Δεξιότητες μετάβασης των ατόμων με αναπηρία – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Μπαρκλέση Ναταλίας – ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, Π.Μ.Σ «Ειδική Αγωγή, Εκπαίδευση και Αποκατάσταση» – Μέρος 2ο

Μαρ 5, 2026 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Δεξιότητες μετάβασης των ατόμων με αναπηρία – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Μπαρκλέση Ναταλίας – ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, Π.Μ.Σ «Ειδική Αγωγή, Εκπαίδευση και Αποκατάσταση» – Μέρος 2ο

 

Εισαγωγή

 

Η μετάβαση σηματοδοτεί την αλλαγή κοινωνικών ρόλων και συμπεριφορών στις οποίες καλούμαστε να ανταπεξέλθουμε. Μετά το πέρας των σχολικών χρόνων οι μαθητές καλούνται να αφήσουν πίσω τους την παιδική-εφηβική ζωή και συμπεριφορά και να εισέλθουν στον κόσμο των ενηλίκων η οποία συνοδεύεται με μια πληθώρα ευθυνών και υποχρεώσεων (Stilington et al., 1997). Ο ρόλος ενός ενήλικα μπορεί να περιλαμβάνει την συμμετοχή του στη μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση, την εργασιακή απασχόληση, την εύρεση και συντήρηση μιας κατοικίας, την ανάπτυξη και διατήρηση κοινωνικών σχέσεων καθώς και άλλες πτυχές της καθημερινότητας οι οποίες είναι σχεδόν αυτονόητες για τα άτομα χωρίς αναπηρίες (Halpern, 1994). Αυτές οι αυτονόητες πτυχές της ενήλικης ζωής αποτελούν πρόκληση για τους νέους με αναπηρία καθώς πολλοί αντιμετωπίζουν ποικίλους λειτουργικούς περιορισμούς (Fabian & Dunlop, 2005). Η κατάκτηση ενός συνόλου ικανοτήτων και γνώσεων, οι οποίες ορίζονται ως δεξιότητες μετάβασης από τους συγγραφείς, είναι απαραίτητη για την ομαλή μετάβαση των νέων με αναπηρία στον κάθε τομέα μετάβασης (Patton & Kim, 2016).

Σύμφωνα με το Transition Planning Inventory−Second Edition (TPI-2) οι δεξιότητες μετάβασης των ατόμων με αναπηρία αντιστοιχούν σε τρεις τομείς μετάβασης, τον τομέα εργασίας, τον τομέα της μάθησης και τον τομέα της διαβίωσης (Patton & Clark, 2014). Σύμφωνα με όσα ορίζει ο Νόμος για την Εκπαίδευση των Ατόμων με Αναπηρίες του 2004 (Individuals with Disabilities Education Act – IDEA) η εκπόνηση εξατομικευμένων εκπαιδευτικών προγραμμάτων για τον σχεδιασμό της μετάβασης προβλέπεται από την ηλικία των 16 ετών. Η εκπόνηση ενός συνόλου δραστηριοτήτων στα πλαίσια του εξατομικευμένου εκπαιδευτικού προγράμματος του μαθητή έχει στόχο την ενίσχυση των ακαδημαϊκών αλλά και των λειτουργικών δεξιοτήτων του με σκοπό την ομαλή μετάβαση του στην ενηλικίωση (Wehman, 2013). Ένας αποτελεσματικός σχεδιασμός μετάβασης σε συνδυασμό με την παροχή των απαιτούμενων υπηρεσιών είναι ζωτικής σημασίας για τη μετασχολική επιτυχία των νέων με αναπηρία σύμφωνα με το IDEA (2004). Είναι σημαντικό να αναφερθεί πως για μια επιτυχή μετάβαση, ο σχεδιασμός -τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις μαθητών- οφείλει να αναπτύσσεται από τη στιγμή που ο μαθητής ξεκινά το σχολείο (Stilington et al., 1997).

