Διερεύνηση των κινήτρων συμμετοχής μελών χωρίς αναπηρία στην μικτή θεατρική ομάδα «Εν δυνάμει»- Διπλωματική Εργασία της Ευσταθίας Καρύδα- ΠΜΣ Επιστήμες της Αγωγής: Ειδική Αγωγή του ΠΑ.ΜΑΚ.-Μέρος 4ο

Δεκ 20, 2023 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Διερεύνηση των κινήτρων συμμετοχής μελών χωρίς αναπηρία στην μικτή θεατρική ομάδα «Εν δυνάμει»- Διπλωματική Εργασία της Ευσταθίας Καρύδα- ΠΜΣ Επιστήμες της Αγωγής: Ειδική Αγωγή του ΠΑ.ΜΑΚ.-Μέρος 4ο

 

Κεφάλαιο 1ο Θεωρητική θεμελίωση της έρευνας – Ανασκόπηση βιβλιογραφίας

1.1          Σύγχρονη έρευνα σε Ελλάδα και Εξωτερικό

Η Ελλάδα βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο όσον αφορά την πρόσβαση στις τέχνες και τις ευκαιρίες των μαθητών ή ατόμων με αναπηρία να έρθουν σε επαφή με τη δραματική τέχνη ή να συμμετάσχουν σε παραστατικές δραστηριότητες και, ακόμη περισσότερο, σε θεατρικές παραστάσεις. Η συμμετοχή των ατόμων με αναπηρία στην κοινότητα καθώς και η ένταξή τους στο εκπαιδευτικό πλαίσιο και η επαφή τους με πολιτιστικές εκδηλώσεις και τέχνες είναι ελλιπής και, συχνά, ελάχιστη, παρά τη σημαντική θεωρητική πρόοδο της έρευνας στην ελληνική και διεθνή βιβλιογραφία, την ενημέρωση των πολιτών, των εκπαιδευτικών, των φορέων και τη νομοθετική ανάπτυξη με στόχο την κατάργηση των αποκλεισμών (Koltsida & Lenakakis, 2017).

Στο παρελθόν έχει γίνει έρευνα για τις συνθήκες εργασίας της μικτής θεατρικής ομάδας «Εν Δυνάμει» και τον αντίκτυπο της στα μέλη με αναπηρία και θα ήταν πολύ ωφέλιμο να ανακαλύψουμε τα κίνητρα συμμετοχής των ατόμων χωρίς αναπηρία στην συγκεκριμένη ομάδα αλλά και γενικότερα. Συγκεκριμένα, στην έρευνα των Λενακάκης και Κολτσίδα το 2017 διερευνήθηκε ο αντίκτυπος της θεατρικής εργασίας στην ομάδα «Εν Δυνάμει», των προβών και των παραστάσεων στα μέλη με αναπηρία, στις κοινωνικές δεξιότητες και τις συναισθηματικές και συμπεριφορικές δυσκολίες. Η ανάδειξη των διαδικασιών σκέψης και δράσης μίας θεατρικής ομάδας χωρίς αποκλεισμούς για τα μέλη με αναπηρία μπορεί να παρέχει περισσότερες δυνατότητες σκέψης και δράσης για οποιονδήποτε εμψυχώνει μικτές ομάδες (Koltsida & Lenakakis, 2017).

