Διερευνώντας την επαγγελματική καθοδήγηση ατόμων με οπτική αναπηρία: Μια βιβλιογραφική ανασκόπηση – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Μυκονιάτη Μαρίας – ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, Π.Μ.Σ. «Επιστήμες της Αγωγής: Ειδική Αγωγή, Εκπαίδευση και Αποκατάσταση» – Μέρος 16ο
Κεφάλαιο 3. Αποτελέσματα της έρευνας
3.1 Επιλογή απασχόλησης από άτομα με οπτική αναπηρία: Η σχέση με τα προσόντα και τις δεξιότητες
Η ένταξη των ατόμων με οπτική αναπηρία στην αγορά εργασίας αποτελεί έναν από τους πιο πολυσύνθετους και κρίσιμους άξονες της κοινωνικής και επαγγελματικής τους ενδυνάμωσης. Στο πλαίσιο της παρούσας ανασκόπησης, το βασικό ερευνητικό ερώτημα εστιάζει στο αν και κατά πόσο τα άτομα με οπτική αναπηρία επιλέγουν την απασχόλησή τους με γνώμονα τα προσόντα και τις δεξιότητές τους. Τα δεδομένα που αντλήθηκαν από δεκαοκτώ (18) σύγχρονες ερευνητικές εργασίες αποκαλύπτουν ένα σύνθετο τοπίο, όπου οι ατομικές δυνατότητες, οι εξωτερικές συνθήκες, η θεσμική υποστήριξη και οι κοινωνικές αντιλήψεις αλληλοεπιδρούν δυναμικά και διαμορφώνουν τις επαγγελματικές διαδρομές των συγκεκριμένων ατόμων.
Αρχίζοντας από την ελληνική πραγματικότητα, η ποιοτική έρευνα των Argyropoulos & Papadimitriou (2019) εστίασε στις εμπειρίες ενηλίκων με οπτική αναπηρία κατά τη μετάβασή τους στην απασχόληση. Τα ευρήματα κατέδειξαν ότι, παρά την ύπαρξη σημαντικών ακαδημαϊκών και επαγγελματικών προσόντων, πολλοί συμμετέχοντες αναγκάστηκαν να αποδεχτούν θέσεις εργασίας που δεν ανταποκρίνονταν στις ικανότητές τους, λόγω ανεπαρκούς επαγγελματικής καθοδήγησης, έλλειψης υποστηρικτικών μηχανισμών και ελάχιστων προσαρμογών στους εργασιακούς χώρους. Παρόλο που υπήρχε πρόθεση για αξιοποίηση των δεξιοτήτων τους, το περιβάλλον συχνά επέβαλλε περιορισμένες επιλογές.
Ακολουθεί η έρευνα των Papakonstantinou & Papadopoulos (2020), η οποία εστίασε στις στάσεις εργοδοτών στην Ελλάδα, προσέφερε πολύτιμες πληροφορίες για το πώς η αντίληψη των εργοδοτών επηρεάζει την επιλογή εργασίας από τα ίδια τα άτομα. Όταν οι εργοδότες ήταν ενήμεροι για τις ικανότητες των ατόμων με οπτική αναπηρία, υπήρχε μεγαλύτερη πιθανότητα αυτά να ενταχθούν σε θέσεις εργασίας που ανταποκρίνονταν στο προφίλ τους. Αντιθέτως, η επικράτηση στερεοτύπων οδηγούσε σε αποφυγή της πρόσληψης ή σε τοποθέτηση σε ρόλους περιορισμένης ευθύνης, ανεξαρτήτως των πραγματικών προσόντων των υποψηφίων.
Σε αντίθεση με την ελληνική εμπειρία, η μελέτη των Bhaskar, et al (2022) στην Ινδία προσέφερε μια πιο θετική εικόνα. Παρά τις έντονες κοινωνικοοικονομικές προκλήσεις, τα άτομα με οπτική αναπηρία στην Ινδία φαίνεται να αξιοποιούν ενεργά τα προσόντα και τις επαγγελματικές τους δεξιότητες στην επιλογή απασχόλησης. Η ύπαρξη προγραμμάτων επαγγελματικής καθοδήγησης, η πρόσβαση σε εξειδικευμένη εκπαίδευση και η θετική στάση ορισμένων εργοδοτών αποτέλεσαν κρίσιμους παράγοντες που διευκόλυναν τη σύνδεση ανάμεσα στις δεξιότητες και την επαγγελματική επιλογή. Οι συμμετέχοντες περιέγραψαν τη σταδιακή τους ανέλιξη σε τομείς όπως η τεχνολογία και οι δημόσιες υπηρεσίες, αξιοποιώντας συστηματικά τις γνώσεις και την εμπειρία τους.
