ΕΘΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΤΥΦΛΩΝ

Δικαστική δικαίωση για συμβασιούχους εργαζομένους ΑμΕΑ στο Δημόσιο και τον ευρύτερο Δημόσιο Τομέα

Αυγ 5, 2011 | 'Εργα συναδέλφων (μελέτες), ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η διεθνής αλλά και η εγχώρια οικονομική κρίση προκαλούν αναντίρρητα αναστάτωση σε ολόκληρη τη κοινωνία, όμως η κοινωνική ομάδα που αναμένεται να πληγεί ιδιαίτερα είναι εκείνη των εργαζομένων και ειδικότερα, τα μέλη αυτής που φέρουν την ιδιότητα του Aτόμου με Eιδικές Aνάγκες (ΑμΕΑ). Σε μια εποχή απορρύθμισης των παραδοσιακών κανόνων του Εργατικού Δικαίου και συνεχούς αφυδάτωσης των εργασιακών κεκτημένων και δικαιωμάτων, η Δικαιοσύνη ορθώνει το ανάστημά της και καινοτομεί αποκαλύπτοντας το «περί δικαίου αίσθημα» που την διατρέχει  ενώ, θέτει κανόνες συνταγματικής προστασίας των εργαζομένων με αναπηρίες αλλά και φραγμούς στην κρατική αναλγησία.

Συγκεκριμένα, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ’ αριθμόν 4737/2011 απόφασή του – κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων – δικαιώνει δεκατρείς (13) συμβασιούχους ΑμεΑ, νεαρής κυρίως ηλικίας, με ποσοστά αναπηρίας από 50 % έως 80 % και άνω, που απασχολούνταν, από τα τέλη του έτους 2004, με συνεχείς συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου μέσω επιδοτούμενων προγραμμάτων του ΟΑΕΔ, ως υπάλληλοι γραφείου, αποθηκάριοι και κλητήρες, μετατρέποντας τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου που διατηρούσαν με το Νομικό Πρόσωπο του Δήμου, εν προκειμένω, σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, δυνάμει της προρηθείσας αποφάσεως υποχρεώθηκε ο εργοδότης των προσφευγόντων στην Δικαιοσύνη, στην αποδοχή των παρεχόμενων υπηρεσιών τους και συνεπώς, στην καταβολή μισθών υπερημερίας.

Η σημασία της συγκεκριμένης απόφασης, η οποία ανοίγει το δρόμο σε χιλιάδες Άτομα με Αναπηρία που απασχολούνται στο Δημόσιο ή στον ευρύτερο Δημόσιο Τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, έγκειται στο γεγονός ότι η θετική κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται στο άρθρο 21 του Συντάγματος στο οποίο κατοχυρώνεται ότι : «…Το Κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών και παίρνει ειδικά μέτρα για την προστασία της νεότητος, του γήρατος, της αναπηρίας και την περίθαλψη των απόρων…») αλλά και στους ειδικούς Νόμους που εμπεριέχουν διατάξεις προστατευτικές για τα Άτομα με Αναπηρία. (Ν.2643/1998 με τίτλο «Μέριμνα για την απασχόληση προσώπων ειδικών κατηγοριών και άλλες διατάξεις» και Ν. 3227/2004 με τίτλο «Ρύθμιση θεμάτων του Νόμου 2643/1998»).

Ακολούθως, εκρίθη ότι η διάταξη του άρθρου 11 του Ν. 3227/2004 για την δυνατότητα απασχόλησης Ατόμων με Ειδικές Ανάγκες και μετά τη λήξη των προγραμμάτων του ΟΑΕΔ εξασφαλίζει ακόμη ευρύτερη προστασία και διαμορφώνει μία κατεύθυνση για μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, εξομοιώνοντας τους εργαζόμενους αυτούς, με τα Άτομα με Αναπηρία που προσλαμβάνονται σύμφωνα με τον Νόμο 2643/1998, απολαμβάνοντας έτσι πέραν των ευεργετημάτων και την ειδική εκ του Νόμου 2643/1998 προστασία. Κατ’ ακολουθίαν η ως άνω δικαστική απόφαση καταλήγει ότι δεν ισχύουν για αυτές τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου Ατόμων με Αναπηρία οι σχετικές αποφάσεις των Δικαστηρίων που αφορούν στις «κλασικές» περιπτώσεις «συμβασιούχων» που απαγορεύεται ρητά η δυνατότητα μετατροπής των συμβάσεών τους, διότι, το περιεχόμενο τόσο του άρθρου 21 του Συντάγματος όσο και του Νόμου 2643/1998 υπερισχύει ως ειδικές διατάξεις έναντι των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του Νόμου 2190/1994.

Η ανωτέρω δικαστική απόφαση αποτελεί μία βάσιμη προσδοκία «μονιμοποίησης» για κάθε Άτομο με Αναπηρία που απασχολείται στο Δημόσιο ή στο ευρύτερο Δημόσιο Τομέα καθώς, η ενδεχόμενη απώλεια της εργασιακής τους θέσης θα οδηγούσε σε μία βαρύτερης μορφής αναπηρία: την ανεργία, η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μία ιδιότυπη κοινωνική αναπηρία. Πέραν των γεννηθεισών προσδοκιών η ως άνω δικαστική απόφαση αποτελεί μία ηχηρή απάντηση της Δικαιοσύνης στο άλγος που βιώνουν οι πάσης φύσεως «Συμβασιούχοι» (είτε ΑμΕΑ είτε όχι) περί ανανεώσεως ή μη των συμβάσεών εργασίας τους ενώ, εξυφαίνεται και μία ενδεχόμενη υποκειμενική δικαστική στάθμιση μέσω κοινωνικοοικονομικών κριτηρίων των «Συμβασιούχων» προκειμένου να μετατραπούν ή όχι οι ορισμένου χρόνου συμβάσεις εργασίας τους εξ΄ απαρχής σε αορίστου χρόνου.

Μετάβαση στο περιεχόμενο