Σύμφωνα με την παραπάνω έρευνα, οι σημαντικές αλλαγές στις κοινωνικές και συμπεριφορικές δεξιότητες των ατόμων με αναπηρία εμπίπτουν σε τρεις κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει αλλαγές σε βασικές επικοινωνιακές δεξιότητες, όπως η οπτική επαφή, η μίμηση, το ομαδικό και συνεργατικό πνεύμα, η προσαρμοστικότητα, η αλληλεπίδραση, το ενδιαφέρον, η εξωστρέφεια και η συμμετοχή. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει αλλαγές που σχετίζονται με τον έλεγχο, την ανάπτυξη και έκφραση συναισθημάτων, τη συμμόρφωση με τους κανόνες του παιχνιδιού, του ρόλου και της ομάδας. Η τρίτη κατηγορία περιλαμβάνει δεξιότητες που αφορούν την αυτορρύθμιση, την εμπιστοσύνη, την υπεράσπιση του εαυτού, την επίδειξη πρωτοβουλίας και την ενδυνάμωση. Οι παράγοντες διευκόλυνσης περιλαμβάνουν την επαναληπτικότητα των προβών (άσκηση της πειθαρχίας του ατόμου, υπομονή και τη συγκέντρωση), τις πολλαπλές και ποικίλες ευκαιρίες έκφρασης των σκέψεων, την ισότιμη μεταχείριση όλων των μελών της ομάδας, τις τακτικές συναντήσεις με διαφορετικά άτομα, τις σαφείς οδηγίες, την παράσταση ενώπιον κοινού (ως κίνητρο) και το αίσθημα του ανήκειν σε μια ομάδα (οι ίδιοι παράγοντες διευκόλυνσης εφαρμόστηκαν και στα μέλη χωρίς αναπηρία όσον αφορά τη συμμετοχή στη δημιουργική διαδικασία). Οι συμμετέχοντες ήταν σε θέση να ασκήσουν και να εκφράσουν συναισθήματα και ιδέες με πολύπλευρο, ποικιλόμορφο τρόπο κατά τη διάρκεια ομαδικών δράσεων με τις προσωπικές τους ιστορίες και βιογραφίες ως θέματα. Αυτό επιτεύχθηκε μέσω της επικέντρωσής τους στην ανάπτυξη μη λεκτικών, σωματικών μέσων έκφρασης, στην εδραίωση της αξίας των αισθητικών μέσων μέσω του σκηνικού παιχνιδιού της μεταμόρφωσης και στην ανάδειξη προσωπικών ιστοριών επί σκηνής όπου οι συμβάσεις του δράματος παρέχουν το ασφαλές πλαίσιο που απαιτείται (Koltsida & Lenakakis, 2017).

Λόγω έλλειψης ιστορικού, κατάρτισης και εμπειρίας, οι εκπαιδευτικοί ειδικής αγωγής συχνά δυσκολεύονται να οργανώσουν και να πραγματοποιήσουν εκδηλώσεις θεατρικής αγωγής στις οποίες συμμετέχουν μαθητές με και χωρίς αναπηρία, και αυτό αποτελεί πρακτικό πρόβλημα για την καθιέρωση και την ενίσχυση μιας πλήρως ενταξιακής πολιτικής στην εκπαίδευση. Η έρευνα του Λενακάκη το 2004 δείχνει ότι η εκπαίδευση των εκπαιδευτικών στην δραματική ομαδική εμψύχωση μπορεί να παρέχει στους εκπαιδευτικούς τα απαραίτητα εργαλεία για αποτελεσματική εργασία μέσω του δράματος και των τεχνών. Εκτός του ότι συνεπάγεται ένα τεράστιο διδακτικό δυναμικό για έναν δάσκαλο-εμψυχωτή ή έναν θεατροπαιδαγωγό, μια τέτοια επιμόρφωση μπορεί επίσης να ευαισθητοποιήσει για το θέμα, μπορεί να αναδείξει και να αντικρούσει τη σχέση του με την αντικειμενική πραγματικότητα και, ταυτόχρονα, μπορεί να αναπτύξει νέα αντιληπτικά και εκφραστικά μέσα για τους εκπαιδευτικούς- εμψυχωτές και τους μαθητές τους (Λενακάκης 2004), υπηρετώντας έτσι την ένταξη με έναν αποτελεσματικό και δημιουργικό τρόπο (Koltsida & Lenakakis, 2017).

