ράμπες και η εξασφάλιση επαρκούς χώρου για την κίνηση των ατόμων με αναπηρία. Αυτές οι ρυθμίσεις είναι κρίσιμες για την αποφυγή κινδύνων και την αποδοχή της κοινωνικής συμμετοχής, διασφαλίζοντας ότι οι άτομα με αναπηρίες έχουν πλήρη και ασφαλή πρόσβαση στους δημόσιους χώρους, τα κτίρια και τις υπηρεσίες.
Είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι η προσβασιμότητα δεν αφορά μόνο τα άτομα με εμφανείς αναπηρίες ή τη χρήση αναπηρικού αμαξιδίου, αλλά επεκτείνεται σε όλα τα άτομα που ενδέχεται να αντιμετωπίζουν περιορισμούς στην κινητικότητα ή την αντίληψη. Αυτή η ευρύτερη αντίληψη της προσβασιμότητας επεκτείνει τα οφέλη της και σε άλλες ομάδες πληθυσμού, όπως οι ηλικιωμένοι ή τα άτομα με προσωρινές αναπηρίες. Έτσι, η εφαρμογή αυτών των αρχών δεν περιορίζεται μόνο στην ικανοποίηση των αναγκών των ατόμων με αναπηρία, αλλά βελτιώνει τη ζωή και την ασφάλεια όλων των πολιτών.
Σύμφωνα με τον νόμο 2831 στην Ελλάδα, καθιερώθηκαν ειδικές ρυθμίσεις για την εξυπηρέτηση ατόμων με αναπηρία. Πιο αναλυτικά, ο νόμος προβλέπει την υποχρέωση να διασφαλίζεται η οριζόντια και κατακόρυφη προσπέλαση αυτών των ατόμων σε δημόσιες υπηρεσίες, νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου του ευρύτερου δημόσιου τομέα, κοινωφελείς οργανισμούς, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, καθώς και σε χώρους συνάθροισης κοινού, εκπαίδευσης, υγείας, κοινωνικής πρόνοιας, γραφεία και εμπορικούς χώρους, καθώς και στους χώρους στάθμευσης των εν λόγω κτιρίων. Ωστόσο, φαίνεται ότι υπάρχει έλλειψη απαραίτητης πολιτικής βούλησης από το κράτος, καθώς και ανεπαρκής συνεργασία με την κοινωνία για την εξασφάλιση της διατήρησης της λειτουργικότητας αυτών των δομών και μετά την ολοκλήρωση του σχεδιασμού τους (Tsalis & Naniopoulos, 2008).
Η συμμετοχή των ΑμεΑ στον θρησκευτικό τουρισμό δεν εξαρτάται μόνο από προσωπικές πρωτοβουλίες, αλλά απαιτεί και την πολιτική στήριξη. Η ανάπτυξη νομοθετικών πλαισίων και η εφαρμογή στρατηγικών που θα ενισχύσουν τη συμμετοχή των ΑμεΑ σε θρησκευτικά προσκυνήματα και τουριστικές δραστηριότητες είναι ιδιαίτερα σημαντική. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει τη χρηματοδότηση της αναβάθμισης των υποδομών, την ενίσχυση της εκπαίδευσης του προσωπικού και την προώθηση της προσβασιμότητας στον θρησκευτικό τουρισμό. Επιπλέον, η ανάπτυξη στρατηγικών προβολής που θα ενημερώνουν τους θρησκευτικούς ηγέτες, τις τουριστικές επιχειρήσεις και το κοινό για τις ανάγκες των ΑμεΑ είναι καθοριστική για την δημιουργία μιας κοινωνίας ικανής να υποδεχτεί και να ενσωματώσει τα άτομα με αναπηρία σε όλες τις πτυχές της ζωής (Τεντζεράκη,2020)
