1.3 Μορφές εργασίας και απασχόλησης για την εργασιακή ένταξη των Ατόμων με Αναπηρία
Μέσα από την ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας, ανιχνεύθηκαν οι κυριότερες μορφές εργασίας και απασχόλησης, οι οποίες συμβάλλουν στην προώθηση της ένταξης των ατόμων με αναπηρία στην εργασία και επιφέρουν θετικά αποτελέσματα. Αυτές είναι (α) η υποστηριζόμενη απασχόληση, (β) η προσαρμοσμένη απασχόληση, (γ) η πρακτική άσκηση του αντικειμένου εργασίας και (δ) η μαθησιακή και εργασιακή ετοιμότητα (Bigby, Whiteside & Douglas, 2017• Cimera, 2017• Cocks et al., 2015• Gustafsson et al., 2014• Lövgren et al., 2017• Studer, 2017• Wehman et al., 2018).
Η υποστηριζόμενη απασχόληση αποτελεί ένα σύνολο ρητών διαδικασιών και παρεμβάσεων που σχεδιάστηκαν και εισήχθησαν στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 και εξαπλώθηκε και σε άλλες χώρες (Lövgren et al., 2017). Αποτελεί την πρωταρχική μέθοδο εργασιακής ένταξης των ατόμων με αναπηρίες και αναφέρεται στην παροχή επαγγελματικών υπηρεσιών σε κέντρα ημέρας και εργαστήρια προεπαγγελματικών δεξιοτήτων (Studer, 2017). Προκειμένου να διατηρηθεί η απασχόληση, τα άτομα αυτά λαμβάνουν κατάρτιση μέσω της εργασίας τους μέσω των εργοδοτών τους με την υποστήριξη ενός συμβούλου εργασίας μέχρι να αποκτήσουν τις απαραίτητες δεξιότητες (Gustafsson et al., 2014). Έτσι εξασφαλίζεται η ενσωμάτωση τους στον εργασιακό τομέα μέσα από την υποστήριξη τους στο αντικείμενο από έναν καταρτισμένο ειδικό απασχόλησης (Studer, 2017). Σκοπός της είναι η στήριξη των ατόμων με δυσκολίες, ώστε να ανταπεξέλθουν στις απαιτήσεις της εργασίας τους και στην ανταγωνιστικότητα. Τα άτομα που παρέχουν υποστήριξη εκπαιδεύονται πάνω σε συγκεκριμένες δεξιότητες, όπως πώς να βοηθούν το άτομο να κάνει σωστές επιλογές, την εξασφάλιση χρηματοδότησης, την προσέγγιση εργοδοτών, την στήριξη της οικογένειας, την μετακίνηση, την αποτελεσματική εκπαίδευση των ατόμων με αναπηρίες κτλ. (Wehman et al., 2018).
Η προσέγγιση αυτή στηρίζεται στην εύρεση του κατάλληλου εργασιακού περιβάλλοντος και έπειτα οι ειδικοί εκπαιδεύουν το άτομο, ανάλογα με τις επιθυμίες του. Τα ίδια τα άτομα επιθυμούν να βρίσκονται στις πραγματικές συνθήκες της ανταγωνιστικής αγορά εργασίας παρά σε εργαστήρια και προγράμματα ημερήσιας απασχόλησης (Cimera, 2017). Ακόμα, παρέχονται ισόμετρες αμοιβές και οφέλη όπως στον τυπικό πληθυσμό που εκτελεί παρόμοια εργασία (Wehman et al., 2018).