Το αναμφίβολα τολμηρό εγχείρημα της σύμπραξης ατόμων με αναπηρία και ατόμων χωρίς αναπηρία σε μια θεατρική ομάδα αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας μη τυπικής μορφής εκπαίδευσης και μάθησης. Η συνεκπαίδευση και, ειδικότερα, η εμπλοκή μαθητών και μαθητριών με διαφορετικά ενδιαφέροντα, αφετηρίες και υπόβαθρο με τις ποιότητες του θεάτρου, χρήζει σαφώς εκτενέστερης έρευνας και μελέτης, και όπως διαπιστώθηκε μέσω της παραπάνω έρευνας μπορεί να συμβάλει πειστικά σε δύο κατευθύνσεις: αφενός στην επίτευξη του στόχου της συμπεριληπτικής εκπαίδευσης και αφετέρου στην ανακάλυψη και δημιουργία νέων, διαφορετικών σεναρίων ζωής κατά τις σκηνικές αναπαραστάσεις της αναπηρίας, πέρα από τις κοινωνικά σκηνοθετημένες ταυτότητες (Koltsida & Lenakakis, 2017).

Σε άρθρο της Rosanna Kataja (2020) στο ηλεκτρονικό περιοδικό “Harvard Political Review”, γίνεται λόγος για την ισότιμη συμβολή ηθοποιών με αναπηρία στην τέχνη συγκριτικά με τους ηθοποιούς χωρίς αναπηρία, ενώ τονίζει πως δυστυχώς, σπάνια βιώνουν την συμπερίληψη στο χώρο του θεάτρου παρά το πάθος τους για αυτό. Αναφέρεται μία παράσταση της μικτής θεατρικής ομάδας ShedHelsinki και προτείνεται να δοθεί ευκαιρία σε ηθοποιούς με αναπηρία να υποδυθούν ρόλους είτε χαρακτήρων με αναπηρίες αλλά και είτε δίχως αυτές, αντιμετωπίζοντας τους όπως ακριβώς και τους ηθοποιούς χωρίς αναπηρία. Η αναπηρία θα πρέπει να θεωρείται μια σημαντική προοπτική στο έργο τέχνης, αλλά να αναγνωρίζεται επίσης ότι τα άτομα με αναπηρία έχουν να δώσουν περισσότερα από την αναπηρία τους (Kataja, 2020). Οι καλλιτέχνες με αναπηρία ωστόσο, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι δεν αξίζουν μόνο να έχουν κάποιο χώρο για να δουλέψουν αλλά και να τηρούνται τα ίδια πρότυπα με τους υπόλοιπους συναδέλφους τους και να διασφαλιστεί ότι θα υπάρχουν συμπεριληπτικές συμπεριφορές απέναντί τους (Kataja, 2020). Είναι ανάγκη οι παραστατικές τέχνες να είναι ένας τομέας όπου όλοι έχουν αξία. Υπήρξε μια τεράστια κίνηση προς την κατεύθυνση της μεγαλύτερης ποικιλομορφίας, αλλά η αναπηρία συχνά παραβλέπεται. Η αναπηρία μπορεί να επηρεάσει οποιονδήποτε σε οποιοδήποτε σημείο της ζωής του, οπότε είναι ευεργετικό για όλους να υπάρχουν οι παραστατικές τέχνες ως πεδίο ένταξης. Η τέχνη έχει συναρπαστική δύναμη και ο τομέας προσφέρει μια σημαντική πλατφόρμα για την παρουσίαση έργων με αντίκτυπο. Όταν επιτρέπουμε στους καλλιτέχνες με αναπηρία να αγωνίζονται για την αριστεία και να πετυχαίνουν στον χώρο, είναι επιτέλους σε θέση να αφηγηθούν τις δικές τους ιστορίες με τη δική τους φωνή, αποτελώντας έτσι ένα φυσικό μέρος των παραστατικών τεχνών και αποθαρρύνοντας την τρέχουσα άποψη της κατωτερότητάς τους στην κοινωνία (Kataja, 2020).

