3. Προσέγγιση Δικαιωμάτων:
Δύο Προκλήσεις
Αυτή η ενότητα διερευνά δύο προκλήσεις που αφορούν τη διεκδίκηση δικαιωμάτων αναπηρίας: Η πρώτη περιστρέφεται γύρω από το ποια άτομα πρέπει να κατέχουν δικαιώματα αναπηρίας και η δεύτερη αφορά στη φύση αλλά και στο πεδίο των καθηκόντων που σχετίζονται με τα δικαιώματα
αναπηρίας.
Μια βασική πρόκληση που ανακύπτει στο πλαίσιο της διεκδίκησης των δικαιωμάτων αναπηρίας αφορά το θεμελιώδες ερώτημα περί ορισμού της έννοιας της «αναπηρίας». Ο όρος «αναπηρία» χρησιμοποιήθηκε αρχικά για να περιγράψει έναν περιορισμό στην ικανότητα κάποιου να εκτελέσει μια νομική πράξη, όπως η ψηφοφορία ή η σύναψη συμβολαίων, και δεν συνδεόταν με σωματική ή ψυχολογική αναπηρία (Silver 2009). Εκείνη την εποχή τα άτομα με αναπηρίες ταξινομούνταν όχι ως ενιαία ομάδα αλλά ανάλογα με την προσωπική τους αναπηρία (π.χ. κωφοί, τυφλοί ή παραπληγικοί). Η έννοια της «αναπηρίας» ξεπέρασε αυτό το αρχικό νόημα κυρίως λόγω της ανάγκης να βρεθεί μια κατάλληλη νομική κατηγορία για να οροθετηθεί η ομάδα ατόμων που δικαιούνταν κρατικές παροχές (πχ. επίδομα αναπηρίας). Από τότε η σχέση μεταξύ του όρου της και των δικαιωμάτων που κατέχουν τα άτομα που ταξινομούνται ως ΑμεΑ συνεχίζει να εξελίσσεται έως το σημείο που η κατηγορία της αναπηρίας έχει φτάσει να οριοθετεί σήμερα ποιο άτομο κατέχει ορισμένα δικαιώματα. Ωστόσο, η «αναπηρία» δεν έχει καθόλου καθολικά αποδεκτό ορισμό. Αντίθετα, η έννοια της «αναπηρίας» δημιουργεί πολλές συζητήσεις και αντιπαραθέσεις λόγω της ποικιλομορφίας των ατόμων που ταξινομούνται ως ΑμεΑ, του εύρους των εμπειριών τους -δεν φαίνεται να μοιράζονται ένα κοινό κριτήριο ενοποίησηςκαθώς και τις διάφορες χρήσεις της έννοιας «αναπηρίας» εντός πολιτικών πλαισίων. Στην πράξη, η δυσκολία να οριστεί η έννοια της «αναπηρίας» είναι ζωτικής σημασίας για την εφαρμογή πολιτικών που σχετίζονται με την αναπηρία, ιδίως της νομοθεσίας που σχετίζεται με τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία. Για παράδειγμα, το Americans with Disabilities Act (ΑDA) ορίζει την «αναπηρία» ως «(Α) μια σωματική ή διανοητική βλάβη που περιορίζει ουσιαστικά μία ή περισσότερες σημαντικές δραστηριότητες ζωής αυτού του ατόμου, (Β) μια καταγραφή μιας τέτοιας ανεπάρκειας ή (Γ) όταν θεωρείται ότι το άτομο έχει μια τέτοια ανεπάρκεια».5 Με την πάροδο του χρόνου τα ομοσπονδιακά δικαστήρια στις Ηνωμένες Πολιτείες ερμήνευσαν αυτόν τον ορισμό στενά και αποφάνθηκαν ότι οι περισσότεροι ενάγοντες δεν ήταν ΑμεΑ και ως εκ τούτου δεν είχαν δικαίωμα προστασίας κατά των διακρίσεων βάσει του συγκεκριμένου νόμου. Αυτή η νομολογία έγινε γνωστή ως το «μπούμερανγκ αντίδρασης» του ADA (Krieger 2003). Το 2008, το Κογκρέσο ψήφισε τον νόμο τροποποίησης ADA (ADAAA), με τον σκοπό να αποκαταστήσει την αρχική πρόθεση του νόμου αντικαθιστώντας τη στενή ερμηνεία που έδωσε το Ανώτατου Δικαστήριο στην έννοια της «αναπηρίας» με μια ευρύτερη δομή του όρου. (Sec. 12101 note: Findings and Purposes of the ADA Amendments Act of 2008, Pub. L. 110-325, § 2, Sept. 25, 2008, 122 Stat. 3553. (Americans with Disabilities Act n.d.))