Για να εξασφαλιστεί και να αυξηθεί η αποτελεσματικότητά του συγκεκριμένου μοντέλου, η υποστηριζόμενη απασχόληση ορίζεται και ως εξατομικευμένη τοποθέτηση και υποστήριξη. Κατά τους Wehman et al. (2018), η διαδικασία της υποστηριζόμενης απασχόλησης χωρίζεται σε τέσσερις φάσεις. Αρχικά ο ειδικός απασχόλησης χρησιμοποιεί μια ποικιλία μεθόδων, όπως κατ’ οίκον επισκέψεις, συγκέντρωση εγγράφων, συνέντευξη, έτσι ώστε να κατανοήσει τις δυνατότητες, τα ενδιαφέροντα, τις προτιμήσεις και τις ανάγκες του ατόμου. Στη συνέχεια, επικοινωνεί με τα εργασιακά περιβάλλοντα όπου ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ανταποκριθεί και κατά την τρίτη φάση γίνεται η εκπαίδευση πάνω στο αντικείμενο εργασίας. Ο ρόλος του ειδικού απασχόλησης είναι καταλυτικός, καθώς ο ίδιος καλείται να εκπαιδεύσει το άτομο στο αντικείμενο εργασίας και της απασχόλησης, να το βοηθήσει στην περίοδο προσαρμογής και σταδιακά αποσύρεται. Κατά την τελευταία φάση, οι αρμόδιες υπηρεσίες αναλαμβάνουν την εδραίωση του ατόμου στην εργασία και ο ειδικός επισκέπτεται τουλάχιστον μία φορά τον μήνα το εργασιακό πλαίσιο για τυχόν επίλυση προβλημάτων.
Η μέθοδος της υποστηριζόμενης απασχόλησης είναι αυτή με τη μεγαλύτερη εφαρμογή και ανήκει αποδεδειγμένα στις αποτελεσματικές και καλές πρακτικές, καλύπτοντας μια μεγάλη ομάδα ατόμων με αναπηρίες. Σύμφωνα με τον Cimera (2017), ο θεσμός της υποστηριζόμενης απασχόλησης είναι οικονομικά αποδοτικός από την οπτική γωνία του εργαζομένου, εφόσον τα πλεονεκτήματα της ανταγωνιστικής απασχόλησης υπερβαίνουν τα αντίστοιχα κόστη. Τα τελευταία 30 χρόνια, οι μελέτες στρέφονται στο κατά πόσο τα υποστηριζόμενα προγράμματα απασχόλησης αποτελούν καλές επενδύσεις από την οπτική γωνία των φορολογουμένων και της κοινωνίας και αν οι εργαζόμενοι με αναπηρία αμείβονται περισσότερο σε εργασιακά πλαίσια της κοινότητας από ότι σε προγράμματα που βασίζονται σε εργαστήρια εκπαίδευσης (Cimera, 2017). Παρόλα αυτά προτείνεται να χρησιμοποιείται σε άτομα τα οποία εμφανίζουν σοβαρές αναπηρίες, τόσο σε είδος όσο και σε βαθμό και να μην γενικεύεται η χρήση της συγκεκριμένης μεθόδου (Wehman et al., 2018). Για παράδειγμα στη Σουηδία η χρήση του συγκεκριμένου μοντέλου σε συνδυασμό με επιδοτήσεις μισθών μπορεί να θεωρηθεί προβληματική. Επειδή η υποστηριζόμενη απασχόληση επιδιώκει να μειώσει τα εμπόδια συνδυάζοντας άτομα με θέσεις εργασίας, ώστε να υπάρχουν λίγα ή καθόλου εμπόδια στο συγκεκριμένο εργασιακό περιβάλλον, είναι λογικό ότι, εάν αυτό γίνει σωστά, δεν θα πρέπει να υπάρχουν επιδοτήσεις για μισθούς, διότι δεν πρέπει να υπάρχει μειωμένη εργασιακή ικανότητα σε μια συγκεκριμένη θέση εργασίας (Gustafsson et al., 2014).
