Άτομα με προβλήματα όρασης – Θρησκευτική ζωή – προσβασιμότητα

Νοέ 30, 2009 | Από την ιστορία της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Άτομα με προβλήματα όρασης – Θρησκευτική ζωή – προσβασιμότητα

ΥΠΟ ΤΟΥ
ΣΤΕΡΓΙΟΥ ΣΙΟΥΤΗ
ΔΙΔΑΚΤΟΡΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ ΠΑΝΤΕΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ
ΥΠΑΛΛΗΛΟ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΑμεΑ
ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΥΓΕΙΑΣ & ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

ΙΟΥΝΙΟΣ 2008

Σεβασμιώτατε Μητροπολίτα Σιδηροκάστρου κ. Μακάριε,
Ποιμενάρχα της Θεοσώστου επαρχίας ταύτης
Ερίτιμε κ. Σμαράγδα Παξιμαδά, Πρόεδρε του Δ.Σ. της Μ.Κ.Ο. “ΠΡΟΣΒΑΣΙΜΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΣΕΙΣ”
Σεβαστοί Πατέρες, Αξιότιμε κ. Δήμαρχε, Λοιπές Τοπικές Αρχές
Κυρίες και Κύριοι Σύνεδροι,


1. Άτομα με προβλήματα όρασης

Ο Williams (1991, p. 47) ορίζει την τυφλότητα (Blindness) ως την οπτική οξύτητα η οποία είναι μικρότερη από 3/60 στο καλύτερο μάτι ύστερα από διόρθωση (στις Η.Π.Α. το αντίστοιχο ποσοστό είναι 20/200). Σύμφωνα με τον παραπάνω ορισμό, ορίζεται και νομικά το τυφλό άτομο.

Ωστόσο, ο παραπάνω ορισμός δεν ισχύει απόλυτα για όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας. Για παράδειγμα, δεν αποτελεί και εκπαιδευτικό ορισμό της τυφλότητας, αφού άτομα με οπτική οξύτητα μικρότερη από 3/60, είναι σε θέση να διαβάζουν, χρησιμοποιώντας τα επιτεύγματα της υποστηρικτικής τεχνολογίας. Από εκπαιδευτική και μόνο άποψη, τυφλό θεωρείται το άτομο που είναι εξαρτημένο πάντα από τη αφή (Braille) ή την ακοή του, στην προσπάθειά του να αποκτήσει γνώσεις.

Ως μερική όραση (partial sight) ορίζεται η οπτική οξύτητα ανάμεσα στα 3/60 και 6/60 ύστερα από διόρθωση (Williams, pp. 304-305).

Ο WHO (2002) δίνει τον παρακάτω ορισμό για την αναπηρία στην αίσθηση της όρασης: Τυφλότητα: οπτική ικανότητα μικρότερη από 3/60 στον καλύτερο οφθαλμό, ύστερα από διόρθωση. Μερική όραση: οπτική ικανότητα μικρότερη από 6/18, αλλά ίση ή μεγαλύτερη από 3/60 στον καλύτερο οφθαλμό, ύστερα από διόρθωση.

Η EBU (2001) ορίζει ως μερικώς βλέπον το άτομο που δεν δύναται, ακόμη και ύστερα από διόρθωση των οφθαλμών, να διαβάσει, να ταξιδέψει και να επικοινωνήσει φυσιολογικά. Τα μερικώς βλέποντα άτομα έχουν χρησιμοποιούν ηλεκτρονικά βοηθήματα για τη μερική όραση, αφού δεν είναι σε θέση να διακρίνουν λεπτομέρειες. Η μερική όραση οφείλεται σε ασθένειες, όπως ο διαβήτης, το γλαύκωμα και ο εκφυλισμός του αμφιβληστροειδούς. Στις χώρες της Ευρώπης, τα μέτρα που προβλέπονται για τα άτομα με προβλήματα όρασης, αφορούν της τυφλούς και στα άτομα με σοβαρή αναπηρία στην αίσθηση της όρασης, αποκλείοντας έτσι τα περισσότερα άτομα με μερική όραση από τις σχετικές ρυθμίσεις.

Το EBU Newsletter (2000) αναφέρει ότι στην Ελλάδα ως τυφλότητα θεωρείται η οπτική οξύτητα που δεν υπερβαίνει το 1/20 της κανονικής οπτικής οξύτητας και στους δύο οφθαλμούς, ύστερα από διόρθωση.

Αντίληψη του μεγέθους

Στην αντίληψη του μεγέθους των αντικειμένων συντελούν απτικά, μυϊκά και φυσικά οπτικά αισθήματα. «Στην αντίληψη του μεγέθους παρατηρείται το φαινόμενο της σταθερότητας του μεγέθους παρά την αλλαγή της απόστασης. Για παράδειγμα ένα παράθυρο που βρίσκεται 100 μέτρα μακριά και δεν εμφανίζεται απομονωμένο από το περιβάλλον του παραμένει το ίδιο σε μέγεθος. Αν απομονωθεί το αντικείμενο από το περιβάλλον τότε θα φαίνεται τόσο μεγάλο όσο προβάλλει στον αμφιβληστροειδή». (Τομασίδης, 1982). Βέβαια η εμπειρία είναι εκείνη που συμβάλλει στην εκτίμηση της σταθερότητας των αντικειμένων.

Αντίληψη της κίνησης

Η αντίληψη της κίνησης είναι κυρίως οπτική αντίληψη. Και αυτό γίνεται κατανοητό, γιατί η κίνηση γίνεται πολύ γρήγορα οπτικά αισθητή. Αυτό βέβαια δε σημαίνει πως οι άλλες αισθήσεις μένουν αμέτοχες στην αντίληψη της κίνησης. Ιδιαίτερα η κινητική, η απτική και η ακουστική αίσθηση αποτελεί σε μερικές περιπτώσεις βασικό παράγοντα στην αντίληψη, γιατί και οι τυφλοί π.χ. ακούν τα κινούμενα αυτοκίνητα, αντιλαμβάνονται την κίνηση του σώματος ή αγγίζοντας ένα κινούμενο αντικείμενο αντιλαμβάνονται την κίνηση του. Αλλά και η κατεξοχήν αντίληψη της κίνησης, η οπτική στηρίζεται όχι μόνο στα απτικά αλλά και στα κινητικά αισθήματα που προκαλούνται από τις κινήσεις των ματιών κατά την παρακολούθηση των κινούμενων αντικειμένων. Η αντίληψη της κίνησης αποτελεί πρωταρχικό ψυχικό φαινόμενο μεγάλης βιολογικής σημασίας.

4. Ψυχαναλυτική θεωρία

Οι Ψυχαναλυτές θεωρούν τα ψυχικά φαινόμενα ως αποτέλεσμα μηχανικής σύνδεσης των ψυχικών στοιχείων και σαν μηχανικές αντιδράσεις σε ερεθισμούς. Για παράδειγμα, η σελίδα που τώρα διαβάζω ερεθίζει το μάτι μου και οι άπειρες οπτικές εντυπώσεις που απεικονίζονται πάνω στον αμφιβληστροειδή, εντελώς ανεξάρτητες μεταξύ τους αποτελούν την οπτική αντίληψη της σελίδας αυτής. Θεωρούν λοιπόν οι εκπρόσωποι της ψυχαναλυτικής θεωρίας πως τα ερεθίσματα που δεχόμαστε από τα αισθητήρια όργανα προκαλούν ανάλογες συμπεριφορές.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ

1.Εισαγωγικά

Παρακάτω αναλύονται κάποιες από τις σημαντικότερες απόψεις που εδραιώθηκαν από τα μέσα του 4ου αιώνα έως και σήμερα.

