Διερεύνηση των κινήτρων συμμετοχής μελών χωρίς αναπηρία στην μικτή θεατρική ομάδα «Εν δυνάμει»- Διπλωματική Εργασία της Ευσταθίας Καρύδα- ΠΜΣ Επιστήμες της Αγωγής: Ειδική Αγωγή του ΠΑ.ΜΑΚ.-Μέρος 5ο
1.2 Θεωρία του Αυτοκαθορισμού
Η θεωρία του Αυτοκαθορισμού (Self-determination theory-SDT) είναι μια εμπειρικά τεκμηριωμένη θεωρία των ανθρώπινων κινήτρων και της προσωπικότητας σε κοινωνικά πλαίσια, η οποία διαφοροποιεί τα κίνητρα ως προς το αν καθιστούν το άτομο αυτόνομο ή ελεγχόμενο (Deci & Ryan, 2012).
Η Θεωρία του Αυτοκαθορισμού (ή Αυτοπροσδιορισμού) (Ryan & Deci, 2017 όπως αναφέρεται στο Ryan & Deci, 2022) έχει γίνει μια θεωρία με μεγάλη επιρροή για τα ανθρώπινα κίνητρα και την ευημερία με τεράστια ερευνητικά στοιχεία. Προσφέρει ένα σχέδιο για την κατανόηση της παρακινητικής βάσης της προσωπικότητας και της κοινωνικής συμπεριφοράς, καθώς και της σχέσης των βασικών ψυχολογικών αναγκών με την ευημερία, την ψυχολογική άνθηση και την υψηλή ποιότητα ζωής. Αποκλίνει από τις περισσότερες ιστορικές και σύγχρονες προσεγγίσεις για τα ανθρώπινα κίνητρα που έχουν αντιμετωπίσει τα κίνητρα ως μια ενιαία έννοια – δηλαδή ότι κάποιος έχει περισσότερα ή λιγότερα κίνητρα – η SDT, αντίθετα, έχει επικεντρωθεί σε ποικίλες μορφές κινήτρων (από αυτόνομα έως ελεγχόμενα κίνητρα) για να προβλέψει αποτελέσματα όπως η απόδοση, η εμπλοκή, η ζωτικότητα και η ψυχολογική υγεία. Η θεωρία, συγκεκριμένα, διακρίνει τα κίνητρα μεταξύ αυτόνομων και ελεγχόμενων. Το να είναι κανείς αυτόνομος περιλαμβάνει δράση με πλήρη αίσθηση της βούλησης, της έγκρισης και της επιλογής, ενώ το να είναι κανείς ελεγχόμενος περιλαμβάνει το αίσθημα της εξωτερικής πίεσης και του εξαναγκασμού, την υπόσχεση ενδεχόμενης ανταμοιβής, τον φόβου μίας τιμωρίας, την εγωιστική εμπλοκή, είτε άλλους εξωτερικούς παράγοντες. Εκατοντάδες μελέτες έχουν δείξει ότι όταν οι άνθρωποι παρακινούνται αυτόνομα, είτε από εσωτερικά κίνητρα είτε από καλά εσωτερικευμένες (άρα αυτόνομες) μορφές εξωγενών κινήτρων, επιδεικνύουν υψηλότερο ενδιαφέρον, ενθουσιασμό, ζωτικότητα και αυτοπεποίθηση, με αποτέλεσμα καλύτερη απόδοση, δημιουργικότητα, επιμονή και συνολική ευημερία (Ryan & Deci 2017 όπως αναφέρεται στο Ryan & Deci, 2022).