Η υποστηριζόμενη απασχόληση – εξατομικευμένη παρέμβαση εφαρμόζεται εντονότερα στις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Αυστραλία και δημιουργήσει μεγάλες ευκαιρίες κυρίως στα άτομα με ΝΑ για συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων για τις υπηρεσίες που λαμβάνουν και να επιλέγουν μέσα από ένα φάσμα ευκαιριών για τη ζωή τους (Bigby et al., 2017). Καθ’ όλη τη διάρκεια των δεκαετιών 1970 και 1980, η έρευνα που διεξήχθη στις Ηνωμένες Πολιτείες έδειξε ότι, δεδομένου του σωστού τύπου παρεμβάσεων και υποστήριξης, τα άτομα με μέτρια και σοβαρά επίπεδα αναπηρίας ήταν ικανά να ολοκληρώσουν πολύπλοκα καθήκοντα σε βασικά εργασιακά περιβάλλοντα. Στη δεκαετία του 1980, δημιουργήθηκαν προγράμματα επίδειξης, ενώ με την εισαγωγή του νόμου περί Παροχής Υπηρεσιών Αναπηρίας του 1986 (Commonwealth of Australia, 1986), τα παραπάνω προγράμματα έγιναν μια χρηματοδοτούμενη επιλογή υπηρεσιών, επιτρέποντας στα άτομα με ΝΑ να επιλέξουν την ανοικτή απασχόληση ως εναλλακτική λύση (Brotherton, Stancliffe, Wilson & O΄Loughlin, 2016).
Η προσαρμοσμένη απασχόληση προτάθηκε από το U.S. Department of Labor’s Office of Disability Employment Policy το 2005, με σκοπό την αύξηση των ποσοστών απασχόλησης των ατόμων με αναπηρία. Ουσιαστικά πρόκειται για επέκταση της υποστηριζόμενης απασχόλησης, η οποία στοχεύει στην περαιτέρω εξατομίκευση σε συγκεκριμένες ομάδες με σοβαρές αναπηρίες προκειμένου να ενταχθούν στην αγορά εργασίας. Οι ειδικοί εργασιακοί σύμβουλοι συνεργάζονται στενά για να παρέχουν στο άτομο το κατάλληλο πλάνο εργασίας που θα το βοηθήσει να ανταπεξέλθει στην καθημερινότητα, διερευνώντας πάντα τις ανάγκες και τα ενδιαφέροντά του (Wehman et al., 2018).
Η προσαρμοσμένη απασχόληση απαιτεί υψηλό επίπεδο ανταγωνιστικότητας και ευελιξίας από τον ειδικό εργασίας για να υπάρχει αφενός αντιστοιχία δυνατοτήτων και ενδιαφερόντων του υποβοηθούμενου με το κατάλληλο πλαίσιο και αφετέρου μια διαρκής σύνδεση εκπαίδευσης – εργασίας. Απαραίτητες προϋποθέσεις για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της μεθόδου είναι η μελλοντική έρευνα (εφόσον αναφέρονται υπάρχουν ελάχιστες καλές πρακτικές αξιολόγησης) και η ανάπτυξη εμπιστοσύνης μεταξύ των ειδικών, των εργοδοτών και του υποψήφιου εργαζόμενου (Wehman et al., 2018).
Η πρακτική άσκηση – μαθητεία χαρακτηρίζεται από επιτυχία, βοηθώντας το άτομο με αναπηρία κατά τη μετάβαση στην ενήλικη ζωή με την λήξη της σχολικής ζωής του ατόμου. Υπόσχεται εκπαίδευση του αντικειμένου απασχόλησης σε πραγματικά εργασιακά πλαίσια, εφόσον πρώτα το άτομο έχει εκπαιδευτεί στο σχολικό πλαίσιο μέσω της ανάπτυξης προεπαγγελματικών δεξιοτήτων (Wehman et al., 2018). Παράδειγμα επιτυχημένης εφαρμογής αποτελεί το εκπαιδευτικό σύστημα στην Ελβετία, το οποίο βασίζεται στην πρακτική άσκηση και εκπαίδευση για εργασία (Vocational Education and Training – VET) για δύο τουλάχιστον χρόνια. Κύριο χαρακτηριστικό είναι η άμεση εκπαίδευση σύμφωνα με τις εργασιακές συνθήκες, μοιράζοντας τις διδακτικές ώρες ανάμεσα στη μετάδοση θεωρητικών γνώσεων και στην πρακτική εφαρμογή τους. Η χρηματοδότηση επέρχεται από την κοινωνική ασφάλεια και εξασφαλίζει εργασία μέσα από 54 ειδικότητες στο ένα τρίτο των συμμετεχόντων ΑμεΑ (Studer, 2017).