Πρώτος ο Δημόκριτος (460-370 π.Χ.), ερεύνησε την ιδέα των όλο και πιο μικρών τμημάτων της ύλης, ώσπου έφθασε σ’ αυτό που επρόκειτο να αποτελέσει μια από τις πιο σημαντικές ιδέες της σύγχρονης εποχής: την έννοια του ατόμου. Ο Δημόκριτος διακήρυξε πως ότι υπάρχει είναι τα άτομα, τα οποία κινούνται στο κενό. Κάτω από το πρίσμα της θεωρίας, των ατόμων, ο Δημόκριτος ερμηνεύει τις αισθήσεις που έχουμε. Ό,τι νιώθουμε δηλαδή, οφείλεται στις κινήσεις των ατόμων μέσα στο κενό χώρο γύρω μας. Π.χ. βλέπω το φεγγάρι, επειδή τα άτομα του φεγγαριού συναντούν το μάτι μου.

Ο Πρωταγόρας (500 π. Χ.) ασχολήθηκε με την έννοια των αισθήσεων. Ο άνθρωπος, πιστεύει, είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων και όταν όλοι οι άνθρωποι διαφέρουν, δεν υπάρχει αντικειμενική αλήθεια δυνάμει της οποίας ο ένας έχει δίκαιο και ο άλλος άδικο. Το σκεπτικιστικό αυτό δόγμα βασίζεται στην απατηλότητα των αισθήσεων, σημείο στο οποίο επικεντρώθηκε ειδικότερα ο Λόκ στον οποίο γίνεται αναφορά αργότερα.

Ο Πλάτωνας υπήρξε αντίθετος με τις απόψεις του Πρωταγόρα. Ο Πλάτωνας δε δέχεται ότι η αίσθηση είναι γνωστή. Το Γίγνεσθαι κατά τον Πρωταγόρα δεν είναι πάντοτε το ίδιο αλλά είναι πάντοτε διαφορετικό στην αίσθηση του καθενός. «Η αλήθεια, το Είναι και η γνώση ταυτίζονται με το αισθάνεσθαι και το φαίνεσθαι. Εάν είναι να υψώσουμε το αισθάνεσθαι σε κριτήριο για το Είναι και το μη Είναι, τότε γιατί να δεχθούμε ότι ο άνθρωπος είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων και όχι ο χοίρος ή ο πίθηκος αφού και αυτά έχουν αισθήσεις». (Ρόμπερτ Σόλομον- Κάθλιν Χίγκινς, Μια σύντομη ιστορία της Φιλοσοφίας σελ. 78, 1999)

Ο Πλάτωνας πιστεύει πως η υψίστη πραγματικότητα βρίσκεται στη λογική σε αντίθεση με τον Αριστοτέλη (384 π. Χ.) όπου η υψίστη πραγματικότητα βρίσκεται σ΄ αυτό που αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας. Έτσι, όλα όσα βλέπουμε στη φύση, ο Πλάτωνας τα θεωρεί αντανακλάσεις άλλων πραγμάτων που υπάρχουν στον κόσμο των ιδεών και στην ψυχή των ανθρώπων.

Η φιλοσοφία έως τον 17ο αιώνα χαρακτηρίσθηκε από την ορθολογιστική σκέψη. Σύμφωνα με τον Young Z. John (1987), ο ορθολογισμός πρέσβευε πως το λογικό είναι η πηγή κάθε γνώσης. Επίσης, πίστευε ότι ο άνθρωπος από την γέννηση του έχει ορισμένες ιδέες που ενυπάρχουν μέσα του, ανεξάρτητα από τις εμπειρίες. Αντιπρόσωποι αυτής της ορθολογιστικής τάσης ήταν ο Γάλλος Ντεκάρτ, ο Ολλανδός Σπινόζα, Ο Γερμανός Λάιμπντς και παλιότερα ο Πλάτωνας και ο Σωκράτης.

Τον 18ο αιώνα όμως τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν και ο ορθολογισμός αντιμετώπισε έντονη κριτική. Όλο και περισσότεροι φιλόσοφοι υποστήριζαν ότι η συνείδηση μας είναι άγραφο χαρτί και παραμένει έτσι, μέχρι να αποκτήσουμε τις πρώτες μας εμπειρίες. Η φιλοσοφική αυτή τάση ονομάστηκε εμπειρισμός και κύριοι εκπρόσωποι της υπήρξαν, ο Λοκ, ο Χιουμ και ο Μπέρκλεϊ.

Όπως υποστηρίζει ο Υoung Z. John (1987), ο εμπειριστής πιστεύει ότι όλες οι γνώσεις του ανθρώπου πηγάζουν από τις εμπειρίες του. Από τους πρώτους εμπειριστές υπήρξε ο εγγλέζος Locke John ( 1632-1704). Στο βιβλίο του Δοκίμιο περί της ανθρώπινης νοήσεως (1690) ο Locke προσπαθεί να δώσει απάντηση σε δυο ερωτήματα. Πρώτον «από πού αντλούν οι άνθρωποι τις ιδέες και τις σκέψεις τους, και δεύτερον, αν μπορούμε να εμπιστευτούμε όσα μας λένε οι αισθήσεις μας».(Gaarder Jostein, Ο κόσμος της Σοφίας σελ 313,1994)

Σύμφωνα με τον Young Z. John (1987), ο Locke υποστήριζε
πως όλες μας οι σκέψεις και οι ιδέες είναι αντανακλάσεις πραγμάτων που αντιληφθήκαμε με τις αισθήσεις μας, πριν τις γνωρίσουμε δηλαδή με τις εμπειρίες μας. Πριν οι εμπειρίες μας αρχίσουν να μας τροφοδοτούν με σκέψεις και ιδέες η συνείδηση μας μοιάζει με ‘tabula rasa’, άγραφο πίνακα.

Η συνείδηση μας, ωστόσο, δεν δέχεται παθητικά μέσα της αυτές τις εξωτερικές εντυπώσεις. Το μυαλό μας επεξεργάζεται αυτές τις απλές εμπειρικές ιδέες με την σκέψη, την αμφιβολία, την πίστη και το συλλογισμό. Επιπρόσθετα με τις αισθήσεις μας προσλαμβάνουμε αποκλειστικά και μόνο απλές εντυπώσεις.

Για παράδειγμα ας πούμε ότι τρώμε ένα μήλο. Αντιλαμβανόμαστε το μήλο με μια και μόνο απλή εντύπωση. Στην πραγματικότητα όμως έχουμε μια ολόκληρη σειρά από απλές εντυπώσεις, βλέπουμε πως είναι πράσινο, μυρίζουμε την φρεσκάδα του, γευόμαστε στη γλώσσα μας πως είναι ζουμερό και ξινό. Και αφού φάμε πολλά μήλα, τότε μόνο μπορούμε να σκεφτούμε: τώρα τρώω ένα μήλο. Ή με τα λόγια του Locke «τώρα πια έχουμε σχηματίσει μια σύνθετη αντίληψη του μήλου». ( Gaarder Jostein, Ο κόσμος της Σοφίας, σελ 315, 1994 )

Ένα δεύτερο ερώτημα που διερευνά ο Locke αναφέρεται στο αν ο κόσμος είναι πράγματι, έτσι όπως το αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις μας. Έτσι κατά τον Locke σύμφωνα με τους Ρόμπερ Σόλομον – Καθλιν Χίγκινς (1999), προκύπτει κατηγοριοποίηση των αισθήσεων σε πρωτογενείς και δευτερογενείς. Με τον όρο πρωτογενείς εννοεί την Έκταση , το Βάρος , την Μορφή , την Κίνηση και τον Αριθμό των πραγμάτων. Όταν πρόκειται για αυτές τις ιδιότητες μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι η εικόνα που μας δίνουν οι αισθήσεις μας είναι σωστή και ακριβής.

Αντιλαμβανόμαστε όμως σύμφωνα πάντα με τους Ρόμπερτ Σόλομον- Κάθλιν Χίγκινς (1999) και άλλες ιδιότητες των πραγμάτων. Λέμε ότι είναι γλυκά ή ξινά, πράσινα ή κόκκινα, ζεστά ή κρύα. Αυτές οι ιδιότητες χαρακτηρίζονται ως δευτερογενείς αισθητηριακές ποιότητες. Οι εντυπώσεις αυτές όπως το χρώμα, η οσμή, η γεύση ή ο ήχος, δεν ανταποκρίνονται σε ιδιότητες που τα πράγματα κλείνουν μέσα τους από μόνα τους. Ανταποκρίνονται στην επίδραση που τα πράγματα αυτά έχουν πάνω στις αισθήσεις μας. Π.χ. ένα στρογγυλό πορτοκάλι δεν μπορούμε να το δούμε τετράγωνο μπορούμε όμως να το γευτούμε γλυκό ή ξινό.