Επιπρόσθετα, σε άρθρο των Nijkamp & Cardol (2020), παρουσιάζονται μελέτες περιπτώσεων θεάτρου χωρίς αποκλεισμούς, όπου ηθοποιοί με και χωρίς νοητική αναπηρία συνεργάστηκαν και τονίζεται ότι προκειμένου να ενθαρρυνθεί η συμπερίληψη στο θέατρο, όλοι οι συμμετέχοντες χωρίς αναπηρία πρέπει να είναι ανοιχτοί στους διαφορετικούς τρόπους έκφρασης των συναδέλφων τους. Οι τρόποι αυτοί συχνά είναι μη λεκτικοί, και οι ηθοποιοί χωρίς αναπηρία πρέπει να εκτιμούν αυτή την έκφραση και να παρέχουν χώρο γι’ αυτήν. Αυτό αποτελεί καλλιτεχνική πρόκληση για τους θεατρικούς δημιουργούς και συνεπάγεται οι ηθοποιοί χωρίς αναπηρία να αλλάξουν τον τρόπο υποκριτικής τους, πράγμα που μπορεί να τους ωφελήσει και αυτούς, καθώς τους επιτρέπει να γίνουν πιο ενσυναισθητικοί και συνεπώς καλύτεροι ηθοποιοί. Όλοι οι συμμετέχοντες με και χωρίς αναπηρία πρέπει να αναπτύξουν από κοινού νέους τρόπους εργασίας και συνδημιουργίας, με αποτέλεσμα νέες δεξιότητες και απόψεις. Στα συμπεράσματα του παραπάνω άρθρου υποστηρίζεται πως πράγματι, η συμμετοχή στο θέατρο χωρίς αποκλεισμούς, έδωσε τη δυνατότητα στους ηθοποιούς χωρίς αναπηρία να δουν το πρόσωπο των συναδέλφων τους πίσω από την αναπηρία και να γίνουν επαγγελματίες που στο μέλλον μπορούν να συνεργαστούν ισότιμα με όλους τους συναδέλφους τους (Nijkamp & Cardol, 2020).

Επιπλέον, είναι σημαντικό να ειπωθεί ότι σε πρόσφατη έρευνα των Schnellert et al. (2023) αναφέρεται ότι τα άτομα με νοητική και αναπτυξιακή αναπηρία συχνά παραλείπονται και παραβλέπονται στις συζητήσεις για τη σεξουαλική υγεία και τη σεξουαλικότητα, θέμα που πρωταγωνιστεί και σε μία από τις παραστάσεις της ομάδας «Εν Δυνάμει» με τίτλο «Ερωτευμένα Άλογα». Οι Schenellert et al. δημιούργησαν ένα συμμετοχικό θεατρικό ερευνητικό έργο με σκοπό να ανταποκριθεί στις ανάγκες των ατόμων με νοητική και αναπτυξιακή αναπηρία όσον αφορά τη σεξουαλική τους δράση και τη σεξουαλική τους ιδιότητα ως πολίτες. “Γιατί η σεξουαλικότητα των ατόμων με νοητική αναπηρία θεωρείται συχνά ως “επικίνδυνη” ή “ακατάλληλη” από τους εκπαιδευτικούς, τους γονείς, το προσωπικό υποστήριξης, τους επαγγελματίες, τους δικαστές και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, καθώς και από εκείνους που έχουν την πιο καθημερινή επαφή μαζί τους;” (Gill, 2015). Το ερώτημα αυτό είναι στο επίκεντρο του θεατρικού έργου θεατρικού ερευνητικού έργου με τίτλο «Romance, Relationships, and Rights» (Ρομάντζο, Σχέσεις και Δικαιώματα), το οποίο προέκυψε όταν ο διευθύνων σύμβουλος ενός κοινοτικού οργανισμού διαβίωσης προσέγγισε ερευνητές στο «University of British Columbia’s Canadian Institute for Inclusion and Citizenship» για να μάθει πώς αυτοί, ως οργανισμός, θα μπορούσαν να ανταποκριθούν καλύτερα στις ανάγκες των ατόμων με νοητική και αναπτυξιακή αναπηρία όσον αφορά τη σεξουαλική τους δράση και τη σεξουαλική τους ιδιότητα ως πολίτες (Schnellert et al., 2023).