Πρόκειται για μια προσέγγιση των ανθρώπινων κινήτρων και της προσωπικότητας που χρησιμοποιεί παραδοσιακές εμπειρικές μεθόδους, ενώ παράλληλα χρησιμοποιεί μια μεταθεωρία του οργανισμού που υπογραμμίζει τη σημασία των εσωτερικών πόρων του ανθρώπου για την ανάπτυξη της προσωπικότητας και την αυτορρύθμιση της συμπεριφοράς (Ryan, Kuhl, & Deci, 1997 όπως αναφέρεται στο Ryan & Deci, 2000). Έτσι, το πεδίο της είναι η διερεύνηση των εγγενών τάσεων ανάπτυξης και των έμφυτων ψυχολογικών αναγκών των ανθρώπων που αποτελούν τη βάση για την αυτοπαρακίνηση και την ολοκλήρωση της προσωπικότητάς τους, καθώς και για τις συνθήκες που ευνοούν αυτές τις θετικές διαδικασίες. Επαγωγικά, χρησιμοποιώντας την εμπειρική διαδικασία, έχουμε εντοπίσει τρεις τέτοιες ανάγκες –την ανάγκη για επάρκεια (Harter, 1978 από White, 1963 όπως αναφέρεται στο Ryan & Deci, 2000), για συσχέτιση (Baumeister & Leary, 1995 από Reis, 1994 όπως αναφέρεται στο Ryan & Deci, 2000) και για αυτονομία (deCharms, 1968, Deci, 1975 όπως αναφέρεται στο Ryan & Deci, 2000)- οι οποίες φαίνεται να είναι απαραίτητες για τη διευκόλυνση της βέλτιστης λειτουργίας των φυσικών τάσεων για ανάπτυξη και ολοκλήρωση, καθώς και για εποικοδομητική κοινωνική ανάπτυξη και προσωπική ευημερία (Ryan & Deci, 2000). Ωστόσο, σε έρευνα του 2016, προτάθηκε η προσθήκη της ανάγκης για νεωτερισμό ως τέταρτη Βασική Ψυχολογική Ανάγκη και ακολούθησαν κι άλλες έρευνες που προσπάθησαν να συμπληρώσουν την Θεωρία του Αυτοκαθορισμού με την ανάγκη για καινοτομία/νεωτερισμό ή να παράσχουν περαιτέρω στοιχεία γύρω από αυτό το ζήτημα (González-Cutre et al., 2016).
Η θεωρία του αυτοπροσδιορισμού είναι σήμερα μια από τις σημαντικότερες θεωρίες κινήτρων στην κοινωνική ψυχολογία, δεδομένου ότι υπάρχουν σημαντικά στοιχεία για την ικανότητά της να προβλέπει την ανθρώπινη συμπεριφορά σε πολλαπλά πλαίσια συμπεριφοράς (Deci & Ryan, 1991, Deci & Ryan, 2000). Αν και τα αξιώματα της θεωρίας έχουν δοκιμαστεί και εφαρμοστεί ευρέως, πρόκειται για μια “ζωντανή” θεωρία που τροποποιείται και εξελίσσεται καθώς ανακαλύπτονται νέες εφαρμογές και διαδικασίες. Ένας βασικός μοχλός παρακίνησης που ορίζεται στη θεωρία του αυτοπροσδιορισμού είναι η ικανοποίηση τριών βασικών ψυχολογικών αναγκών για αυτονομία, ικανότητα και συσχέτιση. Από τη διατύπωσή της, οι τρεις αυτές ανάγκες θεωρούνται “βασικές” και θεμελιώδεις για την ανάπτυξη αποτελεσματικών προσανατολισμών παρακίνησης και βέλτιστης λειτουργίας, παρά τις άλλες προτάσεις για άλλες ανάγκες (Ryan & Deci, 2000). Η ανάγκη για νεωτερισμό, που ορίζεται ως η ανάγκη να βιώσουμε κάτι που δεν έχουμε βιώσει προηγουμένως ή που αποκλίνει από την καθημερινή ρουτίνα, είναι μια πρόσθετη βασική ανάγκη παράλληλα με τις ανάγκες που προτείνονται στη Θεωρία του Αυτοπροσδιορισμού.
Η ανάγκη για νεωτερισμό λοιπόν, περιλαμβάνει την εγγενή επιθυμία να αναζητά κανείς και να συμμετέχει σε νέες δραστηριότητες, να αισθάνεται νέες αισθήσεις και να βιώνει νέα πλαίσια και καταστάσεις (González-Cutre et al., 2020). Η επάρκεια αναφέρεται στην αίσθηση ότι κάποιος μπορεί να ολοκληρώσει με επιτυχία βέλτιστα απαιτητικά καθήκοντα (Deci & Ryan, 2002 όπως αναφέρεται στο Gunnell et al., 2013). Η αυτονομία αναφέρεται στην αίσθηση της βούλησης πάνω στη συμπεριφορά ή στο αίσθημα της αυτοκυβέρνησης, ενώ η συσχέτιση αναφέρεται σε εμπειρίες ουσιαστικών συνδέσεων ή του ανήκειν με τους άλλους (Deci & Ryan, 2002 όπως αναφέρεται στο Gunnell et al., 2013). Σύμφωνα με τους Deci και Ryan, η εκπλήρωση αυτών των βασικών ψυχολογικών αναγκών μέσα σε ένα δεδομένο πλαίσιο συμβάλλει στη βέλτιστη ανάπτυξη, ακεραιότητα και ευημερία, ενώ η ματαίωση των ψυχολογικών αναγκών θα οδηγήσει σε μεγαλύτερο κατακερματισμό της ψυχολογίας και παρακμή (Deci & Ryan, 2002 όπως αναφέρεται στο Gunnell et al., 2013).