Ο John Locke λοιπόν θεωρούσε πραγματικό τον φυσικό κόσμο όπως εξάλλου και ο Ντεκάρτ και ο Σπινόζα. Αυτό ακριβώς ήρθε να αμφισβητήσει ο Ιρλανδός επίσκοπος Τζόρτζ Μπέρκλεϊ (1685-1753). Υποστήριξε πως το μόνο που υπάρχει είναι αυτό που νιώθουμε. Θεωρούσε επίσης σύμφωνα με τον Young Z. John (1987) ότι όλες οι ιδέες μας έχουν μια αιτία έξω από την συνείδηση μας, αλλά πίστευε ότι αυτή η αιτία δεν είναι υλική. Κατά την γνώμη του είναι πνευματική και βρίσκει λύσεις μέσα από το πρόσωπο του Θεού. Σύμφωνα με τη χριστιανική διδασκαλία, εκτός από τη γνώση της αντικειμενικής πραγματικότητας που γίνεται μέσω των αισθήσεων, υπάρχει και η υπέρτατη γνώση της αποκαλύψεως του Θεού, η οποία γίνεται γνωστή στο άτομο μέσα από τη μελέτη των γραφών και από την πνευματική του ζωή.

2. Η τυφλότητα από την Αρχαιότητα ως τους νεώτερους χρόνους

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO, 2002, Fact Sheet N 148/1997) παρουσιάζει τα ακόλουθα ιστορικά στοιχεία σχετικά με την τυφλότητα:

Η ιατρική φροντίδα των ματιών αποτελούσε ξεχωριστή ιατρική ειδικότητα παλαιότερα από 5.000 χρόνια, όπως αποκαλύπτουν οι αρχαίοι πολιτισμοί της Μεσοποταμίας. Ο Κώδικας του Χαμουραμπί, ανάμεσα σε νόμους των Σουμερίων του 3.000 π.Χ., αναφέρει τους περιορισμούς στις αμοιβές των χειρουργών για τις επιτυχείς εγχειρήσεις, ενώ προβλέπει βαριά τιμωρία του ιατρού, στην περίπτωση αποτυχίας της εγχείρησης (κόψιμο χεριών).

Σε πάπυρο που ανακαλύφθηκε στην αρχαία Αίγυπτο, αναφέρονται 20 ασθένειες των ματιών. Ο Ηρόδοτος επισκέφτηκε την Αίγυπτο τον 5ο αι. π.Χ. και ήρθε σε επαφή με τους ειδικούς οφθαλμολόγους.

Στις αρχέγονες κοινωνίες, πιστεύεται ότι τα παιδιά που γεννιόνταν τυφλά, θανατώνονταν. Συχνά, πιστευόταν ότι η τυφλότητα αποτελούσε θεϊκή τιμωρία. Σε άλλες περιπτώσεις, από την άλλη πλευρά, η ιδιοφυΐα προσφερόταν στο άτομο ως αντιστάθμισμα της αναπηρίας στην αίσθηση της όρασης, όπως στην περίπτωση του Ομήρου. Σε γενικές γραμμές πάντως, ένας τυφλός κατέληγε συνήθως να ζει ως επαίτης, ενώ συχνά οι ίδιοι οι φτωχοί γονείς τύφλωναν τα παιδιά τους, ώστε να προκαλούν ευκολότερα τον οίκτο. Πάντως, η πόλη-κράτος της αρχαίας Σπάρτης, με τη νομοθεσία της για τους αναπήρους που θα έπρεπε να χαθούν στον Καιάδα, φαίνεται ότι επηρέασε δυστυχώς σε μεγάλο βαθμό ακόμη και τις νεώτερες κοινωνίες.

Υπάρχουν και μελετητές οι οποίοι υποστηρίζουν ότι η Κοινωνία στην αρχαία Σπάρτη δεν ήταν τόσο απορριπτική για τα άτομα με αναπηρία γι’ αυτό και δέχθηκαν ως βασιλιά τους τον Αγησίλαο τον Β΄ ο οποίος ήταν χωλός.

Πολύ αργότερα, ήρθε η εποχή των Ασύλων για τους τυφλούς. Ένα από τα πρώτα άσυλα, ειδικά προορισμένα για τους τυφλούς, λέγεται ότι ιδρύθηκε τον 4ο αι. μ.Χ. στην Καισαρεία της Καππαδοκίας. Ίδρυμα τυφλών ιδρύεται και στη Γαλλία τον 7ο αι. μ.Χ., ενώ πολλά ανάλογα ιδρύματα λέγεται ότι ιδρύθηκαν και από τον Γουίλιαμ τον Κατακτητή, τον Νορμανδό βασιλιά που εισέβαλε στην Αγγλία το 1066. Κατά τις Σταυροφορίες, ηττημένοι Σταυροφόροι συχνά τιμωρούνταν με τύφλωση. Το 1260, το ίδρυμα τυφλών του Παρισιού τίθεται υπό την προστασία του βασιλικού θρόνου. Άσυλο για τυφλούς έχει ιδρυθεί και στο Μέμμινγκεν της Σουηδίας από το 1178.

Η ιστορία της τυφλότητας είναι συνυφασμένη με την ύπαρξη τον ανθρώπου καθώς, κοιτάζοντας το παρελθόν, οι ειδικοί διαπιστώνουν ίχνη πρωτόγονων χειρουργικών επεμβάσεων στα κρανία των προϊστορικών ανθρώπων.

Στους λαούς της Μεσοποταμίας ήταν γνωστές διάφορες οφθαλμικές Θεραπείες, όπως μας πληροφορούν αρχαίοι αιγυπτιακοί πάπυροι και ο κώδικας του Χαμουραμπί ( Τσίρου, 1988).

Οι αρχαίοι Έλληνες, οι οποίοι είχαν θεοποιήσει το φως και την όραση, αποδίδοντας την ίδια αξία και στις δύο έννοιες με το ρητό «τό ζῆν ἰσότιμον τοῦ ὁρᾶν», ασχολήθηκαν με τη μελέτη της οπτικής λειτουργίας, το φως, την όραση και τα ιδιαίτερα χρώματα. Κατά το Ησίοδο σι θεοί εκδικούνταν τους ανθρώπους που ήταν επίορκοι, στέλνοντάς τους συμφορές, έτσι αιτιολογούσαν κάθε είδος αναπηρίας όπως και την τύφλωση. Στην Ελληνική Μυθολογία, ο Κρόνος, ο Ήλιος, ο Απόλλωνας και ο Ποσειδώνας τιμωρούσαν με τύφλωση τους θνητούς που προσέβαλλαν τη Θεότητά τους. Η Θεά Άρτεμη καθώς και ο Ασκληπιός είχαν τη δύναμη να θεραπεύουν την τυφλότητα.

Στην Αρχαία Ελλάδα, ο Πλάτωνας στο διάλογο του «Δημοκρατία» αναφέρει ως κύρια αίτια τύφλωσης την οφθαλμία και ο Ξενοφώντας στο έργο του Κύρου ανάβασις  ως αίτια τα πολεμικά τραύματα (Decoppet). O Ευριπίδης επισημαίνει τον κίνδυνο της τυφλότητας σε προχωρημένη ηλικία και στην τραγωδία του Εκάβη περιγράφει την τύφλωση του Πολυμήστορα, ενώ ο Σοφοκλής στον Οιδίποδα Τύραννο περιγράφει την τραγωδία τον ήρωα και την ηθική τελμάτωση από τα αμαρτήματά του.

