Διερεύνηση των κινήτρων συμμετοχής μελών χωρίς αναπηρία στην μικτή θεατρική ομάδα «Εν δυνάμει»- Διπλωματική Εργασία της Ευσταθίας Καρύδα- ΠΜΣ Επιστήμες της Αγωγής: Ειδική Αγωγή του ΠΑ.ΜΑΚ.-Μέρος 22ο
Κεφάλαιο 4ο Συζήτηση (μέρος 2ο)
Παρακάτω θα συναντήσουμε ξανά αφορμές για να επαληθεύσουμε την θεωρία του Αυτοκαθορισμού μέσω των απαντήσεων των συνεντευξιαζόμενων σε επόμενες ερωτήσεις.
Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, στην ομάδα «Εν Δυνάμει», τα μέλη αποκτούν μια καλλιτεχνική ταυτότητα που τους αντιπροσωπεύει πλήρως, βιώνουν ένα ειλικρινές δόσιμο και το αίσθημα της αποδοχής ενώ ταυτόχρονα συμμετέχουν σε υψηλής ποιότητας παραστάσεις. Έχοντας δει κι άλλες παραστάσεις άλλων ομάδων και έχοντας υπάρξει και ως μέλη σε άλλες θεατρικές, αυτή η ομάδα ξεχωρίζει γιατί μέσω αυτής βιώνουν κάτι το ονειρικό ενώ παράλληλα τους προσφέρεται μία «ασυνήθιστη ελευθερία». Αυτή η ιδιαιτερότητα της ομάδας να αγκαλιάζει το διαφορετικό, χάρη στην οποία οι ηθοποιοί συνδέονται βαθιά, ανοίγονται, προβάλλουν τον εαυτό τους χωρίς να κριθούν και νιώθουν απελευθέρωση, όπως περιγράφεται από τον/την Σ.5, προσφέρει αυτοπεποίθηση στους ηθοποιούς και αποτελεί λόγο για να επιλέξουν την ομάδα «Εν Δυνάμει» συγκριτικά με άλλες τυπικές θεατρικές.
Η συνεργασία με άτομα με αναπηρία είναι μία πρόκληση καθώς άνθρωποι χωρίς καμία εμπειρία και γνώση στο θέμα της αναπηρίας ίσως δυσκολευτούν να βρουν κώδικες επικοινωνίας και τρόπους να συγχρονίζονται επάνω στην σκηνή. Αυτή η πρόκληση βοηθά έναν ηθοποιό να εξελίξει δεξιότητες πολύ χρήσιμες για το θέατρο που σε μία τυπική ομάδα δεν θα είχε εξασκήσει σε τόσο μεγάλο βαθμό. Το ενδιαφέρον, δηλαδή η επιρροή προς δραστηριότητες που παρέχουν πρόκληση, καινοτομία και αισθητική ελκυστικότητα (Deci, 1992 όπως αναφέρεται στο González-Cutre & Sicilia), αντικατοπτρίζει ένα θετικό κίνητρο και συναισθηματική κατάσταση που συνδέεται με την εξερεύνηση (Kashdan & Silvia, 2009 όπως αναφέρεται στο González-Cutre & Sicilia), και είναι επομένως, ουσιαστικό για την επίτευξη βέλτιστων αποτελεσμάτων (Alexander & Grossnickle, 2016 όπως αναφέρεται στο González-Cutre & Sicilia). Σε συνδυασμό και με την απάντηση του/της Σ.5, επαληθεύεται η Θεωρία του Αυτοκαθορισμού, καθώς ο αυθορμητισμός, η αυτονομία, οι προκλήσεις, η ενσυναίσθηση, η ειλικρίνεια και οι ουσιαστικές σχέσεις προάγουν την προσωπική ευημερία των ηθοποιών και δημιουργούν ένα κοινωνικό πλαίσιο υψηλής ποιότητας, όπου καλύπτονται οι βασικές ψυχολογικές τους ανάγκες. Είναι εμφανές ότι σε περιβάλλοντα που υποστηρίζεται η αυτονομία των ατόμων, αυτά νιώθουν ελεύθερα να ικανοποιήσουν όλες τις ανάγκες τους, να πάρουν σχετικές αποφάσεις για αυτές και να έχουν την δυνατότητα μέσω στρατηγικών να τις βελτιώσουν (Ryan & Deci, 2017). Τονίζεται η αξία του να νιώθεις τον άλλον, να μπορείς να συνδεθείς μαζί του, να σκεφτείς τι ανάγκη έχει, να είσαι σε εγρήγορση και ευέλικτος/η, δεξιότητες που μπορεί να αποκτήσει κανείς χάρη στην ιδιαιτερότητα της ομάδας και σπάνια κατακτούνται σε τυπικές θεατρικές ομάδες.