Σε περίπτωση που ένα άτομο έχει επιτύχει τις ανάγκες του, αυτό επηρεάζει το αποτέλεσμα της ευεξίας που θα αισθανθεί. Βέβαια, έχει σημασία το περιεχόμενο των αξιών που το έκαναν να επιτύχει αυτό το αποτέλεσμα. Αν οι αξίες του δεν είναι σύμφωνες με τις βασικές ψυχολογικές ανάγκες, δεν θα αποδώσουν ζωτικότητα και ευεξία. Επίσης, τα αποτελέσματα της ικανοποίησης έναντι της απογοήτευσης θα αποδειχθούν ανεξάρτητα από το αν το άτομο επιθυμεί ή εκτιμά ρητά τις ανάγκες και ανεξάρτητα από το κοινωνικοπολιτισμικό του πλαίσιο (Ryan & Deci, 2017).
Μεγάλο μέρος της έρευνας που καθοδηγείται από την θεωρία του Αυτοκαθορισμού έχει επίσης εξετάσει περιβαλλοντικούς παράγοντες που παρεμποδίζουν ή υπονομεύουν την αυτοπαρακίνηση, την κοινωνική λειτουργία και την προσωπική ευημερία. Αν και έχουν διερευνηθεί πολλές συγκεκριμένες επιβλαβείς επιδράσεις, η έρευνα δείχνει ότι αυτές οι επιζήμιες επιδράσεις μπορούν να περιγραφούν με τον πιο λιτό τρόπο από την άποψη της ματαίωσης των τριών βασικών ψυχολογικών αναγκών. Έτσι, η θεωρία του Αυτοκαθορισμού δεν ασχολείται μόνο με την ειδική φύση των θετικών αναπτυξιακών τάσεων, αλλά εξετάζει επίσης τα κοινωνικά περιβάλλοντα που είναι ανταγωνιστικά προς αυτές τις τάσεις (Ryan & Deci, 2000).
Παρόλο που η Θεωρία του Αυτοκαθορισμού είναι μια μακρο-θεωρία, αποτελείται από έξι μίνι-θεωρίες που έχουν αναπτυχθεί σε διαφορετικούς χρόνους για να εξηγήσουν ένα σύνολο παρακινητικών φαινομένων που προέκυψαν από προγράμματα έρευνας στο εργαστήριο και σε εφαρμοσμένα περιβάλλοντα (Deci & Ryan, 2022).
1.Η θεωρία της γνωστικής αξιολόγησης (Cognitive Evaluation Theory) εξηγεί ένα σύνολο φαινομένων που σχετίζονται με την εσωτερική παρακίνηση και τις συνθήκες του κοινωνικού πλαισίου που την υπονομεύουν, την διατηρούν ή την ενισχύουν. Τα ενδογενή (intrinsic) κίνητρα αναφέρονται στο εγγενές (inherent) κίνητρο που ενεργοποιεί τους ανθρώπους να κάνουν πράγματα που βρίσκουν ενδιαφέροντα και ευχάριστα. Ένα πρότυπο παράδειγμα ενδογενούς κινήτρου είναι το παιχνίδι των μικρών παιδιών- το παιχνίδι είναι αυθόρμητο, και παρόλο που γεννά ικανότητες, γίνεται για τον εαυτό του. Όταν οι άνθρωποι παρακινούνται εσωτερικά για μια δραστηριότητα, τη βρίσκουν ενδιαφέρουσα, αντλούν προσωπικές ανταμοιβές άμεσα και είναι απόλυτα πρόθυμοι να την κάνουν ακόμη και αν δεν λαμβάνουν καμία άλλη ανταμοιβή ή συνέπεια (Deci & Ryan, 2022).