Στην χριστιανική εποχή, διαπιστώνουμε ότι η διδασκαλία του Χριστού συντελεί στην αποδοχή και αγάπη προς τα άτομα με ειδικές ανάγκες. Η διδασκαλία του Χριστού έχει ως αποτέλεσμα να αλλάξουν οι πεποιθήσεις και οι στάσεις  προς τα άτομα με αναπηρία. Στη γνωστή Ευαγγελική περικοπή κατά Ιωάννη κεφάλαιο Θ΄ οι μαθητές ρώτησαν το Χριστό. «Κύριε ποιος φταίει που αυτός ο άνθρωπος είναι τυφλός; Ο ίδιος ή η οικογένειά του;» Ο Χριστός απάντησε ότι δε φταίει ούτε ο ίδιος ούτε οι γονείς του. Η φράση αυτή του Ιησού σηματοδοτεί την αλλαγή των στάσεων και αντιλήψεων των ανθρώπων οι οποίοι εγκολπούνται τη διδασκαλία του Χριστιανισμού. Οι χριστιανοί δεν αντιμετωπίζουν τα άτομα με προβλήματα όρασης ως μιάσματα, όπως σε άλλες εποχές, αλλά ως πρόσωπα τα οποία μέσω των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν εξ αιτίας της αναπηρίας τους μπορούν να φτάσουν ίσως ευκολότερα από το καθ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωση μέσω της πνευματικής ζωής.

Κατά τη διάρκεια τον Μεσαίωνα κατ την Αναγέννησης η στάση των ανθρώπων υπήρξε απορριπτική και αντιανθρώπινη. Τα τυφλά άτομα αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην επιβίωση και οδηγούνται στην εξαθλίωση (Κεφάκης, 1987)

Οι πρώτες ανεπαρκείς μαρτυρίες για την πρόνοια των τυφλών αναφέρονται στο βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο, ο οποίος ίδρυσε τν 1530 στο Παρίσι ίδρυμα για την περίθαλψη των τραυματιών που είχαν πάρει μέρος στις σταυροφορίες και είχαν τυφλωθεί στις μάχες.

Επίσης στα χρόνια ταυ Βυζαντίου, τον 11° αιώνα περίπου, όπως προκύπτει γίνεται χρήση ειδικής μεθόδου για τη διδασκαλία των τυφλών, χωρίς να έχουμε περισσότερες πληροφορίες σε ό,τι αφορά τη μέθοδο αυτή.

Η πρώτη συστηματικής προσπάθεια για την εκπαίδευση των τυφλών, με τεκμηρίωση, αποδίδεται στο Βενεδικτίνο μοναχό Petro Ponse De Leon (1510¬1584). Το 1600 ο Φραγκίσκος Λούκας καλλιέργησε περισσότερο την ιδέα του Leon και στη διάρκεια του 17ου αιώνα, η εκπαίδευση του τυφλού συστηματοποιείται περισσότερο και επινοούνται οι μέθοδοι διδασκαλίας τις οποίες τελειοποίησαν αργότερα οι νεότεροι και κατέληξαν στον Braille (Χρηστάκης, 1995). Το 1785 ιδρύθηκε στο Παρίσι το πρώτο Ειδικό σχολείο τυφλών από τον Valentin Hony και το 1791 το δεύτερο σχολείο τυφλών, στο Λίβερπουλ της Αγγλίας από τον Henry Pannett. Το 1829, ιδρύθηκε στις H.Π.A. το Ινστιτούτο Perkins, το οποίο ήταν γνωστό αρχικά με την επωνυμία «Άσυλο Νέας Αγγλίας για τυφλούς». Σήμερα είναι γνωστό με την επωνυμία «Ινστιτούτο Perkins» από το όνομα του ιδρυτού του ή «Σχολείο Τυφλών Μασαχουσέτης». (Πολυδώρου Μπενάκη, 1991).

Το 1871 ο Samuel Howe υποστήριξε την ενσωμάτωση των τυφλών στα κοινά σχολεία και το 1910 ιδρύθηκε η πρώτη ειδική τάξη για τυφλά παιδιά στο Σικάγο. Έτσι μπορούμε αναλογιζόμενοι το παρελθόν και την ιστορία να «απεγκλωβίσουμε» ανάμεσα στην πληθώρα περιπτώσεων τυφλών, που έγιναν φωτεινά σύμβολα θριάμβου του ανθρώπινου πνεύματος, ανθρώπους που ξεχώρισαν για τις πνευματικές τους ικανότητες.

Έτσι στη μυθολογία ο Όμηρος «ὁ μή ὁρῶν» ο μεγάλος ποιητής της Ιλιάδας και της Οδύσσειας ύμνησε τα πάθη και τα κατορθώματα των Ελλήνων πολεμιστών. O μάντης Τειρεσίας γνωστός για τις ικανότητές του να προφητεύει και να «βλέπει» το μέλλον, διατηρούσε τις νοητικές του ικανότητες ακέραιες στον κάτω κόσμο. O Κάλχας, διάσημος τυφλός μάντης (οιωνοσκόπος), πρόλεγε το μέλλον, γεγονότα, γνώριζε το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, συμβούλεψε τη θυσία της Ιφιγένειας. Στην Κολοφώνα της Μ. Ασίας, ο Κάλχας διαγωνίστηκε σε μαντικά αγώνα με το μάντη Μόγο και ηττήθηκε.

Εξάλλου το 19° αιώνα, ο Γάλλος Λουδοβίκος Μπράιγ (1810-1852), που τυφλώθηκε σε ηλικία 2 ετών, καθώς έπαιζε στο μαγαζί του πατέρα του, ανακάλυψε την τυφλική γραφή BRAILLE. Ο νεαρός Μπράιγ τελειοποίησε την εφεύρεση του λοχαγού Μπαρμπιέ.

Το σύστημα του Λουδοβίκου περιελάμβανε 6 κουκίδες τοποθετημένες ανά τρεις από πάνω προς τα κάτω. Οι συνδυασμοί των 6 κουκίδων φτιάχνουν 63 διαφορετικά σημεία αρκετά για κάθε γλώσσα πάνω στη γη. (Πολυδώρου -Μπενάκη 1991). Αφού σχηματιστούν όλα τα γράμματα κάθε αλφάβητου και τα γλωσσικά σύμβολα, οι υπόλοιποι συνδυασμοί χρησιμοποιούνται για τους αριθμούς, τα σημεία στίξης, τις συντομογραφίες, τη μουσική κάθε είδους κλπ. O κώδικας BRAILLE επιτρέπει στους τυφλούς όλου του κόσμου να αποκτήσουν γνώσεις, να αναπτύξουν δεξιότητες επικοινωνίας και να ζουν μια ανεξάρτητη ζωή. Τα βιβλία και περιοδικά που είναι γραμμένα στη γραφή BRAILLE κυκλοφορούν σήμερα σε όλον τον κόσμο κατά χιλιάδες.

Το παράδειγμα της Αμερικανίδας Ε. Κέλερ (1880-1960), η οποία τυφλοκωφάλαλη από ηλικία 8 μηνών, κατάφερε να συγκινήσει την ανθρωπότητα με το απαράμιλλο ψυχικό σθένος της να μορφωθεί και να αναπτύξει κοινωνικό έργο μιλώντας για τη δίψα της στη ζωή και να προσπαθεί με τη συγγραφή έργων και τις διαλέξεις να ευαισθητοποιήσει την κοινή γνώμη, να εμφυσήσει πίστη και κουράγιο στα άτομα με ειδικές ανάγκες. (Κοπίλας , 1969).

Καθώς τα χρόνια περνούν στο διηνεκές του χρόνου είναι δυνατό και στις μέρες μας να απομονώσει κανείς σπουδαίους ανθρώπους που η αναπηρία τους δεν αποτέλεσε ανασταλτικό παράγοντα στην καταξίωση και προσφορά τους στην τέχνη, τα γράμματα και τα κοινωνικοπολιτιστικά δρώμενα.

H ιστορία δείχνει ότι σε όλους τους τομείς και τα επίπεδα άνθρωποι που εμπιστεύτηκαν τις δυνατότητες τους, αποδέχτηκαν το πρόβλημά τους (τύφλωση) και διψούσαν για ζωή, κατάφεραν με επιμονή, υπομονή και πείσμα να διεκδικήσουν δικαιώματα να συμμετάσχουν με επιτυχία στο κοινωνικό γίγνεσθαι.