Επιπλέον, σύμφωνα με λόγια του/της Σ.4 βλέπουμε πόσο ιδιαίτερα λειτουργεί η ομάδα «Εν Δυνάμει» απέναντι στα μέλη της, λαμβάνοντας πολύ σοβαρά υπόψη τις ανάγκες τους γενικότερα στην ζωή, προσπαθώντας να βρει λύσεις και τρόπους να βοηθήσει τα άτομα να καλύψουν σημαντικές για αυτά επιθυμίες όπως η ανάγκη της αυτόνομης διαβίωσης, της ανεξαρτητοποίησης από την γονεϊκή φροντίδα. Η ιδέα της ομάδας να δημιουργηθεί μία κατοικία την οποία θα συντηρούν άτομα με αναπηρία και μη, είναι πολύ αποτελεσματική και πρωτοποριακή καθώς δεν έχουμε ακούσει για κάτι παρόμοιο -στην Ελλάδα τουλάχιστον- και σίγουρα καμία άλλη τυπική θεατρική ομάδα δεν θα είχε επιχειρήσει. Η Θεωρία του Αυτοπροσδιορισμού επαληθεύεται διότι μέσω αυτού του εγχειρήματος βλέπουμε μία ομάδα που λειτουργεί αυθόρμητα με βάση εσωτερικά κίνητρα, δίνοντας αξία στην ανάγκη για αυτονομία, για συσχέτιση, για νεωτερισμό αλλά και για επιδεξιότητα καθώς στο σπίτι αυτό πραγματοποιούνται εργαστήρια φωνητικής και κινησιολογίας. Σύμφωνα με την Θεωρία των Ryan & Deci (2017), η μεγαλύτερη ικανοποίηση βασικών αναγκών φέρει ως αποτέλεσμα αυξημένα ποσοστά ευεξίας, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα, το άτομο να νιώθει μεγαλύτερη ευτυχία και να έχει μεγαλύτερο βαθμό ικανοποίησης με την ίδια του τη ζωή. Οι ηθοποιοί χρησιμοποιούν την φωνή τους για να απαγγείλουν, να τραγουδήσουν και γενικότερα να υπηρετήσουν την υποκριτική τέχνη (Vargo, 2010) και επομένως χρησιμοποιούν τη φωνή τους ως αναπόσπαστο και βασικό ‘εργαλείο’ της εργασίας τους (Ηρακλέους et al., 2019). Η επίγνωση και η εφαρμογή κανόνων φωνητικής υγιεινής από ηθοποιούς κρίνεται απαραίτητη καθώς καλούνται να προσαρμόσουν την ένταση της φωνής τους στο μέγεθος της σκηνής και ταυτόχρονα προσπαθούν να διατηρούν μια ομαλή εναλλαγή συναισθημάτων που εκφράζουν καθ’ όλη την διάρκεια ενός έργου. Μάλιστα, το γεγονός ότι καλούνται συχνά να τραγουδούν, να ουρλιάζουν ή να φωνάζουν δυνατά προκειμένου να αποδώσουν πειστικά έναν ρόλο, καθιστά τους ηθοποιούς ιδιαίτερα επιρρεπείς στην παρουσίαση φωνητικών διαταραχών (D’ haeseleer et al., 2016). Ακόμη, στα οπτικά σημεία ανήκει και η κινησιολογία των ηθοποιών, οι αποστάσεις μεταξύ τους ή ο κώδικας κίνησης που υιοθετείται σε μια παράσταση. Επομένως ο χώρος του θεάτρου πρέπει να είναι σε αρμονία με την κίνηση και τον κινησιακό κώδικα των ηθοποιών, καθώς μαζί αποτελούν ένα σύνολο, μια ολότητα, αυτή των οπτικών σημείων του θεάτρου (Τσατσούλης, 1999 όπως αναφέρεται στο Γεωργίου, 2018).