Οι έρευνες αυτές διαπίστωσαν, για παράδειγμα, ότι οι εξωγενείς ανταμοιβές καθώς και οι προθεσμίες, οι αξιολογήσεις και η στενή εποπτεία τείνουν να μειώνουν τα εσωτερικά κίνητρα των ανθρώπων για τη δραστηριότητα (π.χ. Deci et al. 1999 όπως αναφέρεται στο Deci & Ryan, 2022), ενώ η παροχή επιλογών και η αναγνώριση των συναισθημάτων των ανθρώπων τείνουν να ενισχύουν τα εσωτερικά τους κίνητρα. Η Θεωρία του Αυτοπροσδιορισμού εξηγεί ότι τα εξωτερικά γεγονότα, όπως οι ανταμοιβές, οι τιμωρίες, και οι αξιολογήσεις μπορούν να υπονομεύσουν τα συναισθήματα αυτονομίας των ανθρώπων, ενώ η επιλογή και η αναγνώριση τείνουν να υποστηρίζουν την ικανοποίηση της αυτονομίας τους, επηρεάζοντας έτσι αναλόγως τα εσωτερικά τους κίνητρα. Άλλες έρευνες αποκάλυψαν ότι η θετική ανατροφοδότηση συνήθως ενισχύει τα ενδογενή κίνητρα, ενώ η αρνητική ανατροφοδότηση τείνει να το υπονομεύει. Αυτό εξηγείται από την άποψη της βασικής ψυχολογικής ανάγκης για επάρκεια: η θετική ανατροφοδότηση ικανοποιεί την ανάγκη για επάρκεια, ενώ η αρνητική ανατροφοδότηση την ανατρέπει, έχοντας έτσι, αντίστοιχα, τις θετικές και αρνητικές επιδράσεις στα εσωτερικά κίνητρα. Ακόμα, άλλες έρευνες έχουν δείξει ότι όσο πιο εσωτερικά παρακινούμενοι είναι οι άνθρωποι, τόσο καλύτερα μαθαίνουν εννοιολογικό υλικό, τόσο πιο αποτελεσματικοί είναι στην επίλυση προβλημάτων, τόσο πιο δημιουργική είναι η εργασία τους και τόσο μεγαλύτερη ευεξία επιδεικνύουν. Συνολικά, οι έρευνες αναδεικνύουν τους κρίσιμους ρόλους που διαδραματίζουν οι υποστηρίξεις για επάρκεια και για αυτονομία στην ενίσχυση των εγγενών κινήτρων, τα οποία είναι κρίσιμα στην εκπαίδευση, τις τέχνες, τον αθλητισμό και σε πολλούς άλλους τομείς (Deci & Ryan, 2022).
2.Η θεωρία της οργανικής ολοκλήρωσης (Organismic Integration Theory) είναι μια θεωρία σχετικά με τους διάφορους τύπους εξωγενών κινήτρων που προκύπτουν από διαφορετικούς βαθμούς εσωτερίκευσης (internalization) και μετασχηματισμού της αξίας και της ρύθμισης μίας συμπεριφοράς. Η θεωρία της οργανικής ολοκλήρωσης παρέχει μια ταξινόμηση των διαφορετικών πηγών ή τύπων εξωγενών κινήτρων, καθένα από τα οποία έχει τα δικά του χαρακτηριστικά και τη δική του δυναμική, αλλά τα οποία επίσης διαφέρουν συστηματικά ως προς τη σχετική αυτονομία τους, με διακριτά πλεονεκτήματα που συνδέονται με τις πιο αυτόνομες μορφές εξωγενών κινήτρων (Deci & Ryan, 2022). Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την θεωρία αυτή μπορεί κανείς να διαβάσει το άρθρο των Deci & Ryan (2022) “Self-Determination Theory”.