Ανάλογα στοιχεία παρουσιάστηκαν και στη μελέτη των Cha et al., (2024), που επικεντρώθηκε στον τομέα της ανάπτυξης λογισμικού. Οι συμμετέχοντες, όλοι επαγγελματίες στον χώρο της πληροφορικής, περιέγραψαν τη σταδιοδρομία τους ως αποτέλεσμα συγκροτημένης επιλογής σύμφωνα με την αξιοποίηση διαφόρων τεχνικών δεξιοτήτων και εμπειρίας. Παράλληλα, υπογράμμισαν τις προκλήσεις που σχετίζονται με την προσβασιμότητα στα τεχνολογικά εργαλεία και τις περιορισμένες ευκαιρίες διοικητικής εξέλιξης, κυρίως λόγω προκαταλήψεων ή έλλειψης θεσμικής υποστήριξης. Ωστόσο, η πορεία τους επιβεβαιώνει ότι, όταν οι υποστηρικτικές δομές λειτουργούν αποτελεσματικά, τα άτομα με οπτική αναπηρία μπορούν να διαμορφώσουν καριέρες εναρμονισμένες με τα επαγγελματικά τους εφόδια.
Σε διαφορετική κατεύθυνση κινείται η έρευνα του Eckhaus (2022), η οποία εστίασε το ενδιαφέρον της στους εργοδότες και όχι στα άτομα με αναπηρία. Τα αποτελέσματα φανερώνουν ότι, συχνά, η πρόσληψη ατόμων με οπτική αναπηρία δεν βασίζεται απαραίτητα στην αναγνώριση των προσόντων τους, αλλά μάλλον υπαγορεύεται από πολιτικές εταιρικής κοινωνικής ευθύνης, νομοθετικές επιταγές ή επιφανειακές αντιλήψεις για το θέμα της ένταξης. Με τον τρόπο αυτό σε αρκετές περιπτώσεις, τα προσόντα των υποψηφίων παραμένουν αναξιοποίητα, γεγονός που περιορίζει την αυτοδιάθεση και την ουσιαστική επιλογή του επαγγέλματος.
Η μελέτη των Limbachia & Mistry (2024), που πραγματοποιήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο, επεσήμανε ότι τα άτομα με οπτική αναπηρία προσπαθούν ενεργά να προσαρμόσουν τις επιλογές τους στις προσωπικές τους δεξιότητες και στις επαγγελματικές τους φιλοδοξίες.
Ωστόσο, τα εμπόδια που αντιμετώπισαν κατά την αναζήτηση εργασίας, όπως οι προκαταλήψεις, η ανεπαρκής τεχνολογική υποστήριξη και η δυσκολία στην πρόσβαση σε υποστηρικτικές υπηρεσίες, συχνά τους οδηγούσαν σε συμβιβαστικές επιλογές. Παρ’ όλα αυτά, η εσωτερική συνειδητοποίηση των δυνατοτήτων τους και η επιμονή για επαγγελματική καταξίωση αποτελούν σταθερά στοιχεία της αφηγηματικής τους πορείας. Επιπρόσθετα, η ανασκόπηση της βιβλιογραφίας από τους Jahanzaib, et al (2024), που εστίασε στην επαγγελματική εκπαίδευση σε μικρές ηλικίες, ανέδειξε τη σημασία της πρώιμης καλλιέργειας επαγγελματικής αυτογνωσίας. Η έκθεση των παιδιών με οπτική αναπηρία σε προγράμματα προσανατολισμού και ανάπτυξης δεξιοτήτων ενίσχυσε τη μακροπρόθεσμη σύνδεση μεταξύ των ικανοτήτων τους και της επαγγελματικής τους πορείας. Αυτή η πρώιμη επαφή με την έννοια του επαγγελματικού ρόλου λειτουργεί ως καταλύτης για πιο συνειδητοποιημένες επιλογές απασχόλησης στο μέλλον.
