Διερεύνηση των κινήτρων συμμετοχής μελών χωρίς αναπηρία στην μικτή θεατρική ομάδα «Εν δυνάμει»- Διπλωματική Εργασία της Ευσταθίας Καρύδα- ΠΜΣ Επιστήμες της Αγωγής: Ειδική Αγωγή του ΠΑ.ΜΑΚ.-Μέρος 24ο
Κεφάλαιο 4ο Συζήτηση (μέρος 4ο)
Η επάρκεια είναι μία από τα πιο διαδεδομένα θέματα έρευνας στην ψυχολογία και έχει ερευνηθεί σε βάθος, ως το βασικό συστατικό στις δράσεις με βάση τα κίνητρα (Bandura, 1989· Deci, 1975· Harter, 2012· White, 1959 όπως αναφέρεται στο Ελευθεριάδου, 2021). Στη θεωρία του Αυτοκαθορισμού, η επάρκεια αναφέρεται στη βασική ανάγκη του ανθρώπου να νιώθει αποδοτικότητα και κυριότητα. Οι άνθρωποι χρειάζονται να νιώθουν ικανοί και να λειτουργούν αποτελεσματικά στις δράσεις του περιβάλλοντός τους (Deci & Moller, 2005 όπως αναφέρεται στο Ελευθεριάδου, 2021). Η επάρκεια (Bowlby, 1979· Baumeister & Leary, 1995· Ryan, 1995 όπως αναφέρεται στο Ελευθεριάδου, 2021) σχετίζεται με το αίσθημα της κοινωνικής σύνδεσης, αφού οι άνθρωποι νιώθουν επάρκεια όταν νιώθουν ότι κάποιος τους νοιάζεται. Ακόμη, η επάρκεια αφορά το αίσθημα του ανήκειν και το αίσθημα της σπουδαιότητας μεταξύ των άλλων. Έτσι, είναι σημαντικό οι άνθρωποι να νιώθουν επάρκεια, όταν συνεισφέρουν για τους άλλους (Deci & Ryan, 2014a όπως αναφέρεται στο Ελευθεριάδου, 2021). Για τον/την Σ.5. δεν έχει τόση σημασία να πάρει την εκτίμηση όλων αλλά μόνο όσων θεωρεί αρκετά κοντινούς, δηλαδή κυρίως τα άτομα με αναπηρία. Αυτό το αισθάνεται μέσω της αγάπης αυτών των ατόμων και μέσω των συγγενικών τους προσώπων, που του δίνουν συγχαρητήρια και του εκφράζουν τον θαυμασμό τους. Νιώθει χρήσιμος/η διότι προσφέρει ενέργεια και αφοσίωση στην ομάδα σε κάθε πρόβα και βλέπει ότι η συμβολή του/της αποδίδει και εκτιμάται αν όχι από όλους, από αρκετούς. H θετική ανατροφοδότηση ικανοποιεί την ανάγκη για επάρκεια (Deci & Ryan, 2022).
Η ανάγκη του ατόμου να αισθάνεται πως φέρει εις πέρας ένα έργο που αναλαμβάνει, αποτελεί σημαντικό χαρακτηριστικό της ανάγκης για ικανότητα. Το άτομο χρειάζεται να νιώθει ότι επιτυγχάνει στη διαχείριση των απαιτήσεων που του ανατίθενται και ότι ολοκληρώνει τα έργα που έχει αναλάβει (Sheldonet al., 1996). Ο/η Σ.2. όταν μπήκε στην ομάδα, επειδή δεν είχε εμπειρία με ανθρώπους με αναπηρία, δυσκολεύτηκε να λειτουργήσει άνετα με κάτι που δεν κατείχε και για αυτόν τον λόγο στην αρχή ένιωσε μη ικανός/η καθώς σε μία άσκηση όπου συμμετείχε δεν βοήθησε το ζευγάρι του/της αλλά ούτε και τον ίδιο του/της τον εαυτό. Αυτό που τελικά τον/την βοήθησε να νιώσει ικανός/η ήταν η τριβή με τους ανθρώπους της ομάδας και το κίνητρο που είχε για να συνεχίσει. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τον/την Σ.1., το να προσπαθείς να αποδείξεις κάτι αντί να αφεθείς σε αυτό που νιώθεις πολλές φορές σε κάνει να αισθάνεσαι μη ικανός/η. Τέλος, ο/η Σ.4., αναφέρει μία πολύ καθοριστική στιγμή όπου ένιωσε μη ικανός/η να «εκτεθεί», συγκεκριμένα να συμμετέχει σε μία σκηνή όπου οι ηθοποιοί παίζουν γυμνοί επί σκηνής, ενώ ο ίδιος/η ίδια δεν ήταν έτοιμος/η. Η ομάδα ήταν αυτή που τον βοήθησε να ξεπεράσει τον εαυτό του και τελικά να τα καταφέρει διότι όλοι ήταν πολύ υποστηρικτικοί και κανείς δεν σχολίαζε αρνητικά, ήταν όλοι μαζί σε αυτό. Αυτό το βήμα όπως δήλωσε, τον/την βοήθησε πάρα πολύ και στην ζωή του/της γενικότερα, να ανοιχτεί, να αποκτήσει καλή σχέση με το σώμα του/της, να μην ντρέπεται και να απελευθερωθεί και εκτός ομάδας, σε άλλες θεατρικές παραστάσεις.