Στις ΗΠΑ, το πιο γνωστό πρόγραμμα πρακτικής άσκησης είναι το SEARCH, μέσα από το οποίο μαθητές λυκείου με κάποιου είδους αναπηρία δοκιμάζουν τρεις διαφορετικές απασχολήσεις διάρκειας 10-12 εβδομάδων κατά τη διάρκεια της τελευταίας χρονιάς φοίτησης στο λύκειο. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, οι μαθητές με αναπηρία εκπαιδεύονται εντατικά στα πλαίσια εργασίας, τόσο σε απαραίτητες δεξιότητες όσο και σε κοινωνικές συμπεριφορές σε πραγματικές εργασιακές. Δίπλα στους μαθητές στέκονται οι εκπαιδευτικοί και οι ειδικοί απασχόλησης, οι οποίοι συνεργάζονται με στόχο την πρόσληψη του μαθητή μετά την αποφοίτηση του. Μέσα από τη συγκεκριμένη συνθήκη, οι μαθητές μαθαίνουν τις βασικές κοινωνικές συμπεριφορές, καταρρίπτοντας τα στερεότυπα περί ανικανότητας εργασίας των ατόμων με αναπηρία (Wehman et al., 2018).
Η κατάρτιση με βάση την εργασία, όπως οι μαθητείες και οι περιόδους πρακτικής άσκησης, είναι μια αποτελεσματική πορεία. Όταν οι άνθρωποι με αναπηρία καταρτίζονται και εργάζονται, βελτιώνεται η οικονομική τους κατάσταση και η πρόσβαση στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, έχουν αυξημένη αγοραστική δύναμη και ικανότητα να συνεισφέρουν στην κοινωνία, έχουν καλύτερη ποιότητα ζωής και μειώνουν το κόστος ευημερίας. Σε έρευνα που έγινε στην Αυστραλία των Cocks και συνεργατών (2015), ο θεσμός της μαθητείας και της πρακτική άσκησης χαρακτηρίστηκε ως θετικό μονοπάτι με υψηλά ποσοστά απασχόλησης για τα ΑμεΑ. Παρόλο που το εθνικό ποσοστό συμμετοχής των ατόμων με αναπηρία σε πρακτική άσκηση και μαθητεία παραμένει χαμηλό (μεταξύ 1,2% και 2,3%), στη συγκεκριμένη έρευνα διεξήχθησαν συνεντεύξεις σε μικρό αριθμό αποφοίτων μαθητείας και πρακτικής άσκησης με αναπηρίες, ενισχύθηκε η χρησιμότητα τους ως αποτελεσματικές οδοί για αμειβόμενη απασχόληση, ενισχυμένη ποιότητα ζωής, κοινωνική ικανοποίηση και τη σημασία της καλής υποστήριξης της σταδιοδρομίας για τη μετάβαση στην απασχόληση.
Σε πολλές χώρες υπάρχει μια αυξανόμενη νομική επικύρωση και ευαισθητοποίηση για αυξημένη συμμετοχή του εργατικού δυναμικού με αναπηρία στα μοντέλα της αυτοαπασχόλησης και της επιχειρηματικότητας (Petner-Arrey et al., 2016). Στη δεκαετία του 1980 σημειώθηκε αύξηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας παγκοσμίως, ως αποτέλεσμα μιας ιδεολογικής μεταστροφής από τον κεϋνσιανισμό στον νεοφιλελευθερισμό, την αναβίωση των μικρών επιχειρήσεων, την αυξημένη έμφαση στην καινοτομία και την ανταγωνιστικότητα και την ενθάρρυνση της δημιουργίας θέσεων εργασίας, ενόψει της μείωσης του βιομηχανικού εργατικού δυναμικού (Parker et al., 2014).