Οι Eseadi & Ogbuabor (2023), μέσα από συνδυασμό ποιοτικής έρευνας και ανάλυσης πολιτικών, έδειξαν ότι η δυνατότητα επιλογής επαγγέλματος με βάση τις δεξιότητες εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ύπαρξη μεταβατικών υποστηρικτικών υπηρεσιών. Όταν αυτές απουσιάζουν ή είναι αποσπασματικές, τα άτομα οδηγούνται σε επαγγέλματα ανάγκης, περιορίζοντας τις ευκαιρίες να αξιοποιήσουν πλήρως τις δυνατότητές τους. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η μελέτη των Molekoa et al (2023), η οποία εστίασε στις απόψεις εκπαιδευτικών της Νότιας Αφρικής, υπογραμμίζοντας ότι οι εκπαιδευτικοί αναγνώριζαν τη σημασία της επαγγελματικής καθοδήγησης αλλά δήλωναν ανεπαρκώς προετοιμασμένοι για την παροχή της. Ως αποτέλεσμα, θεωρείται ότι οι μαθητές με οπτική αναπηρία δεν καθοδηγούνταν επαρκώς ώστε να συνδέσουν τις ατομικές τους δεξιότητες με συγκεκριμένες επαγγελματικές κατευθύνσεις, γεγονός που επέτεινε το χάσμα μεταξύ των προσόντων και της τελικής απασχόλησης.
Μια πολύ ενδιαφέρουσα ερευνητική προσέγγιση ήταν αυτή των O’Mally & Antonelli (2016), οι οποίοι αξιολόγησαν την επίδραση του mentoring στην επαγγελματική εξέλιξη φοιτητών με νομική τύφλωση. Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά, καθώς όσοι συμμετείχαν σε πρόγραμμα καθοδήγησης εμφάνισαν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα αυτογνωσίας, αυτοπεποίθησης, καθώς, επίσης, και σαφήνεια στους επαγγελματικούς τους στόχους, καταλήγοντας σε θέσεις που αντανακλούσαν τις πραγματικές τους δυνατότητες.
Η έρευνα των Chu & Chan (2024) έδωσε έμφαση στη σύνδεση επαγγελματικής κατάρτισης, ποιότητας ζωής και επαγγελματικής ενσωμάτωσης. Τα ευρήματα επιβεβαιώνουν ότι όταν η κατάρτιση συνδυάζεται με προσωπική καθοδήγηση και συνεργασία με εργοδότες, τα άτομα είναι σε θέση να επιλέξουν επαγγελματική πορεία που ταιριάζει στις δεξιότητές τους. Παράλληλα, αναδείχθηκε η σημασία της διεπιστημονικής υποστήριξης και της διατομεακής συνεργασίας για την αποτελεσματική μετάβαση από την κατάρτιση στην απασχόληση. Στην τελευταία μελέτη των Echarti, et al (2020) στη Γερμανία, υποστηρίζεται ότι με τη χρήση πειραματικής προσέγγισης και δεδομένων μεγάλης κλίμακας η συμμετοχή σε προγράμματα επαγγελματικής επανεκπαίδευσης ενίσχυσε σημαντικά την απασχολησιμότητα ατόμων με αναπηρίες, Στο πλαίσιο αυτό αυτά τα άτομα στη συνέχεια τοποθετήθηκαν σε εργασίες αντίστοιχες με τα προσόντα που απέκτησαν μέσω της εκπαίδευσης.