3. Η τυφλότητα στους νεώτερους χρόνους

Το πρώτο Ειδικό Σχολείο Τυφλών ιδρύθηκε στο Παρίσι το 1784 από τον Valentin Hauy, ο οποίος χρησιμοποίησε πρώτος, και στη συνέχεια οι μαθητές του, την αίσθηση της αφής για τη μόρφωση των τυφλών (Κυπριωτάκης, 1989). Ανάμεσα στα παλαιότερα σχολεία για τυφλούς ήταν κι αυτά του Λίβερπουλ (1791), του Λονδίνου (1799), της Βιέννης (1805) και του Βερολίνου (1806). Τα χρόνια αυτά επομένως, εντοπίζονται και οι πρώτες προσπάθειες των ατόμων με αναπηρία στην αίσθηση της όρασης να συγκροτήσουν τις δυνάμεις τους και να προστατεύσουν τόσο τους ήδη τυφλούς όσο και τους βλέποντες από τυχόν αναπηρία (WHO, 2002, Fact Sheet N 148/1997). Το 1825, ο Γάλλος Luis Braille, τυφλός ο ίδιος, συστηματοποιεί το σύστημα γραφής Braille, σύμφωνα με το οποίο το αλφάβητο αναπαρίσταται με τη μορφή στιγμών που διαβάζονται με τη βοήθεια της αφής. Στις ΗΠΑ, ιδρύεται το πρώτο οικοτροφείο τυφλών το 1829, ενώ το 1887 ιδρύεται στη Βοστώνη το πρώτο νηπιαγωγείο τυφλών από τον Έλληνα Μιχαήλ Ανάγνο.

Οι Turner, Barrett, and Webster (1998) αναφέρονται σε πρόσωπα που με τη δράση τους ενίσχυσαν το κίνημα για τα δικαιώματα των αναπήρων ανθρώπων. Η Helen Keller, τυφλoκωφή Αμερικανίδα, διακρίνεται ανάμεσα σε αυτά με τον αγώνα της για τα δικαιώματα των α.μ.π.ο.. Η δράση της στις αρχές του 20ου αι., συντέλεσε στην καταπολέμηση πολλών στερεοτύπων σχετικά με τα α.μ.π.ο. και ενίσχυσε την ευαισθητοποίηση του κόσμου απέναντι σε αυτή την αναπηρία. Το έργο της ενέπνευσε επιπλέον ανθρώπους με διαφορετικές αναπηρίες και τους παρακίνησε να ενεργοποιηθούν στον αγώνα για τα δικαιώματά τους.

Το 1873 πραγματοποιείται στη Βιέννη το Α΄ Διεθνές Συνέδριο Τυφλών, ενώ μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα συνέδρια αυτά πληθαίνουν. Ο 19ος αι., άλλωστε, έδωσε έμφαση στη μόρφωση των τυφλών και στη συστηματική οργάνωση των βαθμίδων εκπαίδευσης, των σχολείων και της εκπαίδευσης των Εκπαιδευτικών των α.μ.π.ο. (Κυπριωτάκης, 1989).

Ο Κουρουμπλής (1994) τονίζει ότι η γένεση και η διαιώνιση προκαταλήψεων και στερεοτύπων αφορά κατά κύριο λόγο σε μηχανισμούς κοινωνικούς, πολιτικούς και οικονομικούς, οι οποίοι έχουν τη δύναμη να συντηρούν ή να καταργούν κοινωνικές συμπεριφορές. Εξετάζοντας ιστορικά τις νομοθετικές και θεσμικές παρεμβάσεις, οι οποίες αφήνουν πάντα να διαφανεί το κοινωνικό κλίμα απέναντι σε ένα οποιοδήποτε ζήτημα και μάλιστα κοινωνικών στάσεων, διακρίνει δύο περιόδους. Η πρώτη περίοδος αφορά στα έτη 1951-1981, ενώ η δεύτερη, στα έτη από το 1981 έως περίπου τις μέρες μας. Κατά τη διάρκεια της περιόδου 1951-1974, όπου η Ελλάδα ζει στο κλίμα του εμφύλιου πολέμου και των συνεπειών του καθώς και υπό καθεστώς εξάρτησης από το διεθνές περιβάλλον, είναι αναμενόμενο το Κοινωνικό Κράτος να αδρανεί. Οι αρχές ανάπτυξης του Κοινωνικού Κράτους εντοπίζονται στην πολιτειακή μεταβολή του 1974. Από το χρονικό αυτό σημείο, υφίσταται ουσιαστικά η δυνατότητα διεκδίκησης δικαιωμάτων για τα Α.μ.ε.Α., με σκοπό την εξίσωσή τους με τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας.

Ο πρώτος νόμος που ψηφίζεται είναι ο 1904/51, ο οποίος αφορά στην εκπαίδευση των τυφλών και στην επιδοματική πολιτική. Ο νόμος αυτός όμως, δεν υποχρέωνε την πολιτεία σε ανάληψη ευθυνών, με αποτέλεσμα η τύχη των Α.μ.ε.Α. να εξαρτάται από τη φιλανθρωπία. Τον ίδιο χρόνο, παρέχεται η δυνατότητα στους τυφλούς να φοιτούν σε κοινά Γυμνάσια και Λύκεια. Το αρνητικό σημείο στη ρύθμιση αυτή είναι ότι δεν υπάρχει η κατάλληλη υλική υποδομή (βιβλιοθήκη και γραφομηχανές Braille, κλπ.). Ο Ν. 2765/54 (περί διευκολύνσεων διά την πώλησιν των προϊόντων των εργαζομένων τυφλών) αποτελεί το πρώτο νομοθέτημα στο πλαίσιο της προσπάθειας λήψης μέτρων για την επαγγελματική εκπαίδευση και αποκατάσταση των τυφλών. Ο Ν. 963/79 (περί επαγγελματικής αποκατάστασης αναπήρων και εν γένει ατόμων μειωμένων ικανοτήτων, όπως συμπληρώθηκε αργότερα με το άρθρο 4 του Ν. 1000/79) αποτελεί το σπουδαιότερο νομοθέτημα προς αυτήν την κατεύθυνση. Το 1979, καταργείται η υποχρέωση των τυφλών, καθώς και άλλων κατηγοριών Α.μ.ε.Α., να εισάγονται στα Πανεπιστήμια με εξετάσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει όμως ότι μετά την εισαγωγή τους σε αυτά, θα τους παρεχόταν η δυνατότητα να συναγωνιστούν τους συμφοιτητές τους. Το 1977 (Νόμος 612/77) παρέχεται στους εργαζόμενους τυφλούς πλήρης σύνταξη γήρατος στα 15 χρόνια. Ωστόσο, ακόμη ισχύουν ουσιαστικά ρυθμίσεις που συνδέουν την αρτιμέλεια με την παραγωγικότητα, με αποτέλεσμα να αποκλείονται άτομα με αναπηρίες από διορισμό στο δημόσιο.

Ο Νόμος 1143/81 αναγνωρίζει το δικαίωμα των Α.μ.ε.Α. στην εκπαίδευση, φανερώνοντας όμως τις αντιλήψεις της εποχής μέσα από την ορολογία που χρησιμοποιείται (π.χ. άτομα αποκλίνοντα εκ του φυσιολογικού). Το 1975, στο νέο σύνταγμα της Ελλάδας, γίνεται για πρώτη φορά λόγος για υποχρέωση της πολιτείας να μεριμνά για τα Α.μ.ε.Α.. Όμως, ως το 1981, όλες οι νομοθετικές ρυθμίσεις αφορούν σε απλή εκδήλωση προθέσεων. Μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις, ακόμη και μέσα από την ορολογία που χρησιμοποιείται σε αυτές, ενισχύονται οι αρνητικές στάσεις απέναντι στα άτομα με αναπηρίες.

