Με βάση τα στοιχεία που έχουμε συλλέξει και από πρώτη προσωπική πτυχιακή διατριβή που αφορούσε τον προσβάσιμο τουρισμό καταλήξαμε στο γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια, παράλληλα με την ανάπτυξη του μαζικού τουρισμού, υπήρξε και η ανάπτυξη και αξιοποίηση διαφόρων εναλλακτικών μορφών τουρισμού, οι οποίες διακρίνονται για τη δυναμική και την ποικιλομορφία τους. Ο Προσβάσιμος τουρισμός αναγνωρίζεται ως μια από τις εναλλακτικές μορφές τουρισμού και θεωρείται μια νεοαναδυόμενη τουριστική αγορά, η οποία έχει παρουσιάσει αυξανόμενη τάση τις τελευταίες δεκαετίες (Τεντζεράκη, 2020)Αυτή η ανάπτυξη οφείλεται στο γεγονός ότι οι τουρίστες είναι πλέον πιο έμπειροι, πιο απαιτητικοί και πιο επιλεκτικοί ως προς τις τουριστικές τους δραστηριότητες, ενώ η διαθέσιμη πληροφόρηση έχει διευρυνθεί σημαντικά (Alén, Domínguez & Losada, 2012)
Ο τουρισμός αποτελεί ένα θεμελιώδες δικαίωμα για όλους τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως των φυσικών ή νοητικών τους ικανοτήτων. Για τα άτομα με αναπηρία (ΑμεΑ), η δυνατότητα συμμετοχής σε τουριστικές δραστηριότητες δεν περιορίζεται μόνο στην ψυχαγωγία, αλλά επεκτείνεται και στην κοινωνική ενσωμάτωση, την ισότητα και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής. Παρά την πρόοδο που έχει γίνει στις υποδομές και στη νομοθεσία, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά εμπόδια που περιορίζουν την πλήρη πρόσβαση των ΑμεΑ στον τουρισμό, καθιστώντας αναγκαία τη συνεχιζόμενη ανάπτυξη και προσαρμογή των τουριστικών υπηρεσιών ώστε να καλύπτουν τις ανάγκες όλων των πολιτών (Τεντζεράκη,2020).
Πιο συγκεκριμένα, ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες ο οποίος μπορεί να απλουστεύσει και να βελτιώσει την καθημερινότητα των ατόμων με αναπηρία, αλλά και να προωθήσει τη γόνιμη συμμετοχή τους σε δραστηριότητες, είναι η προσβασιμότητα. (Δημητρόπουλος, 2010; Χριστοφή, 2013; Ψημίτης, 2006). Η σημαντικότητα αυτή προκύπτει από την κοινωνική εμπειρία η οποία υποστηρίζει τη σημασία του να μπορεί ένα άτομο με αναπηρία να έχει ίση πρόσβαση οπουδήποτε σε σχέση με τα άτομα χωρίς αναπηρία, δικαίωμα το οποίο αναγνωρίζεται και συνταγματικά και δημιουργεί τις κατάλληλες προϋποθέσεις για τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος το οποίο δεν θα προβάλλει εμπόδια (Kroneman, Cardol & Friele, 2012; Loewen & Pollard, 2010; Mura, 2014). Παρόλο που υπάρχει ένα ικανό και τεκμηριωμένο θεωρητικό πλαίσιο που διέπει τις πολιτικές αυτές (ισότητα – προσβασιμότητα) η σύγχρονη κοινωνία σήμερα, παρά τις συνεχείς προόδους που σημειώνει τόσο σε επίπεδο τεχνολογίας όσο και γνώσης, φαίνεται να παρουσιάζει ακόμα σημαντικά εμπόδια στην πρόσβαση ΑμεΑ (Rembis, 2010). Πιο συγκεκριμένα, σήμερα το 10% των ατόμων αυτών αντιμετωπίζουν δυσχέρεια στην αυτόνομη διαβίωση και συγκεκριμένα στην μετακίνηση τους, καθώς δεν υπάρχουν οι κατάλληλες υποδομές ώστε να μπορέσουν να εξασφαλίσουν την απρόσκοπτη προσβασιμότητα (Hull, 2004).
Η αναγνωρισιμότητα του θέματος έχει προσφέρει σημαντικές πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση που επικρατεί σήμερα στην κοινωνία, καθώς και στη θέσπιση συγκεκριμένων κριτηρίων βάσει των οποίων πρέπει να σχεδιάζονται οι δομές, προκειμένου να εξυπηρετούν αποτελεσματικά τις ανάγκες των ατόμων με αναπηρία (Βαρδακαστάνης et al., 2011; Κοντιάδης & Απίστουλας, 2006; Κουζέλης, 2011). Αυτή η αναγνώριση της ανάγκης για προσβασιμότητα και ισότιμη συμμετοχή έχει οδηγήσει σε θεσμοθέτηση κατευθυντήριων γραμμών και προτύπων που επιδιώκουν τη δημιουργία ενός πιο συμπεριληπτικού περιβάλλοντος, το οποίο θα επιτρέπει στα άτομα με αναπηρία να συμμετέχουν πλήρως στην κοινωνική και τουριστική ζωή.