Σε γενικές γραμμές, αυτές οι έρευνες αποδεικνύουν πως τα άτομα με οπτική αναπηρία, σε ποικίλα κοινωνικοπολιτισμικά περιβάλλοντα, διαθέτουν τη βούληση και τη δυνατότητα να επιλέξουν την απασχόλησή τους με γνώμονα τις δεξιότητές τους. Ωστόσο, η υλοποίηση αυτής της επιλογής εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη διαθεσιμότητα υποστηρικτικών μηχανισμών, τις στάσεις των εργοδοτών, την ύπαρξη καθοδήγησης και την πρόσβαση σε ποιοτική εκπαίδευση. Τέλος, όταν οι δομές είναι επαρκείς και ενισχυτικές, η ευθυγράμμιση προσόντων και απασχόλησης γίνεται εφικτή, οδηγώντας όχι μόνο σε επαγγελματική ικανοποίηση αλλά και σε ουσιαστική κοινωνική ενσωμάτωση.
Η μελέτη McDonnall (2010) αναφέρετε στην επαγγελματική αποκατάσταση των νέων ενηλίκων που έχουν οπτική αναπηρία στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Η έρευνα έδειξε πως η επαγγελματική εμπειρία, οι ακαδημαϊκές δεξιότητες και η υποστήριξη από το οικογενειακό περιβάλλον, ενισχύουν τις πιθανότητες εύρεσης εργασίας αντίστοιχης με το προφίλ των υποψήφιων ατόμων με οπτική αναπηρία. Αντιθέτως η συμμετοχή σε προγράμματα μετάβασης (school-to-work) και το επίπεδο εκπαίδευσης του κάθε ατόμου δεν έδειξαν να βοηθούν τα άτομα με οπτική αναπηρία στην εύρεση εργασίας, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη για αναθεώρηση των εκπαιδευτικών πολιτικών και πρακτικών στήριξης.
Η μελέτη McDonnall (2011) εστίασε στο πως οι υπηρεσίες επαγγελματικής αποκατάστασης θα βοηθήσουν τα άτομα με οπτική αναπηρία στην εύρεση εργασίας. Η έρευνα έδειξε ότι η επαγγελματική καθοδήγηση από έναν ειδικό και η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αποκατάστασης βοηθάνε στην εύρεση της σωστής θέσης στον επαγγελματικό χώρο. Σημαντική αναδείχθηκε η παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών με βάση τον άνθρωπο και ενίσχυσαν την εμπιστοσύνη στις δικές τους δυνατότητες. Επίσης η μελέτη ανέδειξε την ανάγκη για συγκεκριμένη προσέγγιση, ώστε τα άτομα με οπτική αναπηρία να ενταχθούν στο χώρο εργασίας με ουσιαστικό τρόπο και βάση με τις προσδοκίες και τις δεξιότητές τους.
Στη μελέτη των McDonnall και Tatch (2021), διαφαίνεται η σύνδεση της απόκτησης δεξιοτήτων και της επαγγελματικής ένταξης των ατόμων με οπτική αναπηρία. Συγκεκριμένα, τα άτομα με προβλήματα όρασης που κατείχαν πτυχίο ανώτατης εκπαίδευσης και άρα είχαν ανεπτυγμένες δεξιότητες σε πιο εξειδικευμένους τομείς εμφάνιζαν μεγαλύτερα ποσοστά επαγγελματικής αποκατάστασης σε σύγκριση με τους υπόλοιπους. Καταδεικνύεται επομένως, ότι η ανάπτυξη των γνωστικών επιπέδων, καθώς και η επαγγελματική εμπειρία μπορεί ουσιαστικά να παίξει σημαντικό ρόλο στην ένταξη των ατόμων με οπτική αναπηρία στο εργασιακό περιβάλλον, εφόσον υπάρχει ένα υποστηρικτικό και συμπεριληπτικό περιβάλλον χωρίς αποκλεισμούς. Παρόλα αυτά, τα άτομα με προβλήματα όρασης έχουν να αντιμετωπίσουν εμπόδια που προέρχονται από τις κοινωνικές προκαταλήψεις και την ελλιπή προσβασιμότητα. Για το λόγο αυτό τονίζεται ότι πέρα από την ενίσχυση των δεξιοτήτων χρήζει αναγκαία η θεσμική αλλαγή για τη δημιουργία ενός συμπεριληπτικού επαγγελματικού περιβάλλοντος.