Στην επιχειρηματική βιβλιογραφία, η αυτοαπασχόληση ορίζεται ως εργασία για προσωπικό κέρδος και πρόκειται κυρίως για εναλλακτική λύση στην μισθωτή απασχόληση. Η έμφαση δίνεται στην εργασία, ανεξάρτητα από το πόσο παραγωγική ή μη παραγωγική είναι, με σκοπό την υποστήριξη ενός ατόμου. Η επιχειρηματικότητα, ωστόσο, επιδιώκει την εισαγωγή του καινοτόμου και του νέου στην αγορά, σκοπός που τη διαφοροποιεί από την αυτοαπασχόληση. Η διάκριση αυτή είναι απαραίτητη για τη συζήτηση σχετικά με τη βελτίωση της συμμετοχής στην απασχόληση για ΑμεΑ (Parker et al., 2014).
Η επιχειρηματικότητα μπορεί να οδηγήσει στην άρση των φραγμών που αντιμετωπίζουν τα ΑμεΑ και να προσφέρει ευκαιρίες που παραδοσιακά θεωρούνται ως μη δυνατές λόγω των περιορισμών στην εύρεση απασχόλησης (Maritz & Laferriere, 2016). Επιπρόσθετα παρέχει πολλαπλά οφέλη για τα ΑμεΑ, όπως ανεξαρτησία, εργασιακή αυτορρύθμιση (Parker et al., 2014), βελτίωση της ισορροπίας μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής, αύξηση της ευτυχίας και της ικανοποίησης της σταδιοδρομίας τους, αξιοποίηση ευκαιριών και αύξηση του εισοδήματος και της ποιότητας ζωής (Maritz & Laferriere, 2016).
Η συμπεριληπτική επιχειρηματικότητα συμβάλλει στην κοινωνική ένταξη, ώστε να δίνονται στους ανθρώπους ίσες ευκαιρίες να ξεκινήσουν και να λειτουργήσουν μια επιχείρηση. Οι ομάδες – στόχοι είναι εκείνες που βρίσκονται σε μειονεκτική θέση και υποεκπροσωπούνται συμπεριλαμβανομένων των νέων, των γυναικών, των ηλικιωμένων, των εθνοτικών μειονοτήτων, των μεταναστών και των ατόμων με αναπηρίες (Maritz & Laferriere, 2016).
Η αυτοαπασχόληση αντικατοπτρίζει μια άλλη δυνατότητα εργασίας για τα ΑμεΑ και ενισχύει την ικανότητα του ατόμου να ανεξαρτητοποιηθεί, να παίρνει αποφάσεις, να ζει με αξιοπρέπεια, να προγραμματίζει και να εργάζεται σε ωράριο που ο ίδιος επιθυμεί, να επιλέγει την επαγγελματική του καριέρα και να συνεισφέρει στην κοινωνική αλλαγή, μειώνοντας τα στερεότυπα την ομάδα των ατόμων με αναπηρία (Ashley & Graf, 2018).
Οι ανεπτυγμένες χώρες της Ευρώπης και η Βόρεια Αμερική δεν είναι οι μόνες που διαπίστωσαν ότι τα ΑμεΑ είναι ικανά για αυτοαπασχόληση. Στη Νότια Κορέα, πάνω από 2,6 εκατομμύρια άτομα έχουν καταγραφεί ως άτομα με αναπηρία, ενώ το 99,5% αυτών ανήκει στο ηλικιακό εργατικό δυναμικό. Ωστόσο, το ποσοστό συμμετοχής αυτών στην εργασία, ωστόσο, ήταν μόνο 35,5%, αντανακλώντας ομοιότητες με τις προκλήσεις που εντοπίστηκαν στην Αυστραλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, τις ΗΠΑ και την Ευρώπη. (Maritz & Laferriere, 2016).