Οι πληρέστερες αναπαραστάσεις της ανθρωπότητας δείχνουν ότι οι άνθρωποι είναι περίεργοι, ζωηροί και έχουν κίνητρα για τον εαυτό τους. Στα καλύτερά τους, είναι δραστήριοι και εμπνευσμένοι, προσπαθώντας να μάθουν, να επεκταθούν, να κατακτήσουν νέες δεξιότητες και να εφαρμόσουν υπεύθυνα τα ταλέντα τους (Ryan & Deci, 2000). Οι συνεντευξιαζόμενοι ανέφεραν πως καλλιέργησαν πολλές δεξιότητες. Συγκεκριμένα, ο/η Σ.1. θεωρεί πως ο αυθορμητισμός είναι ένα πολύ σημαντικό στοιχείο στον τρόπο που λειτουργεί ένας ηθοποιός και αισθάνεται ότι η συνεργασία με άτομα με αναπηρία βοήθησε ακόμα περισσότερο στην καλλιέργεια αυτής της δεξιότητας επί σκηνής, καθώς πολλά μέλη εκφράζονται ελεύθερα και λένε αυτό που νιώθουν ή αυτό που σκέφτονται άνετα χωρίς υπεραναλύσεις. Ακόμη, μία άλλη σημαντική δεξιότητα που αναπτύσσεται στην ομάδα χάρη στην συνεργασία με άτομα με αναπηρία, είναι το να σκέφτεται ο ηθοποιός ως σύνολο και όχι ως μονάδα επί σκηνής, να είναι δηλαδή σε ετοιμότητα και να βρίσκει τρόπους να διαχειρίζεται λάθη δικά του και άλλων. Αυτή η δεξιότητα του να σκέφτεσαι το σύνολο, να έχεις όλες τις αισθήσεις σου ανοιχτές, είναι μια δεξιότητα που δεν θα αναπτυσσόταν σε τέτοιο βαθμό σε μία τυπική ομάδα όπου δεν συμβαίνουν συχνά απρόβλεπτα «λάθη». Επιπλέον, σύμφωνα με τον/την Σ.3., υπήρξαν πολλές φορές που χρειάστηκε να αλληλοβοηθηθούν μέλη της ομάδας επί σκηνής επειδή κάτι απρόσμενοι συνέβη, και αυτό έχει ενδιαφέρον, ότι δηλαδή σε όλες τις παραστάσεις προκύπτει σίγουρα κάτι ξαφνικό, κάτι εκτός προγράμματος και αυτό τον/την παρακινεί να δείχνει συνεχώς την αξία του/της ως ηθοποιός.
Σύμφωνα με τον/την Σ.2. το να βάζει κανείς τα όρια του και να δηλώνει αυτό που τον/την δυσκολεύει, είναι η λύση στην αποφυγή μη επιθυμητών συμπεριφορών καθώς όταν κάποιος κάνει ξεκάθαρο κάτι που τον φέρνει σε αμήχανη ή δύσκολη θέση, οι υπόλοιποι ενημερώνονται και πράττουν αναλόγως, αλλά και ο ίδιος/η ίδια αισθάνεται καλύτερα. Συνήθως αναλαμβάνει κάτι άλλο που να κατέχει καλύτερα και γενικότερα εκφράζει αυτό που θέλει δίνοντας το παράδειγμα και στους υπόλοιπους να το κάνουν, χτίζεται δηλαδή μεταξύ των μελών μία σχέση βασισμένη στην αυτοκριτική, στον σεβασμό και στην ειλικρίνεια. Βασική προϋπόθεση για την ανθρώπινη ανάπτυξη, άλλωστε, είναι η ευχαρίστηση. Αντίθετα, αν δεν υπάρχει ευχαρίστηση των εσωτερικών αναγκών, τότε τα κίνητρα υπονομεύονται και υπάρχουν ανεπιθύμητες συνέπειες (Baard et al., 2004). Έτσι, βασικό στοιχείο στην επίτευξη των στόχων και την προσωπική ολοκλήρωση είναι ο βαθμός στον οποίο καλύπτονται οι βασικές ψυχολογικές ανάγκες των ατόμων και τα αποτελέσματα που επιδιώκουν (Ryan & Deci, 2000).