Μπορεί ο σχεδιασμός μετάβασης των ατόμων με αναπηρία να ξεκινάει κατά τη φοίτηση τους στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ωστόσο, για την μετάβαση τους στην μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση και την μετέπειτα θετική ακαδημαϊκή τους επίδοση, βασική προϋπόθεση είναι η προσαρμογή των πανεπιστημίων στις ανάγκες των φοιτητών με αναπηρία (Taylor et al., 2010). Παρά την υποστήριξη που λαμβάνουν οι μαθητές με αναπηρία κατά τη φοίτησή τους στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, η ανάγκη για συμπερίληψη και προαγωγή δομικών αλλαγών αλλά και διδακτικών πρακτικών των πανεπιστημίων, για την ομαλή μετάβαση και φοίτηση τους, φαίνεται να αυξάνεται τα τελευταία χρόνια (Taylor et al., 2010·Morina & Biagiotti, 2022).

Για τα άτομα με αναπηρία η εξασφάλιση μιας θέσης εργασίας δεν έχει ως αποκλειστικό κίνητρο την οικονομική ανεξαρτησία αλλά αποτελεί καίριο παράγοντα για την ευημερία τους και την ανάπτυξη της αυτοπεποίθησης και αυτοεκτίμησης τους. Ωστόσο, η είσοδος στον εργασιακό κόσμο στις μέρες μας είναι όλο και πιο δύσκολη (Omar et al., 2022) καθώς παρά τους νόμους και τις πολιτικές συμπερίληψης τα άτομα με αναπηρία αντιμετωπίζουν διακρίσεις και ανισότητες στον εργασιακό κόσμο (Kuiper et al., 2016).

Η ανεξάρτητη διαβίωση αποτελεί ένα συνδυασμό δεξιοτήτων έτσι ώστε ο άνθρωπος να είναι σε θέση να αναγνωρίζει τις επιθυμίες του, τις αδυναμίες και τις δυνατότητές του, τις ανάγκες του και να παίρνει αποφάσεις για τη ζωή του ώστε να έχει ο ίδιος τον έλεγχο της ζωής του. Όμως, τα άτομα με αναπηρία φαίνεται να παρουσιάζουν σημαντικούς περιορισμούς σε αυτές τις δεξιότητες (Field et. al., 1998·Repetto, 2003· Lindsay & Varahra, 2021). Η ενίσχυση των κοινωνικών δεξιοτήτων και των δεξιοτήτων αυτοπροσδιορισμού θεωρείται θεμέλιο για την συμμετοχή των ατόμων με αναπηρία σε διάφορες κοινωνικές καταστάσεις, τη δόμηση ισχυρών σχέσεων με τους γύρω τους είτε πρόκειται για φιλικά πρόσωπα είτε για συγγενικά και συνεπώς την ομαλή μετάβαση τους σε μια ανεξάρτητη ζωή (Bremer & Smith, 2004)

Η παρούσα διπλωματική έρευνα αποτελείται από τέσσερα κεφάλαια. Στο πρώτο κεφάλαιο γίνεται μια ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας. Δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στους τομείς και τις δεξιότητες μετάβασης των ατόμων με αναπηρία. Στο δεύτερο κεφάλαιο αναπτύσσεται η μεθοδολογική προσέγγιση της έρευνας. Παρέχονται  λεπτομερείς  πληροφορίες  για  τη  διαδικασία  της  έρευνας,  τους συμμετέχοντες, το ερευνητικό εργαλείο που χρησιμοποιήθηκε καθώς και τη στατιστική ανάλυση που εφαρμόστηκε. Στο τρίτο κεφάλαιο παρουσιάζονται αναλυτικά τα αποτελέσματα που συγκεντρώθηκαν τα οποία αναλύθηκαν μέσω της περιγραφικής στατιστικής ανάλυσης. Στο τέταρτο και τελευταίο κεφάλαιο αναπτύσσεται μια εκτενής συζήτηση των ευρημάτων της έρευνας, τα συμπεράσματα που προέκυψαν, τους περιορισμούς της έρευνας, τις επιπτώσεις της στην Ειδική Αγωγή, Εκπαίδευση και Αποκατάσταση και ολοκληρώνεται με ορισμένες προτάσεις για μελλοντικές έρευνες.

Η μελέτη και κατανόηση των αναγκών των ατόμων με αναπηρία είναι καίρια για την εξασφάλιση της ισότητας και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής. Η έρευνα φιλοδοξεί να προσφέρει χρήσιμα αποτελέσματα στον κόσμο της εκπαίδευσης και της ειδικής αγωγής με σκοπό την ενίσχυση της υποστήριξης των ατόμων με αναπηρία και την συμπερίληψη τους στην κοινωνία και την εργασιακή ζωή.

Μετάβαση στο περιεχόμενο