Για να διαταράξουν τον σεξουαλικό ικανοτισμό (μετάφραση του όρου ableism) και τις παραδοσιακές θεατρικές ιεραρχίες, στραφήκανε συνεργατικά στο συμμετοχικό και με αναπηρία θέατρο, με στόχο να προωθήσουν και να προάγουν τη σεξουαλική ιδιότητα του πολίτη των ατόμων με νοητική και αναπτυξιακή αναπηρία, οι οποίοι αυτοαποκαλούνται ως αυτοσυνήγοροι – εκείνοι που μιλούν και ενεργούν με εξουσία (Schnellert et al., 2023). Οι αυτό-συνήγοροι συχνά θεωρούνται ότι δεν έχουν τη γνωστική ικανότητα για σεξουαλικότητα, παρά θεωρούνται σεξουαλικοί αντιπρόσωποι με ποικίλες σεξουαλικότητες. Τέτοιες πεποιθήσεις είναι προϊόντα του σεξουαλικού ικανοτισμού (ableism) (Gill, 2015). Ο σεξουαλικός ικανοτισμός αναφέρεται στα συστήματα που προσδίδουν στη σεξουαλικότητα “προσδιορισμούς προσόντων [βάσει κριτηρίων] ικανότητας, νοημοσύνης, ηθικής, σωματικότητας, εμφάνισης, ηλικίας, φυλής, κοινωνικής αποδοχής και συμμόρφωσης με το φύλο” (Gill, 2015). Ο σεξουαλικός ικανοτισμός παρουσιάζει την νοητική αναπηρία ως χαρακτηριστικό ή κατάσταση που αποκλείει κάποιον από τη σεξουαλική δράση και αναιρεί τα δικαιώματα αυτών των ατόμων ως σεξουαλικών όντων (McCarthy et al., 2020, Theodore et al., 2018). Επιπλέον, αρνείται την κατανόηση της αναπηρίας ως πολύτιμη διαφορά που αποδίδει μοναδικές προοπτικές προσωπικότητας, ικανότητας, δράσης, σεξουαλικότητας και ικανότητας (Gill, 2015). Για τους αυτό-συνηγόρους, οι οποίοι συχνά στερούνται την πρόσβαση στην εκπαίδευση για τη σεξουαλική υγεία και θεωρούνται από την κοινωνία ως μη σεξουαλικοί, η χρήση του θεάτρου μπορεί να φωτίσει αυτές τις αδικίες και να πυροδοτήσει ένα διάλογο για την προώθηση της κοινωνικής δικαιοσύνης (Schnellert et al., 2023).

Οι ερευνητές σε διάφορους τομείς στρέφονται όλο και περισσότερο σε πρακτικές που βασίζονται στο θέατρο για να συνδημιουργήσουν με τις φωνές των αυτό-συνηγόρων και να τις μοιραστούν για να φωτίσουν τις ανισότητες (Delgado & HummDelgado, 2017, Lipkin & Haddad, 2018, Massa et al., 2020). Το θέατρο με κοινωνική συμμετοχή στοχεύει “στη βελτίωση της ζωής των ατόμων και στη δημιουργία καλύτερων κοινωνιών” (Nicholson, 2014), αψηφώντας τις τροπικότητες του ειδικού “καλλιτέχνη” και αναγνωρίζοντας το καλλιτεχνικό δυναμικό σε κάθε έναν από εμάς. Από τη χρήση του συμμετοχικού θεάτρου για τη νομοθέτηση νόμων συναίνεσης χωρίς αποκλεισμούς για τα άτομα με νοητική και αναπτυξιακή αναπηρία στην Ιρλανδία (Arstein-Kerslake & Flynn, 2016) μέχρι τη δημιουργία μιας σκηνής θεάτρου Φόρουμ για την συμμετοχή του κοινού στην “Επανεξέταση των δυνατοτήτων γονέων” στον Καναδά (Ignagni & Fudge Schormans, 2016), το θέατρο μπορεί να αποτελέσει ένα αποτελεσματικό εργαλείο για τους αυτό-συνηγόρους ώστε να μοιραστούν τις δικές τους ιστορίες τους με τους δικούς τους όρους. Το συμμετοχικό θέατρο μπορεί να δημιουργήσει χώρους για ομάδες να διεκδικήσουν τη δράση τους και να ρίξουν φως σε ζητήματα που πολύ συχνά αγνοούνται (Kuppers & Robertson, 2007), ιδίως όσον αφορά τη σεξουαλική υγεία (Löfgren-Mårtenson, 2012).

Μετάβαση στο περιεχόμενο