Με βάση την άποψη του/της Σ.5, η ομάδα «Εν Δυνάμει» συγκριτικά με τυπικές θεατρικές ομάδες, δίνει σε έναν ηθοποιό την ευκαιρία να δείξει την προσωπικότητά του χωρίς ντροπές και ανασφάλειες, να μην κρύψει καμία πλευρά του καθώς ο ανταγωνισμός και το άγχος δεν υπάρχουν σε μεγάλο βαθμό λόγω της συμμετοχής των ατόμων με αναπηρίες. Αυτό βοηθάει έναν ηθοποιό να αποκτήσει περισσότερη αυτοπεποίθηση και να μην φοβάται τόσο να εκτεθεί, πράγμα απαραίτητο για έναν επαγγελματία. Το άγχος της σκηνής δεν είναι μόνο το σύνολο συναισθημάτων και συμπτωμάτων κατά τη διάρκεια της εμφάνισης μπροστά στο κοινό. Πολλές φορές τα συμπτώματα του stage fright είναι πιο έντονα πριν από την εμφάνιση στη σκηνή, απ’ ότι κατά τη διάρκεια. Το σκηνικό άγχος έχει οριστεί και ως μια μορφή κοινωνικής φοβίας, ως ένας φόβος προς την κριτική σε καταστάσεις όπως μια δημόσια εμφάνιση και αποτελεί σημαντικό παράγοντα που επηρεάζει τις εκτελεστικές δεξιότητες των καλλιτεχνών επομένως είναι απαραίτητο να καταπολεμάται όσο το δυνατόν περισσότερο σε μία ομάδα (Juwairiyah et al., 2012, όπως αναφέρεται στο Παπαβασιλείου, 2020).
Σύμφωνα με τους συνεντευξιαζόμενους (Σ.5 & Σ.3), η ομάδα έχει χτίσει μία εμπιστοσύνη που είναι δύσκολο να χτιστεί σε μία τυπική ομάδα, και αυτό προσφέρει μία ελαστικότητα και μία ευελιξία στα ωράρια και στις προθεσμίες. Η καλλιτεχνική διευθύντρια και η σκηνοθέτης δείχνουν εμπιστοσύνη στα μέλη της ομάδας και αυτό οδηγεί σε συναισθήματα σταθερότητας και ασφάλειας (Βαρσάμης, 2016). Αυτό ισχύει και για την σκηνοθέτη η οποία αν χρειαστεί παράταση για κάτι ή κατανόηση, οι ηθοποιοί της επιτρέπουν μεγάλη ελευθερία. Η έλλειψη του άγχους που θα είχε μία σκηνοθέτης σε μία τυπική ομάδα ωστόσο, δεν έχουν ως αποτέλεσμα την έλλειψη επαγγελματισμού, αλλά το αντίθετο. Επαγγελματικό άγχος δημιουργείται όταν ο εργαζόμενος αισθάνεται ότι δεν έχει τη στήριξη των προϊσταμένων του ή τη συμπάθεια και την υποστήριξη των συναδέλφων του (Jaffe et al., 2007 όπως αναφέρεται στο Χαλαμπαλάκη, 2019) και επειδή ο κόσμος της εργασίας υπόκειται όλο και περισσότερο σε συνεχώς μεταβαλλόμενες δυνάμεις πίεσης, όπως ο αυξημένος ανταγωνισμός, η πίεση της ποιότητας, της καινοτομίας και της αύξησης του ρυθμού δραστηριότητας (Swanepoel et al., 1998 όπως αναφέρεται στο Χαλαμπαλάκη, 2019), είναι σημαντικό ένας σκηνοθέτης να έχει όσο γίνεται λιγότερο άγχος έτσι ώστε να αποδίδει πιο δημιουργικά και να μεταφέρει ένα κλίμα ηρεμίας και στους ηθοποιούς καθώς η σχέση του σκηνοθέτη με τους ηθοποιούς είναι πολύ στενή (Βασιλειάδου, 2017).