Τη δεκαετία του 1980, το αναπηρικό κίνημα διεκδικεί μεγαλύτερη συμμετοχή στα κέντρα σχεδιασμού και λήψης αποφάσεων. Μέσα από αυτή τη συμμετοχή, αρχίζει να διαμορφώνεται μια νέα αντίληψη για την αναπηρία και να υποχωρεί η προκατάληψη. Με το Νόμο 1320/82 η πολιτεία υποχρεούται να προσλαμβάνει συγκεκριμένο ποσοστό αναπήρων σε όλους τους διαγωνισμούς. Ωστόσο, η κοινωνία δεν είναι ακόμη έτοιμη να δεχτεί ότι άτομα με αναπηρία μπορούν να συνυπάρξουν στο ίδιο εργασιακό περιβάλλον με μη αναπήρους. Ο Νόμος 1648/86 αναφέρεται και πάλι στο ρόλο της πολιτείας στην επαγγελματική αποκατάσταση των Α.μ.ε.Α. Ο νόμος αυτός βελτιώνεται με τον Ν.2643/98, κατ’ εφαρμογή του οποίου έχουν διοριστεί σε θέσεις του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα περισσότερα από 3000 Α.μ.ε.Α.

Με το Νόμο 1836/88 θεσμοθετούνται τα Προστατευμένα Εργαστήρια, στα οποία εργάζονται Α.μ.ε.Α. που δε δύνανται να συναγωνιστούν τους συναδέλφους τους σε συνθήκες της πραγματικής αγοράς εργασίας. Την ίδια περίοδο αναπτύσσονται πολλά προγράμματα κατάρτισης Α.μ.ε.Α.

Ο Νόμος 1566/85 αναφέρεται στη υποχρέωση της πολιτείας να οργανώσει την Ειδική Αγωγή. Δημιουργούνται, έτσι, πολλά ειδικά σχολεία και ειδικές τάξεις, ενώ παράλληλα καταβάλλεται προσπάθεια οι μαθητές με αναπηρίες να ενταχθούν σε κοινές τάξεις. Ο νόμος βελτιώνεται με το Ν. 2817/2000.

Η ομαλή και δημιουργική συνύπαρξη των Α.μ.ε.Α. με τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας ενισχύεται και μέσα από ρυθμίσεις που αφορούν στην ελεύθερη διακίνηση με μέσα μαζικής μεταφοράς, στην παροχή αδασμολόγητου αυτοκινήτου, την επιδοματική πολιτική, τον ειδικό αθλητισμό, φορολογικές ελαφρύνσεις και τον κοινωνικό τουρισμό. Ύστερα από όλες τις παραπάνω νομοθετικές αλλαγές, η στάση και η ψυχολογία της κοινωνίας, των αναπήρων αλλά και των οικογενειών τους απέναντι στην αναπηρία μεταβάλλεται προς το θετικότερο. Έχει δοθεί πια μια ευκαιρία στα άτομα με αναπηρίες για να ανεξαρτητοποιηθούν με κάποιο τρόπο σε προσωπικό και σε οικονομικό επίπεδο από το περιβάλλον τους, να προσπαθήσουν να ζήσουν στην κοινωνία ως ισότιμα μέλη της και να αισθανθούν δημιουργικά και παραγωγικά όντα μέσα σε αυτήν.

Ο Στασινός (1991) αναφέρει τα παρακάτω ιστορικά στοιχεία, ειδικά για τους τυφλούς. Το 1906 ιδρύεται στην Καλλιθέα ο Οίκος Τυφλών, με σκοπό την εκπαίδευση και προστασία των τυφλών παιδιών, μέχρι την ενηλικίωσή τους. Η Εκπαιδευτικός Ειρήνη Λασκαρίδου ενημερώνεται στην Ευρώπη για την εκπαίδευση των τυφλών και δημιουργεί το ελληνικό αλφάβητο τυφλών, με πρότυπο το γαλλικό Braille. Το 1925 εγκαινιάζεται η Νικοπούλειος Επαγγελματική Σχολή στην Καλλιθέα. Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αφού είχε ενισχυθεί η ιδέα της φροντίδας των τυφλών και αφού παρουσιάστηκε επιπλέον η ανάγκη για περίθαλψη των ατόμων που τυφλώθηκαν κατά την εμπόλεμη περίοδο, ιδρύονται ο Φάρος Τυφλών, ο Σύλλογος Τυφλών στην Πάτρα και ο Σύλλογος Τυφλών Β. Ελλάδος στη Θεσσαλονίκη. Την ίδια εποχή, αρχίζει να ωριμάζει και η ιδέα της σωστής επαγγελματικής προετοιμασίας των τυφλών, εφόσον έχουν κι αυτοί την ικανότητα να προσφέρουν στο κοινωνικό σύνολο. Η Αγροτική και Τεχνική Σχολή Τυφλών, η οποία ιδρύεται το 1949, στοχεύει στην επαγγελματική προετοιμασία των τυφλών ώστε αυτοί να αποκατασταθούν σε θέσεις του αγροτικού και βιομηχανικού τομέα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 ιδρύονται οι ειδικές σχολές τυφλών στην Πάτρα και στο Ηράκλειο Κρήτης, οι οποίες περιλαμβάνουν σχολεία γενικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης. Το 1979, ο Οίκος Τυφλών μετονομάζεται σε Κέντρο Εκπαίδευσης και Αποκατάστασης Τυφλών (ΚΕΑΤ) και στη συνέχεια παρέχει δωρεάν τη βοήθεια και τη συμβουλευτική του υπηρεσία στα παιδιά με προβλήματα όρασης. Στο χώρο του ΚΕΑΤ, λειτουργεί το Δημοτικό Σχολείο του ΥΠΕΠΘ.

Ο Πανελλήνιος Σύλλογος Τυφλών ιδρύεται το 1932, με στόχο την ηθική και υλική ενίσχυση των τυφλών, καθώς και την προώθηση των δικαιωμάτων τους για επαγγελματική και κοινωνική αποκατάσταση. Ένα χρόνο αργότερα, ο Σύλλογος Φίλων Τυφλών θέτει ως σκοπό του την επαγγελματική αποκατάσταση των τυφλών κοριτσιών.

Στην Ελλάδα (Leotsakos, 2001), οι πρώτες προσπάθειες για Επαγγελματική Αποκατάσταση ξεκίνησαν μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο από μία μικρή εταιρεία, η οποία παρήγαγε παντόφλες. Στην εταιρεία, η οποία παρέμεινε ενεργή για 10 χρόνια, εργάζονταν 25 τυφλοί άνθρωποι. Το 1950, ακολουθεί μια δεύτερη προσπάθεια προστατευόμενης εργασίας σε εταιρεία, όπου απασχολούνται 20 άτομα με προβλήματα όρασης και παράγουν σκούπες. Την ίδια χρονιά, ιδρύεται η πρώτη Αγροτική Σχολή για τυφλούς, με δύο εργαστήρια, αναπαραγωγής πουλερικών και πλεκτικής. To 1946, ιδρύεται ο Φάρος Τυφλών, Ίδρυμα ιδιωτικής πρωτοβουλίας, το οποίο εποπτεύεται και χρηματοδοτείται εν μέρει από το Υπουργείο Υγείας. Το 1951, ο Φάρος Τυφλών λειτούργησε Προστατευόμενα Εργαστήρια, στα οποία απασχολούνταν 55 τυφλά άτομα. Το 1957, λειτούργησε στο Φάρο και εργαστήρι παραγωγής βουρτσών. Από το 1983, λειτούργησε επιτυχώς και ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα Μηχανολογίας και Ηλεκτρολογίας. Από το 1997, ο Φάρος Τυφλών πιστοποιείται ως Εξειδικευμένο Κέντρο Επαγγελματικής Κατάρτισης Τυφλών και Μερικώς Βλεπόντων Ατόμων.