Πράγματι, μια ανάλυση των υποθέσεων μετά την έναρξη ισχύος του ADAAA υποδηλώνει ότι έκτοτε περισσότερα δικαστήρια διαπίστωσαν ότι οι ενάγοντες έχουν αναπηρία ή τουλάχιστον ότι το αν έχουν ή όχι κάποια αναπηρία θα έπρεπε να εκδικαστεί (Buonocore Porter 2014). Ωστόσο, η συζήτηση για το ποιο άτομο είναι -ή θα έπρεπε- να έχει δικαιώματα αναπηρίας συνεχίζεται. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι όλα τα μέλη της κοινότητας που δεν είναι ικανά να εργαστούν δικαιούνται να υπαχθούν στη συγκεκριμένη νομοθεσία, ανεξάρτητα από το καθεστώς της αναπηρίας τους, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή η κάλυψη θα τους επίτρεπε να εκτελέσουν τις βασικές λειτουργίες της εργασίας και έτσι δεν θα ωθούνταν στην ανεργία (Stein et al. 2014).
Μια δεύτερη πρόκληση για τη διεκδίκηση δικαιωμάτων αναπηρίας έχει να κάνει με αυτό που συνεπάγονται αυτά τα δικαιώματα, ήτοι: με ποια καθήκοντα συσχετίζονται αυτά τα δικαιώματα και ποιος τα έχει υποχρέωση να τα διεκπεραιώσει. Όπως συζητήθηκε παραπάνω, τα δικαιώματα που αφορούν Χοφελδιαμές αξιώσεις σχετίζονται με καθήκοντα δράσης ή ανεκτικότητας άλλων ατόμων. Η διεκδίκηση των δικαιωμάτων αναπηρίας συνεπώς συνεπάγεται τον ισχυρισμό ότι κάποιο άλλο άτομο έχει καθήκοντα απέναντι στα άτομα με αναπηρία.
Ωστόσο, ο καθορισμός αυτών των καθηκόντων αλλά και ο προσδιορισμός των ατόμων που τα φέρουν δεν είναι εύκολος.
Η συγκεκριμένη πρόκληση έχει σοβαρές επιπτώσεις στην έννοια των δικαιωμάτων αναπηρίας. Για παράδειγμα, συζητώντας την έννοια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η Onora O’Neill (2005) επισημαίνει ότι τα δικαιώματα διαφέρουν από ευγενείς φιλοδοξίες που έχουν ως στόχο να κινητοποιήσουν και να προωθήσουν κάποιο καλό σκοπό καθώς τα δικαιώματα «θεωρούνται ως η μια πλευρά μιας κανονιστικής σχέσης μεταξύ κατόχων δικαιωμάτων και φορέων υποχρεώσεων» (429-30). Αυτό, σύμφωνα με την O’Neill, δημιουργεί ένα πρόβλημα για τα δικαιώματα σε αγαθά και υπηρεσίες διότι κανείς δεν έχει υποχρέωση να παρέχει αγαθά και υπηρεσίες έως ότου ένας οργανισμός αναθέσει τέτοιου τύπου καθήκοντα στους πολίτες (λ.χ. ένας διοικητικός οργανισμός ή μια νομοθετική αρχή). Κατά συνέπεια, φαίνεται ότι τέτοια δικαιώματα δεν είναι ανθρώπινα δικαιώματα γιατί αυτό θα απαιτούσε να καταρρίψουμε την υπάρχουσα κατανόηση των δικαιωμάτων. Με τον ίδιο τρόπο, εάν τα δικαιώματα αναπηρίας σε αγαθά και υπηρεσίες που ορίζονται στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία δεν συσχετίζονται με προ-θεσμικές (pre-institutional) υποχρεώσεις τότε ίσως και αυτά δεν είναι ανθρώπινα δικαιώματα.