Από την έρευνα του Budiarti (2018), διεξάγεται το συμπέρασμα ότι από τους συμμετέχοντες το 75% που είχαν πτυχίο ανώτατης εκπαίδευσης δεν επέλεγαν την εργασία τους με βάση τις δεξιότητες και τα προσόντα τους. Τα άτομα περιορίζονταν σε θέσεις εργασίας που καθορίζονταν από κοινωνικά στερεότυπα και αντιλήψεις για τις δυνατότητές τους (π.χ. εργασία στον τομέα του μασάζ ή της μουσικής).
Επιπρόσθετα, αναδείχθηκε από την μελέτη ότι με την κατάλληλη καθοδήγηση στην εκπαίδευση και έπειτα στον εργασιακό στίβο μέσω της κοινωνικής υποστήριξης οι συμμετέχοντες είχαν περισσότερες ευκαιρίες να αξιοποιήσουν τις δεξιότητές τους. Συμπερασματικά, φαίνεται να επιβεβαιώνεται πως η σύνδεση προσόντων με την επιλογή σταδιοδρομίας είναι εφικτή εφόσον υπάρχουν θεσμικές και κοινωνικές συνθήκες που προβάλλουν την επαγγελματική ανάπτυξη των ατόμων με οπτική αναπηρία.
Ανάλογες διαπιστώσεις καταγράφηκαν και στη μελέτη των Ibrahimkhil et al. (2021), η οποία εστίασε στις εμπειρίες νεαρών ενηλίκων με οπτική αναπηρία στην Καμπούλ. Οι συμμετέχοντες τόνισαν τη σημασία της απόκτησης επαγγελματικών, τεχνολογικών και κοινωνικών δεξιοτήτων για την επιτυχή είσοδο και παραμονή στην αγορά εργασίας. Παρά τα πτυχία και τις εξειδικεύσεις πολλών εξ αυτών, οι επαγγελματικές επιλογές τους δεν βασίστηκαν πάντα στα προσόντα τους, αλλά επηρεάστηκαν έντονα από περιορισμένες ευκαιρίες, κοινωνικές προκαταλήψεις και έλλειψη προσαρμοσμένων θέσεων εργασίας.
Οι συμμετέχοντες επεσήμαναν ότι η δυνατότητα αξιοποίησης των δεξιοτήτων τους εξαρτάται άμεσα από την προσβασιμότητα του εργασιακού περιβάλλοντος, την ευαισθητοποίηση των εργοδοτών και την ύπαρξη υποστηρικτικών μηχανισμών. Παρότι αναγνώρισαν ότι η αυτοβελτίωση και η επιμονή είναι κρίσιμες, υπογράμμισαν ότι η απουσία θεσμικής στήριξης περιορίζει την αντιστοίχιση μεταξύ επαγγελματικών στόχων και ικανοτήτων.
Συμπερασματικά, φαίνεται πως τα άτομα με οπτική αναπηρία έχουν την δυνατότητα να καταλήξουν σε εργασιακά περιβάλλοντα που ανταποκρίνονται στις δεξιότητεες τους όταν και εφόσον υπάρχουν κατάλληλες υποδομές και υποστηρικτικό περιβάλλον.
Τα ευρήματα στη μελέτη των Steinman et al. (2013), ανέδειξαν τη σημασία της οργανωτικής δομής και του διοικητικού ελέγχου στην επαγγελματική ένταξη ατόμων με οπτική αναπηρία. Τα αποτελέσματα ανέδειξαν ότι οι συμμετέχοντες που έλαβαν υποστήριξη από δημόσιες υπηρεσίες επαγγελματικής αποκατάστασης, εμφάνισαν υψηλότερα ποσοστά ανταγωνιστικής απασχόλησης όταν οι υπηρεσίες αυτές. Αντίθετα, η έλλειψη οργανωτικής ευελιξίας ή οι δυσλειτουργίες στον τομέα του ανθρώπινου δυναμικού σχετίστηκαν με χαμηλότερα ποσοστά απασχόλησης. Από την έρευνα συμπεραίνεται πως, όταν οι διοικητικές και υποστηρικτικές δομές λειτουργούν αποτελεσματικά, τα άτομα με οπτική αναπηρία μπορούν να επιτύχουν επαγγελματική ένταξη αντίστοιχη των δεξιοτήτων και των προσόντων τους.