Σύμφωνα με τα λεγόμενα των συνεντευξιαζόμενων η ομάδα προσφέρει σε αυτούς το αίσθημα της συμμετοχής σε ένα πρωτότυπο εγχείρημα καθώς όπως δήλωσε ο/η Σ.5., η παράσταση της ομάδας αποτέλεσε το έναυσμα για να γίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα λόγος για το επάγγελμα του σεξουαλικού βοηθού σε ιατρικά συνέδρια. Συγκεκριμένα παρουσιάστηκε επαγγελματίας με αυτήν την ιδιότητα και μίλησε για το θέμα αυτό. Είναι φανερό πως η ομάδα έχει επιρροή στην κοινωνία και φέρνει φρέσκες και πρωτότυπες ιδέες. Η ανάγκη για νεωτερισμό, ορίζεται ως η ανάγκη να βιώσουμε κάτι που δεν έχουμε βιώσει προηγουμένως ή που αποκλίνει από την καθημερινή ρουτίνα, ως μία πρόσθετη βασική ανάγκη παράλληλα με τις ανάγκες που προτείνονται στη θεωρία του αυτοπροσδιορισμού (González-Cutre et al., 2016). Η πρόταση για την προσθήκη της ανάγκης για νεωτερισμό έγινε από τους González- Cutre et al. (2016) καθώς στις κλασικές μελέτες των Deci και Ryan η καινοτομία αναφέρεται συχνά ως σημαντικό στοιχείο της ανθρώπινης παρακίνησης και θεωρούν ότι τα εσωτερικά κίνητρα είναι «η έμφυτη τάση να αναζητά κανείς καινοτομίες και προκλήσεις, να επεκτείνει και να ασκεί τις ικανότητές του, να εξερευνά και να μαθαίνει» (Deci & Ryan, 2000b, σ. 70) και τα εσωτερικά κίνητρα οδηγούν τους ανθρώπους στο να αντιμετωπίζουν νέες προκλήσεις που είναι βέλτιστες για την αυτοανάπτυξη τους και που μπορούν να ενσωματωθούν καθώς η ανάπτυξη προχωράει φυσικά» (Ryan & Deci, 1991, σ. 244).
Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τον/την Σ.3., δεν είναι τυχαίο το ότι «όσοι γνωστοί έχουν δει τις παραστάσεις, σχολιάζουν το πόσο πρωτότυπες τους φάνηκαν και διαφορετικές από αυτές που έχουν συνηθίσει να βλέπουν και από άποψη σκηνοθεσίας και από άποψη σεναρίου». Η εσωτερική παρακίνηση των μελών της ομάδας, λοιπόν, τροφοδοτείται από την κάλυψη της ανάγκης τους για νεωτερισμό. Σύμφωνα με την Silvia, 2006 (όπως αναφέρεται στο González-Cutre & Sicilia, 2019), τα παιδιά, οι νέοι και οι ενήλικες συμπεριφέρονται ενεργά και προσεκτικά όταν συναντούν δραστηριότητες που τους ενδιαφέρουν. Το ενδιαφέρον ορίζεται εδώ ως η επιρροή των δραστηριοτήτων που παρέχουν καινοτομία, πρόκληση και αισθητική ελκυστικότητα (Deci, 1992 όπως αναφέρεται στο González-Cutre & Sicilia, 2019). Αντικατοπτρίζει ένα θετικό κίνητρο και μία συναισθηματική κατάσταση που συνδέεται με την εξερεύνηση (Kashdan & Silvia, 2009 όπως αναφέρεται στο González-Cutre & Sicilia, 2019) και είναι, επομένως, ουσιαστικό για την επίτευξη βέλτιστων αποτελεσμάτων (π.χ. γνωστική επεξεργασία, κατανόηση, μάθηση, επιμονή κλπ.) σε οποιοδήποτε εκπαιδευτικό περιβάλλον (Alexander & Grossnickle, 2016 όπως αναφέρεται στο González-Cutre & Sicilia, 2019).