Ενίοτε, ο καθορισμός των καθηκόντων που σχετίζονται με δικαιώματα αναπηρίας αποτελεί πρακτικό ζήτημα. Το πλαίσιο των δικαιωμάτων του Hohfeld είναι βοηθητικό και αποδεικνύει ότι πολλοί ισχυρισμοί για τα δικαιώματα αναπηρίας περιλαμβάνουν αξιώσεις και προνόμια που δεν περιλαμβάνουν τα δικαιώματα των ατόμων χωρίς αναπηρία. Έτσι ο προσδιορισμός των καθηκόντων που σχετίζονται με συγκεκριμένα δικαιώματα αναπηρίας απαιτεί ανάλυση κατά περίπτωση.
Πάρτε, για παράδειγμα, τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία σε ενναλακτικές δομές στο χώρο εργασίας, το οποίο έχει γίνει κοινό χαρακτηριστικό της νομοθεσίας κατά των διακρίσεων για την αναπηρία. (Βλ. CRPD Αρθρό 27, παράγραφο 1(i). ADA 42 U.S.C. Subchapter I, Sec. 12112 (b)(5); The Equality Act, Schedule 8: Work: Reasonable adjustments.)
Οι συνήθεις ερωτήσεις σε αυτό το πλαίσιο περιστρέφονται γύρω από το επίπεδο του οικονομικού κόστος που είναι λογικό να ζητηθεί στους εργοδότες να αντέξουν για να μεταβάλλουν τις φυσικές δομές στο χώρο εργασίας. Άλλα ενδιαφέροντα ερωτήματα προκύπτουν από υποθέσεις που αφορούν ενάγοντες με ψυχικές διαταραχές. Όπως σε ποιο βαθμό η φιλοξενία τους στο χώρο εργασίας θα πρέπει να περιλαμβάνει την ανεκτικότητα της κατά τα άλλα ενδεχομένως μη αποδεκτής και πιθανώς επιβλαβούς συμπεριφοράς τους (Carle 2017; Emens 2006; Timmons 2005).
Συμπέρασμα
Αυτή η ανάλυση επικεντρώθηκε στα δικαιώματα αναπηρίας. Διερεύνησε τη δομή των ισχυρισμών των δικαιωμάτων αναπηρίας, τα πλεονεκτήματα της προσέγγισης δικαιωμάτων αλλά και δύο προκλήσεις που προκύπτουν όταν υιοθετηθεί αυτή η προσέγγιση. Βρισκόμενη στη διασταύρωση μεταξύ της θεωρίας και της πολιτικής πρακτικής, αυτή η σύντομη ανάλυση, ελπίζω, να χρησιμεύσει τόσο στους ειδικευμένους επαγγελματίες όσο και στους θεωρητικούς που εργάζονται στον τομέα των δικαιωμάτων αναπηρίας. Υπάρχουν δύο λόγοι που υποστηρίζουν την υπεροχή της προσέγγισης των δικαιωμάτων που προέκυψε από το κοινωνικό μοντέλο αναπηρίας. Πρώτον, η διεκδίκηση των δικαιωμάτων αναπηρίας παρέχει στους ανθρώπους μια αίσθηση του τι τους οφείλεται και τους δίνει μια «κάρτα ατού» σε σχέση με άλλες κοινωνικές διεκδικήσεις. Δεύτερον, η συγκεκριμένη προσέγγιση δίνει το δικαίωμα να υιοθετηθούν συγκεκριμένες συμπεριφορές και σε περίπτωση αποτυχίας να συμμορφωθούν άλλα άτομα με τα συναφή καθήκοντα που έχουν απέναντι σε άτομα με αναπηρία.