3.Η θεωρία της αιτιότητας των προσανατολισμών (Causality Orientations theory) περιγράφει τις ατομικές διαφορές στις τάσεις των ανθρώπων να προσανατολίζονται σε περιβάλλοντα και να ρυθμίζουν τις συμπεριφορές τους με βάση τους γενικούς προσανατολισμούς τους προς τους τρεις τύπους αιτιότητας που σχετίζονται με τους τρεις προσανατολισμούς αιτιότητας (Ryan & Deci 2017 όπως αναφέρεται στο Deci & Ryan, 2022). Οι τρεις τύποι είναι οι εξής: Αυτόνομος, Ελεγχόμενος και Απρόσωπος προσανατολισμός. Όσο ισχυρότερος είναι ο προσανατολισμός αυτονομίας του ατόμου, τόσο περισσότερο το άτομο ενεργεί από ενδιαφέρον και εκτίμηση αυτού που κάνει, έχει μία εσωτερικά αντιλαμβανόμενη θέση αιτιότητας και ενεργεί με αυτόνομο τρόπο σε διάφορους τομείς και πλαίσια. Ο ελεγχόμενος προσανατολισμός δείχνει τον προσανατολισμό ενός ατόμου προς εξωτερικές (external) ή εσωστρεφείς (introjected) ενδείξεις- συμπεριφέρεται σύμφωνα με το να επιτύχει ανταμοιβές, να έχει αισθήματα αυτοεκτίμησης ή έγκριση από τους άλλους, αντιλαμβάνεται ότι η θέση αιτιότητας είναι εξωτερική και γενικά ελέγχεται σε όλες τις καταστάσεις. Ο απρόσωπος προσανατολισμός χαρακτηρίζεται από άγχος σχετικά με ανικανότητα ή μη συμπάθεια, συχνά περιλαμβάνει τον προσανατολισμό προς ενδείξεις που φαίνεται να επιβεβαιώνουν τις φόβους τους, συνεπάγεται υψηλό βαθμό ακινητοποίησης και έχει ένα απρόσωπο αντιληπτό τόπο αιτιότητας που συνδέεται με την αίσθηση ότι δεν έχουν κανέναν έλεγχο πάνω στα αποτελέσματα που φαίνονται σημαντικά γι’ αυτούς. Η θεωρία της αιτιότητας των προσανατολισμών υποστηρίζει ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν κάθε προσανατολισμό σε κάποιο βαθμό, και επίσης ότι διαφορετικά πλαίσια μπορούν να ενισχύσουν τον έναν ή τον άλλο προσανατολισμό, καθιστώντας τον πιο έντονο (Deci & Ryan, 2022).
Η έρευνα δείχνει ότι ο αυτόνομος προσανατολισμός σχετίζεται στενά με πιο αποτελεσματική απόδοση και με ισχυρότερη αίσθηση ψυχολογικής ευεξίας και υγείας, ότι ο ελεγχόμενος προσανατολισμός σχετίζεται με περισσότερη ακαμψία και αμυντικότητα και με χαμηλότερη ευεξία- και ότι ο απρόσωπος προσανατολισμός σχετίζεται με τα χειρότερα αποτελέσματα, συμπεριλαμβανομένης της σημαντικά κακής κατάστασης (Deci & Ryan, 2022).
Οι προσανατολισμοί θεωρούνται ως κοινωνικοαναπτυξιακά αποτελέσματα. Στο βαθμό που τα άτομα έχουν βρεθεί σε περιβάλλοντα που υποστηρίζουν την ικανοποίηση της αυτονομίας, της επάρκειας και της ανάγκης για συσχέτιση, είναι πιθανό να έχουν υψηλό επίπεδο του προσανατολισμού αυτονομίας- στο βαθμό που έχουν βρεθεί σε περιβάλλοντα που ανατρέπουν την αυτονομία, είναι πιθανό να έχουν υψηλό επίπεδο προσανατολισμού ελέγχου και στον βαθμό που έχουν βρεθεί σε περιβάλλοντα που ματαιώνουν όλες τις βασικές ανάγκες, είναι πιθανό να αναπτύξουν υψηλότερο απρόσωπο προσανατολισμό (Deci & Ryan, 2022).