Επίσης, για την Επαγγελματική Αποκατάσταση των ατόμων με προβλήματα όρασης λειτουργούν η Τηλεφωνική Σχολή του ΚΕΑΤ από το 1987, καθώς και η αντίστοιχη στον ΗΛΙΟ Θεσσαλονίκης, οι οποίες είναι αναγνωρισμένες δημόσιες σχολές. Το 1993 ιδρύεται το Ελληνικό Κέντρο Κινητικότητας και Προσανατολισμού (ΚΕΚΙΠΡΟ), το οποίο στοχεύει στη σωστή εκπαίδευση των α.μ.π.ο. για την πλήρη ένταξή τους στο κοινωνικό σύνολο. Το 1995 ιδρύεται η «ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΊΑ», μονάδα εκπαίδευσης α.μ.π.ο. και πρόσθετες ειδικές ανάγκες.

O Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO, 2002, Fact Sheet N 148/1997), στο 3ο Διεθνές Συνέδριο το 1950, προτείνει νέες μεθόδους αντιμετώπισης για τη βασική αιτία που προκαλεί τυφλότητα, το τράχωμα, προσπάθειες όμως που βρίσκονται ακόμη στο επίπεδο της καμπάνιας και που δεν αποφέρουν ακόμη τους αναμενόμενους καρπούς. Τη δεκαετία του 1960, γίνεται αντιληπτό ότι υπάρχουν κι άλλες αιτίες που οδηγούν αναπόφευκτα στην τυφλότητα, όπως ο καταρράκτης και το γλαύκωμα. Το 1972 συστήθηκε επιστημονική ομάδα με σκοπό την πρόληψη και την αντιμετώπιση της αναπηρίας στην αίσθηση της όρασης και η οποία έθεσε τις βάσεις για τους περισσότερους από τους ορισμούς σχετικά με την τυφλότητα, που είναι επιστημονικά αποδεκτοί στην εποχή μας.

Το 1975, ιδρύεται η Διεθνής Εταιρεία για την Πρόληψη της Τυφλότητας, μη κυβερνητικός οργανισμός, με σκοπό τη διεθνή κινητοποίηση για την πρόληψη και τη θεραπεία της τυφλότητας. Το ίδιο έτος, στο 28οΔιεθνές Συνέδριο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, ενθαρρύνεται η ανάπτυξη εθνικών προγραμμάτων για την πρόληψη και θεραπεία της τυφλότητας, με εστίαση κυρίως στους τρόπους αντιμετώπισης των αιτίων που την προκαλούν (Τράχωμα, Ξηροφθαλμία, Ογκοκέρκωση, Καταρράκτης, Γλαύκωμα). Το 1978 δημιουργείται το Πρόγραμμα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για την Πρόληψη της Τυφλότητας (PBL), το οποίο στη συνέχεια υποστήριξε τα εθνικά προγράμματα των κρατών για το σκοπό αυτό.

H European Blind Union (EBU), μη κυβερνητικός και μη κερδοσκοπικός οργανισμός, ο οποίος ιδρύθηκε το 1984 και εδρεύει στο Παρίσι, αποτελεί το μοναδικό οργανισμό που εκπροσωπεί τα α.μ.π.ο. της Ευρώπης και μάχεται για τα δικαιώματά τους. Τα μέλη της EBU ανέρχονται στα 44 κράτη. H World Blind Union (WBU), μη κυβερνητικός και μη κερδοσκοπικός οργανισμός, αποτελεί το μοναδικό οργανισμό που εκπροσωπεί τα α.μ.π.ο. όλου του κόσμου. Εκπροσωπεί 180 εκατομμύρια α.μ.π.ο. από 158 χώρες. Η WBU μάχεται σήμερα κατά των προκαταλήψεων και των διακρίσεων απέναντι στα α.μ.π.ο. και υπέρ της ίσης συμμετοχής των τελευταίων στην κοινωνία.

Στην προσπάθεια για πρόληψη της τύφλωσης συμμετέχουν και τα ίδια τα άτομα με προβλήματα όρασης παγκοσμίως και στη χώρα μας.

Στην Ελλάδα εδώ και 17 χρόνια υπάρχει η Πανελλήνια ΄Ενωση Αμφιβληστροειδοπαθών μέλη της οποίας είναι άτομα με κληρονομικές παθήσεις  του αμφιβληστροειδούς. Οι προσπάθειες για θεραπείας των παθήσεων αυτών που αναπτύσσονται παγκοσμίως με τεχνικές όπως: 1) Μικροτσίπ 2) Βλαστοκύτταρα & 3) γονιδιακή θεραπεία θέτουν στους επιστήμονες  αλλά και στα ίδια τα άτομα που αποτελούν στόχους των ερευνών αυτών θέματα βιοηθικής. Ιδιαίτερα αν τα άτομα αυτά είναι Χριστιανοί. Για παράδειγμα η ταυτοποίηση των γονιδίων των παθήσεων αυτών θέτει στους γονείς το δίλημμα της έκτρωσης του εμβρύου  στην περίπτωση που αυτό αντιμετωπίζει κληρονομική πάθηση του αμφιβληστροειδούς, αν όμως ολοκληρωθεί με επιτυχία η γονιδιακή θεραπεία που άρχισε στις Η.Π.Α. και την Αγγλία από το 2007 τότε το δίλημμα αυτό στους γονείς δε θα υφίσταται.  Χρήσιμο θα είναι να αναπτυχθεί διάλογος από τους εμπλεκόμενους για θέματα βιοηθικής.

Στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα ιδρύονται: 1) Ο Οίκος τυφλών στην Καλλιθέα, 2) Η Λασκαρίδειος  Στέγη στο Μαρούσι. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο ιδρύονται ο Φάρος Τυφλών της Ελλάδος, στη Καλλιθέα και η Σχολή Τυφλών «Ο Ήλιος» στη Θεσσαλονίκη.

Τον 20ο αιώνα οι τυφλοί στη χώρα μας είτε σε ατομικό είτε σε συλλογικό επίπεδο έχουν να παρουσιάσουν πολλά επιτεύγματα, στην Εκπαίδευση, στην επαγγελματική τους σταδιοδρομία, την πολιτική, την οικογενειακή τους ζωή και την κοινωνική τους ενσωμάτωση. Μέσα από την συλλογική τους δράση πέτυχαν σημαντικές βελτιώσεις στο Νομικό πλαίσιο και σε παροχές από την Πολιτεία. Η θρησκευτική ζωή των ατόμων με προβλήματα όρασης καθορίζεται: α) από την πνευματική τους ζωή και , β) Από την κοινωνική τους ένταξη και ενσωμάτωση στην ενορία τους.

Κατά καιρούς από άτομα με προβλήματα όρασης και μελετητές θεμάτων ατόμων με αναπηρία έχει αναπτυχθεί προβληματισμός ως προς την αντιμετώπισή τους από Χριστιανούς Ορθόδοξους. Ο προβληματισμός αυτός εστιάζεται στην άρνηση των ατόμων με αναπηρία γενικότερα και προβλήματα όρασης ειδικότερα του οίκτου των συνανθρώπων τους. Αν κάποτε συμβαίνει αυτό δεν οφείλεται στην διδασκαλία του Ευαγγελίου και της Πατερικής Παράδοσης η οποία αναφέρεται στον άνθρωπο ως πρόσωπο ισότιμο στην θρησκευτική ζωή της Εκκλησίας, αλλά σε ιδιαιτερότητες των συνανθρώπων μας οι οποίοι αντιμετωπίζουν τους αναπήρους με οίκτο.

Συμπερασματικά άτομα με προβλήματα όρασης τα οποία επιθυμούν να συμμετέχουν στην θρησκευτική ζωή της Εκκλησίας μας μπορούν να το πετύχουν μέσα από την επικοινωνία με τον Πνευματικό τους και τους συνανθρώπους τους στην Ενορία. Οι βελτιώσεις στην προσβασιμότητα των ατόμων με προβλήματα όρασης που έχουν γίνει ή θα γίνουν διευκολύνουν τα άτομα αυτά  στην θρησκευτική τους ζωή. Πιο συγκεκριμένα οι οδηγοί όδευσης τυφλών στα πεζοδρόμια διευκολύνουν να προσεγγίσουν τα άτομα αυτά ευκολότερα τους Ναούς και μάλιστα εάν αυτοί οι οδηγοί όδευσης φθάνουν έως τις εισόδους των Ναών. Παράλληλα η βελτίωση της προσβασιμότητας  στα μέσα συγκοινωνίας και η αξιοποίηση της νέας τεχνολογίας όπως οι πλοηγοί μέσω ειδικών προγραμμάτων καθορισμού θέσης από δορυφόρο συμβάλλουν προς την ίδια κατεύθυνση. Στη παρακολούθηση της θείας λειτουργία σημαντική είναι η συμβολή των σχετικών βιβλίων τα οποία έχουν τυπωθεί είτε στην γραφή Breil για τους ολικά τυφλούς είτε σε μεγαλογράμματη γραφή για τους μερικώς βλέποντες.

