Δεξιότητες μετάβασης των ατόμων με αναπηρία – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Μπαρκλέση Ναταλίας – ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, Π.Μ.Σ «Ειδική Αγωγή, Εκπαίδευση και Αποκατάσταση» – Μέρος 25ο
4.2. Συμπεράσματα της έρευνας
Αναφορικά με το πρώτο ερευνητικό ερώτημα, «Ποιες είναι οι τιμές των δεξιοτήτων των ομάδων αναπηρίας;», μελετήθηκαν οι δυο ευρύτερες ομάδες α) μαθησιακές δυσκολίες και β) κινητική αναπηρία και δεν εξετάστηκε η κάθε διάγνωση ξεχωριστά ως προς τις δεξιότητες μετάβασης καθώς ο μικρός αριθμός συμμετεχόντων δεν θα έδινε σημαντικά αποτελέσματα για τον κάθε τύπο κινητικής αναπηρίας ή μαθησιακών δυσκολιών.
Ως προς τις δεξιότητες εργασίας, τα άτομα με μαθησιακές δυσκολίες, φάνηκε πως είναι σε θέση να επιλέξουν εργασιακά περιβάλλοντα τα οποία εμπίπτουν στα ενδιαφέροντα τους, σε αντίθεση με τα άτομα με κινητική αναπηρία όπου σε αυτή τη δεξιότητα παρουσίασαν αρκετά χαμηλά αποτελέσματα. Ωστόσο, τα άτομα με κινητική αναπηρία παρουσίασαν αρκετά υψηλά αποτελέσματα στην αναγνώριση και την κατονομασία των επαγγελμάτων που επιθυμούν να ακολουθήσουν όχι όμως και στον τρόπο με τον οποίο μπορούν να αλλάξουν εργασιακό περιβάλλον αν το τρέχον δεν τους ικανοποιεί. Οι συμμετέχοντες με μαθησιακές δυσκολίες και οι συμμετέχοντες με κινητική αναπηρία εμφάνισαν εξίσου χαμηλά αποτελέσματα στην διαδικασία αναζήτησης και απόκτησης μιας δουλειάς. Παρόλα αυτά, οι εργασιακές στάσεις και αντιλήψεις είναι δεξιότητες που παρουσίασαν υψηλά αποτελέσματα και οι δυο ομάδες.
Όσον αφορά τις δεξιότητες του τομέα μάθησης φαίνεται να υπάρχουν αρκετά κοινά σημεία αναφοράς όπως, η γνώση εισαγωγής στο πανεπιστήμιο και η δεξιότητα περιγραφής των προσωπικών τους ενδιαφερόντων στις οποίες και οι δυο ομάδες είχαν συγκεντρώσει υψηλά αποτελέσματα αλλά και οι γνώσεις γύρω από τα νόμιμα δικαιώματα τους και οι δεξιότητες γραφής στις οποίες παρουσίασαν τα πιο χαμηλά αποτελέσματα. Σχετικά με τις δεξιότητες του τομέα διαβίωσης, οι συμμετέχοντες με μαθησιακές δυσκολίες είχαν τα υψηλότερα αποτελέσματα στις δεξιότητες εμπλοκής στην κοινότητα και χρήσης της κοινότητας, σχετικά με την υπευθυνότητα και τον σεβασμό απέναντι στους νόμους . Το χαμηλότερο αποτελέσματα σημείωσαν στην ίδια κατηγορία δεξιοτήτων σχετικά με τη βοήθεια από κρατικά προγράμματα. Οι συμμετέχοντες με κινητική αναπηρία έδειξαν τα υψηλότερα αποτελέσματα στις δεξιότητες διαπροσωπικών σχέσεων σχετικά με την καλή σχέση τους με την οικογένεια και τα συγγενικά τους πρόσωπα. Το χαμηλότερο αποτελέσματα φάνηκε στην υγεία αναφορικά με σωματική υγεία.