4.Η Θεωρία των βασικών ψυχολογικών αναγκών (Basic Phychological Needs Theory) αναδεικνύει και επεξεργάζεται τη φύση των εξελιγμένων ψυχολογικών αναγκών και τις σχέσεις τους με την ψυχολογική υγεία και ευημερία. Η θεωρία αυτή επισημοποίησε τις προτάσεις ότι (1) υπάρχουν τρεις βασικές ψυχολογικές ανάγκες – οι ανάγκες για επάρκεια, αυτονομία και συσχέτιση, οι οποίες είναι καθολικές και απαραίτητες για την ψυχολογική ευημερία και τη βέλτιστη λειτουργία όλων των ανθρώπων – και (2) η ικανοποίηση έναντι της απογοήτευσης αυτών των αναγκών επηρεάζει την ευεξία σταθερά, οπότε (3) τα κοινωνικά πλαίσια που υποστηρίζουν τις τρεις ανάγκες, θα προάγουν την ευημερία και την αποτελεσματικότητα, ενώ εκείνα που παρεμβαίνουν στις ανάγκες θα προάγουν την κακή ποιότητα ζωής και τη λιγότερο αποτελεσματική λειτουργία. Η θεωρία υποστηρίζει περαιτέρω ότι και οι τρεις ανάγκες είναι απαραίτητες για την ευεξία, όπως και ότι αν κάποια από αυτές ματαιωθεί, θα υπάρξουν διακριτές αρνητικές συνέπειες. Επειδή οι βασικές ανάγκες είναι καθολικές πτυχές της λειτουργικότητας, η Θεωρία των Βασικών Ψυχολογικών Αναγκών έχει προκαλέσει έρευνα σε όλες τις αναπτυξιακές εποχές και σε πολλά πολιτισμικά περιβάλλοντα. Η έρευνα αυτή διευκολύνθηκε από την ανάπτυξη διαπολιτισμικά επικυρωμένων εργαλείων (π.χ., βλ. Chen et al. 2015 όπως αναφέρεται στο Deci & Ryan, 2022).
5.Η θεωρία του περιεχομένου των στόχων (Goal Contents Theory) ξεκίνησε με τη διάκριση μεταξύ δύο κατηγοριών φιλοδοξιών ή στόχων ζωής που προέκυψαν εμπειρικά: εσωτερικοί (intrinsic) στόχοι, όπως η προσωπική ανάπτυξη, οι στενές σχέσεις, και η συμμετοχή στα κοινά που ικανοποιούνται από μόνοι τους, επειδή ικανοποιούν τις βασικές ψυχολογικές ανάγκες, και οι εξωγενείς (extrinsic) φιλοδοξίες όπως η συσσώρευση πλούτου, η ελκυστική εμφάνιση και η δημοτικότητα ή η φήμη που ικανοποιούν λιγότερο άμεσα τις βασικές ανάγκες και φαίνεται να κερδίζουν την σημασία από ένα υποκείμενο άγχος που προκύπτει από την αναπτυξιακή ματαίωση των βασικών αναγκών (Deci & Ryan, 2022).
6.Η θεωρία των κινήτρων σχέσεων (Relationships motivation theory) αφορά τις αλληλεπιδράσεις με τους άλλους και τον βαθμό του κατά πόσο αυτοί αντιπροσωπεύουν υποστηρίξεις για τις ανάγκες μας και ενισχύουν την αίσθηση του εαυτού μας. Η έρευνα της θεωρίας των κινήτρων σχέσεων έδειξε ότι η ανάγκη για συγγένεια ωθεί τους ανθρώπους να αναπτύσσουν ικανοποιητικές σχέσεις, αλλά ότι οι υψηλής ποιότητας δεσμοί και η ικανοποίηση από τις σχέσεις απαιτούν επίσης την ικανοποίηση της ανάγκης για αυτονομία μέσα στη σχέση (La Guardia et al. 2000 όπως αναφέρεται στο Deci & Ryan, 2022). Είναι σημαντικό ότι η Θεωρία του Αυτοπροσδιορισμού ξεχωρίζει την αυτονομία και την ανεξαρτησία, έτσι ώστε οι άνθρωποι θα μπορούσαν εύκολα να είναι αυτόνομα εξαρτημένοι από τους συντρόφους τους. Περαιτέρω, μελέτες έχουν δείξει ότι τείνει να υπάρχει αμοιβαιότητα της αυτονομίας και της υποστήριξης της αυτονομίας ανάμεσα στις στενές σχέσεις, έτσι ώστε η παροχή υποστήριξης της αυτονομίας στον σύντροφό παρέχει ικανοποίηση της ανάγκης τόσο στον δότη όσο και στον αποδέκτη (Deci et al. 2006). Η θεωρία των κινήτρων σχέσεων αντιμετωπίζει επίσης το φαινόμενο του αλτρουισμού, αναδεικνύοντας τις εξελιγμένες ικανοποιήσεις που οι εκούσιες συμπεριφορές βοήθειας μπορούν να δημιουργούν τόσο στον βοηθό όσο και στον αποδέκτη (π.χ, Martela & Ryan, 2019, Weinstein & Ryan, 2010, όπως αναφέρεται στο Deci & Ryan, 2022).