Η προσβασιμότητα των ατόμων με προβλήματα όρασης στους Ναούς δεν είναι θέμα μόνο τεχνικών διευκολύνσεων προκειμένου να προσεγγίσουν το Ναό, να μπορέσουν να διαβάσουν στην ειδική γραφή τα λειτουργικά βιβλία, αλλά έχει μεγάλη σημασία και η προσωπική σχέση με τους συμμετέχοντες στη Λειτουργία οι οποίοι μπορούν να διευκολύνουν τα άτομα με προβλήματα όρασης στις όποιες δυσκολίες προσβασιμότητας αντιμετωπίζουν μέσα στο Ναό.

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ

Αργή, αλλά σταθερή ανάπτυξη παρουσιάζει ο θρησκευτικός τουρισμός. Με κέντρο τις μητροπόλεις των μεγάλων επαρχιακών πόλεων, τις μεγάλες ενορίες της περιοχής της πρωτεύουσας, αλλά και τις διάφορες θρησκευτικές οργανώσει, οργανώνονται επισκέψεις σε θρησκευτικούς τόπους, είτε με αφορμή κάποια θρησκευτική εορτή, εκδήλωσή ή τελετή, είτε όχι. Οι συμμετέχοντες στις επισκέψεις αυτές ανήκουν συνήθως στην τρίτη ηλικία.

Τόσο ο θρησκευτικός χαρακτήρας των επισκέψεων, όσο και η μεγάλη ηλικία των συμμετεχόντων προσδιορίζει •τη διάρκεια αλλά και το επίπεδο των προσφερομένων τουριστικών υπηρεσιών. Οι θρησκευτικού χαρακτήρα εκδρομές δεν διαρκούν πάνω από τρεις ημέρες, ενώ στη πλειονότητα τους είναι μονοήμερες. Στο σύνολό τους πραγματοποιούνται εντός της χώρας οδικώς, με κύριο συγκοινωνιακό μέσο το πούλμαν.

Τα γραφεία που ειδικεύονται σ΄ αυτή τη μορφή τουρισμού είναι λίγα. Στα μεγάλα γραφεία ενοικιάσεως πούλμαν ο θρησκευτικός τουρισμός αντιπροσωπεύει το 10% έως 15% του συνολικού τους τζίρου. Τελευταία παρουσιάζουν τάσεις ελαφριάς ανάκαμψης οι εβδομαδιαίες συνήθως εκδρομές στους Αγίους Τόπους. Αν ομαλοποιηθεί n κατάσταση στη Μέση Ανατολή, προβλέπεται να υπάρξει σημαντική ανάπτυξη του τουριστικού ρεύματος προς τους Αγίους Τόπους.

Άνοδο του εισαγόμενου θρησκευτικού τουρισμού αναμένεται να προκαλέσει η ραγδαία ανάπτυξη της θρησκευτικότητας στις χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης.

ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ ΣΕ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ

Αρκετά μοναστήρια σ΄ όλη την Ελλάδα προσφέρουν δωρεάν φιλοξενία για λίγες ημέρες. Οι επισκέπτες όμως οφείλουν να σεβαστούν τους κανονισμούς των μοναστηριών.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

• Π. Παπακωνσταντινίδης, Σημειώσεις Αγροτοτουρισμός, Αθήνα 1993, ΔΩΡΙΚΟΣ.

• ΕΟΤ, Κοινωνικός Τουρισμός 2007.

• Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας, Ετήσιο Πρόγραμμα Κοινωνικού Τουρισμού Υπουργείο Εργασίας, Ιούνιος 2007

• Υπουργείο Πολιτισμού – Γ. Γραμματεία Ν. Γενιάς, Διεύθυνση Κοινωνικής Συμμετοχής, Τμήμα εναλλακτικών Μορφών Τουρισμού, Πρόγραμμα ανταλλαγών νέων με την Κύπρο, Αθήνα 2007.

• Ηγουμενάκη Ν., Τουριστική πολιτική, Interbooks Αθήνα 1990.

• Λύτρα Π., Τουριστική Κοινωνιολογία, Interbooks Αθήνα 1987.

• Τσαλουχίδης Γ., Αναπτυξιακός Τουρισμός, Θεσσαλονίκη 1987.

• Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών, Πρόγραμμα Περιφερειακής Αναπτύξεως – Κίνητρα Τουριστικής Αναπτύξεως. 1997.

• Dixon M. et al, “Contribution to the drafting of a charter for cultural tourism (tourism and the enviroment)”, A Report for Directorate General Xi, Commision of the European Communities, ECTARC, April 1989.

• Guignaud A., “L ΄Etat et le Tourism Social”, Problems of Tourism, Vol XIS 1989.

• Konso, Institute for Consumer and Research Ltd, Basle, The Journeys of the Europeans, 1988.

• Marris T., Tourism, the Social Needs and how to Meet them: studies undertaken by a National Tourist Office. Social Needs and their Realization in Tourism, Rapports presentes au 27e Congres de L΄ALIEST du 4 au 11 Septembre 1977, en Pologne (Varsovie, Zakopane et Cracovie), 1977.

• McIntosh R.W., Status of Social Tourism in the United States, Social Needs and their Realization in Tourism, Rapports presentes au 27e Congres de L΄AIEST du 4 au 11 Septembre 1977, en Pologne (Varsovie, Zakopane et Cracovie), 1977.

• McIntosh R. W. – Goeldner Ch. R., Tourism Principles, Practices Philosophies, John Wiley and Sons, Inc. U.S.A. 1986.

• Graburn H “Tourism: The Sacred Journey” στο Smith V. (editor) Hosts and Guests: The Anthrpology of Tourism, University of Pensylvania Press, 1977.

• Delotte, Haskins and Sells, Long stay Tourism in the Southern member states by senior citizents from the Nothern Community countries, European Communities Office Brussels, 21 November 1989.

• Maier J. and G. Throeger Weiss, “The Idea of “New Marketing” and its Application in Local and Regional Tourism Policy, especially the Example of Health Tourism” in Friendich Zimmerman (editor) Austrian Meeting of the IGU – Commission of Geography of Tourism and Leisure, Portschach am Worther See, 22-28 May 1988.

• Wihhtman D. – Wall G., “The SPA experience at Radium Hot Springs”, Annals of Tourism Research, Vol. 12, 1985.

• Abraham Pizam, Julian Pokela, “The Perceived Impacts of Casino Cambling on a Community”, Annals of Tourism Research, Vol, 12. pp. 147-165, 1985,

• William J. Callnin, Investing in the Casino Hotel: the Atlantic City Scene, The Cornell H.R.A. Quartely, August 1979.

• Γραμματικοπούλου Ε. (επιμέλ. Έκδοσης), Κατανόηση και αποδοχή  των εφαρμογών της βιοτεχνολογίας από το κοινό, 1977.

• Αρχιμανδρίτη Νικολάου Χατζηνικολάου, Ελεύθεροι από το γονιδίωμα. Προσεγγίσεις Ορθόδοξης βιοηθικής Κέντρο βιοϊατρικής ηθικής και δεοντολογίας, Σταμούλη Α.Ε. Αθήνα, 2002.

• Δανίδης Ι., «Παιδιά υψηλής τεχνολογίας νομικά, δεοντολογικά και ηθικά προβλήματα», Ιατρική, τεύχ. 49, 1986.

• Κουρουμπλή Π., Το δικαίωμα στη διαφορά, εκδόσεις Σάκκουλα. 2000

Πηγή: http://www.maty.gr/

Μετάβαση στο περιεχόμενο