Σχετικά με το δεύτερο ερευνητικό ερώτημα «Ποιες είναι οι συσχετίσεις ως προς τα δημογραφικά χαρακτηριστικά;» μελετήθηκε η σχέση του μορφωτικού επιπέδου του ίδιου του συμμετέχων, της μητέρας και του πατέρα καθώς και ο αριθμός των παιδιών της οικογένειας ως προς το σύνολο των δεξιοτήτων μετάβασης ανά τομέα. Τα ευρήματα της έρευνας έδειξαν πως το μορφωτικό επίπεδο της οικογένειας αλλά και η ύπαρξη μεγαλύτερων ή μικρότερων αδερφών στην οικογένεια δεν παρουσιάζουν στατιστικά σημαντική συσχέτιση με τους τρεις τομείς των δεξιοτήτων μετάβασης τόσο για τα άτομα με μαθησιακές δυσκολίες όσο και για τα άτομα με κινητική αναπηρία. Ωστόσο, στην βιβλιογραφία αναφέρεται η σχέση της οικογένειας με την μετάβαση των νέων με αναπηρία, κυρίως στο κομμάτι της ψυχολογικής υποστήριξης και ύστερα στην ενεργό εμπλοκή της όπου τελικά ο συνδυασμός των δυο μπορεί να προσφέρει στους νέους 41% περισσότερες πιθανότητες μετάβασης σε ένα μεταδευτεροβάθμιο περιβάλλον καθώς η οικογένεια αποτελεί βασικό στοιχείο για τη διαμόρφωση του ατόμου (Morgan&Riesen,2016·Lindstrom&Beno,2020·Kohler & Field, 2003·Kellems &Morningstar, 2010).
Τα συμπεράσματα της έρευνας υποστηρίζουν πως, οι δεξιότητες μετάβασης των ατόμων με μαθησιακές δυσκολίες είναι πιο ενισχυμένες από τις δεξιότητες των ατόμων με κινητική αναπηρία. Παρόλα αυτά, ακόμη και τα αποτελέσματα των ατόμων με μαθησιακές δυσκολίες φαίνονται να είναι μέτρια στους τρεις τομείς μετάβασης συμψηφίζοντας τους συνολικούς μέσους όρους που προέκυψαν. Αυτό το συμπέρασμα στηρίζεται στον τρόπο βαθμολόγησης των δεξιοτήτων μετάβασης που ορίζει το εργαλείο της έρευνας. Όπως είχε αναφερθεί και στην παρουσίαση του εργαλείου η βαθμολογία των απαντήσεων γίνεται μέσω κλίμακας Likert με τιμές 0-5. Εφόσον η επιλογή απαντήσεων από 0-2 ισούται με αρνητική βαθμολόγηση της δεξιότητας που αξιολογείται και η επιλογή απαντήσεων 3-5 ισούται με θετική βαθμολόγηση τότε ο μέσος όρος 2,67 του τομέα εργασίας για τα άτομα με κινητική αναπηρία θεωρείται χαμηλός και ο μέσος όρος 3,33 για τα άτομα με μαθησιακές δυσκολίες μπορεί να θεωρηθεί μέτριος καθώς είναι πιο κοντά στο 3 παρά στο 4 όπου θα μπορούσε να θεωρηθεί μέτριος προς υψηλός. Αντίστοιχα, στον τομέα μάθησης ο μέσος όρος 2,66 για τα άτομα με κινητική αναπηρία είναι χαμηλός προς μέτριος και ο μέσος όρος 3,45 για τα άτομα με μαθησιακές δυσκολίες είναι μέτριος. Τέλος, ο μέσος όρος 2,79 του τομέα της διαβίωσης για τα άτομα με κινητική αναπηρία θεωρείται χαμηλός προς μέτριος και ο μέσος όρος 3,75 για τα άτομα με μαθησιακές δυσκολίες μπορεί να θεωρηθεί μέτριος προς υψηλός. Επομένως, τα μέτρια και χαμηλά, ως επί το πλείστον, αποτελέσματα των δυο ομάδων που μελετήθηκαν φέρνουν στην επιφάνεια την ανάγκη για εξατομικευμένη υποστήριξη των νέων με κινητική αναπηρία αλλά και μαθησιακές δυσκολίες με σκοπό την βελτίωση της ποιότητας ζωής τους και την ισόνομη αντιμετώπιση τους στην κοινωνία και την εργασιακή πραγματικότητα.