Οι συνεντευξιαζόμενοι (Σ.5, Σ.1 & Σ.3) δήλωσαν ότι η ομάδα παρότι κάποιες φορές χρειάζεται περισσότερο χρόνο συγκριτικά με τυπικές ομάδες, και παρότι είναι ημιεπαγγελματική και δεν έχει τις ίδιες αμοιβές με μια επαγγελματική, δεν τους κρατάει πίσω σε κάτι, αλλά το αντίθετο. Η θεωρία των κινήτρων σχέσεων, υποθεωρία της Θεωρίας του Αυτοκαθορισμού, εξετάζει το φαινόμενο του αλτρουισμού, αναδεικνύοντας τις ικανοποιήσεις που οι εκούσιες συμπεριφορές βοήθειας μπορούν να δημιουργούν τόσο στον βοηθό όσο και στον αποδέκτη (π.χ. Martela & Ryan 2019- Weinstein & Ryan 2010 όπως αναφέρεται στο Deci & Ryan, 2022). Τα μέλη μπαίνουν στην διαδικασία να βοηθήσουν άλλους και αυτό τους προσφέρει χαρά ενώ παράλληλα μέσω της διαδικασίας του να το διδάξουν κάτι, το κατακτούν και οι ίδιοι καλύτερα και γίνονται πιο ικανοί. Ουσιαστικά πραγματοποιείται μία συνεργατική δουλειά, μια αμοιβαία διδασκαλία που προσφέρει τη δυνατότητα της παρατήρησης, της ενίσχυσης, της επίδειξης, και της μίμησης, αλλά και της αλληλεπίδρασης. Όπως όταν οι μαθητές στις τάξεις εργάζονται σε ζευγάρια με σκοπό την καλλιέργεια της διαλλακτικότητας και της διαπραγμάτευσης, έτσι και οι ηθοποιοί παρέχουν ο ένας στον άλλον ανατροφοδότηση, μαθαίνουν να υπακούν σε κανόνες, συζητούν και επιλύουν προβλήματα. Η δυνατότητα που δίνει το ένα άτομο στο άλλο να μιλήσει και να ακουστεί, συμβάλλει στην απόκτηση κοινωνικών δεξιοτήτων (Mouratidou et al., 2007 όπως αναφέρεται στο Χατζηπαντελή, 2011).
Όπως φαίνεται από τα λεγόμενα του/της Σ.3 στην ομάδα υπάρχει έντονα το αίσθημα του ανήκειν και αυτό βοηθάει τα μέλη να αισθάνονται ασφαλή και να αγαπούν περισσότερο και τον ίδιο τους τον εαυτό. Η συσχέτιση αφορά την ανάγκη σύναψης σημαντικών και θετικών διαπροσωπικών σχέσεων από τις οποίες το άτομο λαμβάνει και προσφέρει αγάπη και αποδοχή (Βαρσάμης, 2016). Προϋπόθεση για την εκπλήρωση της συσχέτισης είναι η αυτοφροντίδα και η αυτοαποδοχή (Weinstein, 2014). Η συσχέτιση αφορά την θέληση για αλληλεπίδραση και επαφή με τους άλλους, αλλά και την εμπειρία από τη φροντίδα των άλλων. Αφορά μια εσωτερική επιθυμία του ατόμου να αλληλοεπιδρά και να έχει διαπροσωπικές επαφές με τους άλλους (Deci et al., 2013). Η φροντίδα των ανθρώπων που θεωρεί οικείους είναι σημαντικό στοιχείο της συσχέτισης, καθώς επίσης και η αμοιβαία έννοια, αγάπη, στοργή, αποδοχή και συναισθηματική ασφάλεια, χωρίς όρους (Hofer & Busch, 2011 όπ. αναφ. στο Ryan & Deci, 2017).