Ταυτόχρονα, αναφέρθηκαν οι πιθανές προκλήσεις που μπορεί να προκύψουν στο πλαίσιο της προσέγγισης των δικαιωμάτων. Οι προκλήσεις αυτές περιστρέφονται γύρω από την οριοθέτηση της κατηγορίας της αναπηρίας και τον καθορισμό σχετικών καθηκόντων και έτσι αναδεικνύουν τη δυσκολία του σχεδιασμού και της εφαρμογής πολιτικών που σχετίζονται με την αναπηρία. Τέλος, εξετάζοντας τις πολυπλοκότητες που εμπλέκονται στην διεκδίκηση δικαιωμάτων αναπηρίας, προέκυψε ένας αναπροσδιορισμός κάποιων οικείων αντιλήψεων για τα δικαιώματα, οι οποίες συνδέονται με το συνεχιζόμενο φιλοσοφικό έργο της κατανόησης της φύσης των δικαιωμάτων και του τρόπου λειτουργίας τους.
Bibliography
Convention on the Rights of Persons with Disabilities, adopted on 13 December 2006
Americans with Disabilities Act 1990 (codified at 42 U.S.C. § 12101 et seq.)
Equality Act 2010. UK. Available at: https://www.legislation.gov.uk/ukpga/2010/15/contents
Olmstead v. L.C., 527 U.S. 581 (1999)
Alliance, Union of the Physically Impaired against Segregation and the Disability. 1975. “Fundamental Principles of Disability.” Americans with Disabilities Act.
Buonocore Porter, Nicole. 2014. “The New ADA Backlash.” Tennessee Law Review 82(1): 1–82.
Carle, Susan D. 2017. “Analyzing Social Impairments under Title I of the Americans with Disabilities Act.” University of California, Davis Law Review 1: 1109.
Dorfman, Doron. 2015. “Disability Identity in Conflict: Performativity in the U.S. Social Security Benefits System.” Thomas Jefferson Law Review 38(1): 47–70.
———. 2017. “Re-Claiming Disability: Identity, Procedural Justice, and the Disability Determination Process.” Law and Social Inquiry 42(1): 195–231.
Dworkin, Ronald. 1984. “Rights as Trumps.” In Theories of Rights, ed. Jeremy Waldron. Oxford: Oxford University Press, 153–67.
Emens, Elizabeth F. 2006. “The Sympathetic Discriminator: Mental Illness, Hedonic Costs, and the ADA.” The Georgetown Law Journal 94: 399.
Feinberg, Joel. 1980. Rights. Justice, and the Bounds of Liberty: Essays in Social Philosophy. Princeton University Press.
Hohfeld, Wesley Newcomb. 1919. Fundamental Legal Conceptions. 1st ed. ed. Walter Wheeler Cook. New Haven: Yale University Press.
Krieger, Linda Hamilton. 2003. Backlash against the ADA : Reinterpreting Disability Rights. University of Michigan Press.
Malhotra, Ravi, and Morgan Rowe. 2014. Exploring Disability Identity and Disability Rights through Narratives: Finding a Voice of Their Own. London and New York: Routledge.
O’Neill, Onora. 2005. “The Dark Side of Human Rights.” International Affairs 81(2): 427–39.
Olmstead v. L.C., 527 U.S. 581 (1999).
Shakespeare, Tom. 2014. Disability Rights and Wrongs Revisited. 2nd ed. Routledge.
Silver, Anita. 2009. “An Essay on Modeling: The Social Model of Disability.”
In Philosophical Reflections on Disability, eds. D. Christopher Ralston and Justin Ho. Springer, 19–36.
Stein, Michael Ashley, Anita Silver, Bradley A Areheart, and Leslie Pickering Francis. 2014. “Accommodating Every Body.” University of Chicago Law Review 81: 689.
Timmons, Kelly Cahill. 2005. “Accommodating Misconduct Under the Americans with Disabilities Act.” Florida Law Review 57: 187–294.
Waldron, Jeremy. 1984. “Introduction.” In Theories of Rights, Oxford University Press.
Wenar, Leif. 2005. “The Nature of Rights.” Philosophy and Public Affairs 33(3): 223–52.
Wolff, Jonathan. 2009. “Disability, Enhancement, Personal Enhancement and Resource Allocation.” Economics and Philosophy 25: 49–68.
Πηγή: www.enainstitute.org