Η μετάβαση στην αυτοαπασχόληση και την επιχειρηματικότητα για τα άτομα με αναπηρίες μπορεί να χαρακτηριστεί ως διάκριση ανάμεσα στους παράγοντες ώθησης και έλξης. Οι παράγοντες έλξης σχετίζονται περισσότερο με την ανεξαρτησία και την ικανότητα προσαρμογής των αναγκών του ατόμου στον τρόπο ζωής, την ευελιξία των ωρών εργασίας, τον τόπο εργασίας, τη στέγαση ειδικών αναγκών στο χώρο εργασίας και τη γενική ικανοποίηση από την εργασία που προκύπτει όταν αυτοαπασχολούνται. Από μια προοπτική ώθησης, η έλλειψη ευκαιριών σε μεγάλο βαθμό σχετίζονται με τις διακρίσεις από εργοδότες, θεωρούνται ως δαπανηρή προσθήκη στο εργατικό δυναμικό μιας επιχείρησης, αμείβονται με χαμηλότερο μισθό και δεν αναγνωρίζεται το επίπεδο ικανοτήτων (Maritz & Laferriere, 2016).
Η μαθησιακή και εργασιακή ετοιμότητα στηρίζει την κοινή φοίτηση σε κολλέγια και την παρακολούθηση προγραμμάτων προεπαγγελματικών δεξιοτήτων μαθητών με αναπηρία και με μαθητές τυπικού πληθυσμού. Η συγκεκριμένη εργασιακή μορφή είναι πολλά υποσχόμενη, καθώς ενισχύει τη φοίτηση μαθητών με ΝΑ σε δομές τριτοβάθμια εκπαίδευσης, υπάρχει πιο οργανωμένη υποστήριξη στην μετάβαση στην ενήλικη ζωή, η αμοιβή του ατόμου είναι μεγαλύτερη λόγω ανώτερου μορφωτικού επιπέδου, δίνεται η ευκαιρία για κοινωνική εμπλοκή σε πανεπιστημιακές εκδηλώσεις και οι μαθητές αποκτούν ακαδημαϊκά εφόδια που θα τους οδηγήσουν πιο εύκολα στην επαγγελματική επιτυχία. Ωστόσο, τα ερευνητικά δεδομένα και οι έρευνες βασισμένες σε καλές πρακτικές είναι λίγες, η χρηματοδότηση προγραμμάτων είναι πενιχρή και υπάρχει ελλιπής πληροφόρηση και παρότρυνση των οικογενειών των ατόμων με αναπηρίες για τη συνέχιση της φοίτησης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (Wehman et al., 2018).
Οι παραπάνω διαφορετικές μορφές απασχόλησης και εργασίας που παρουσιάστηκαν προσφέρουν σημαντικά οφέλη στα ΑμεΑ, ιδιαίτερα στην κατηγορία της νοητικής αναπηρίας. Για παράδειγμα, η ανταγωνιστική απασχόληση των ατόμων με ΝΑ οδηγεί σε βελτιώσεις, ενδυνάμωση, ανεξαρτησία, κοινωνική ένταξη και ενσωμάτωση στην κοινότητα (Petner-Arrey et al., 2016). Επίσης σύμφωνα με έρευνα του Nord και συνεργατών (2018), το 10% – 15% των ανήλικων ατόμων με ΝΑ απασχολούνται είτε σε καθεστώς μαθητείας, είτε σε εργασία με υποστήριξη, είτε σε ατομικό επίπεδο με τους κανόνες της ανταγωνιστικής εργασίας.
