Από τον Αποκλεισμό στην Ένταξη: Εκπαίδευση, Αναπηρία και Βιοηθική στον 21ο αιώνα – ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗΣ της ΦΩΚΙΑΝΟΥ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ – ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ, Π.Μ.Σ. ΒΙΟΗΘΙΚΗΣ – Μέρος 11ο
2.2 Νομοθετικό πλαίσιο Ε.Α
Σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.3699/2008, η Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση (ΕΑΕ) αναγνωρίζεται ως υποχρεωτική και αναπόσπαστο μέρος της δημόσιας εκπαίδευσης. Πιο συγκεκριμένα με το άρθρο 1 η πολιτεία οφείλει να παρέχει δωρεάν παιδεία στους μαθητές με αναπηρία σε όλες τις σχολικές βαθμίδες, προσφέροντας μ’ αυτό τον τρόπο ίσες ευκαιρίες στη μόρφωση, στην κοινωνία και στην επαγγελματική ένταξη ανεξαρτήτου φύλου, εθνικότητας, οικονομικής, κοινωνικής κατάστασης. Ο νόμος επίσης αντικαθιστά τον όρο «ειδική αγωγή» με τον όρο «ειδική αγωγή και εκπαίδευση» ενώ και οι Σχολικές Μονάδες Ειδικής Αγωγής (ΣΜΕΑ) μετονομάζονται σε Σχολικές Μονάδες Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης (ΣΜΕΑΕ). Παράλληλα, με το άρθρο 2 κατοχυρώνεται θεσμικά η διαδικασία της διάγνωσης και της αξιολόγησης των μαθητών ανάλογα με τις ανάγκες του, στα κατά τόπους Κέντρα Διαφοροδιάγνωσης, Διάγνωσης και Υποστήριξης Ειδικών Εκπαιδευτικών Αναγκών (ΚΕΔΔΥ). Επιπροσθέτως, παρέχονται κατάλληλες κτιριακές εγκαταστάσεις, απαραίτητα προγράμματα διδασκαλίας και ενισχυτικές – διαγνωστικές υπηρεσίες, όπου κρίνεται αναγκαίο.
Στο ίδιο άρθρο, παράγραφο 5 επισημαίνονται οι στόχοι της ΕΑΕ, η οποία επιδιώκει την ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας του ατόμου, καθώς και τη βελτίωση και αξιοποίηση των ικανοτήτων και δεξιοτήτων, στοχεύοντας στην ομαλή ένταξη των μαθητών στην εκπαίδευση, την κοινωνία και στη μετέπειτα επαγγελματική τους εξέλιξη. Επίσης, δίνεται έμφαση στην καθολική προσβασιμότητα μέσω των κατάλληλων κτιριακών και υλικοτεχνικών δομών, καθώς και στη δημιουργία μιας αρμονικής και ισότιμης κοινωνικής συνύπαρξης, που βασίζεται στην αλληλοαποδοχή και τον σεβασμό (Ν. 3699/2008 – ΦΕΚ. 199 – Α – 2-10-2008).
Αναφορικά με τους στόχους της ΕΑΕ έχουν διατυπωθεί και άλλες απόψεις. Σύμφωνα με την Αφροδίτη Ξηρομερίτη, η Ειδική Αγωγή επιδιώκει τέσσερις στόχους. Αρχικά, επιδιώκεται η μεταβολή στη στάση και στις αντιλήψεις των γονέων αναφορικά με τη σχολική επίδοση, καθώς και στα στερεότυπα που συνδέονται με το πρότυπο του άριστου μαθητή και του μελλοντικού επιστήμονα. Επιπλέον, αποσκοπεί στην έγκυρη και αντικειμενική αξιολόγηση βάσει της ατομικής ιδιαιτερότητας του κάθε παιδιού, με απώτερο σκοπό την παροχή ίσων και δίκαιων εκπαιδευτικών ευκαιριών για ανάπτυξη και πρόοδο. Επίσης, βασική επιδίωξη αποτελεί ο περιορισμός των διακρίσεων και διαφορών μεταξύ μαθητών ως προς τη σχολική επίδοση. Τέλος, επιδιώκεται η νομοθετική και θεσμική κατοχύρωση της Ειδικής Αγωγής στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής διαδικασίας (Ξηρομερίτη – Τσακλαγκάνου, 1984).
Παράλληλα, ένας από τους βασικούς στόχους της Ειδικής Αγωγής είναι η προετοιμασία του παιδιού για συμμετοχή σε ευρύτερα πεδία δράσης της κοινωνίας, όπως τα κοινωνικά, τα πολιτικά, τα οικονομικά και τα πνευματικά. Επιπλέον, αποσκοπεί στη διεύρυνση των εμπειριών και των γνώσεων του, στην καλλιέργεια της πνευματικής του εξέλιξης, καθώς και στην ομαλή μετάβαση από τη σχολική ζωή στην ενηλικίωση (Πολυχρονοπούλου – Ζαχαρογέωργα, 1993).
Για την επίτευξη όμως όλων αυτών των στόχων με σκοπό τα μέγιστα και τα βέλτιστα αποτελέσματα επιβάλλεται η έγκυρη ιατρική διάγνωση, η αξιολόγηση των ειδικών εκπαιδευτικών αναγκών και η παροχή κατάλληλων εκπαιδευτικών προγραμμάτων μέσω τροποποιήσεων και προσαρμογών του εκπαιδευτικού υλικού. Τέλος, σε κάθε περίπτωση οι στόχοι της ΕΑΕ θα πρέπει να είναι ισότιμοι μ’ αυτούς της Γενικής Αγωγής και να μην αντιμετωπίζονται ως ένας ξεχωριστός κλάδος της εκπαίδευσης (Ζώνιου – Σιδέρη, 2011).
