Από τον Αποκλεισμό στην Ένταξη: Εκπαίδευση, Αναπηρία και Βιοηθική στον 21ο αιώνα – ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗΣ της ΦΩΚΙΑΝΟΥ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ – ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ, Π.Μ.Σ. ΒΙΟΗΘΙΚΗΣ – Μέρος 36ο
Κεφάλαιο 6
Ηθικά διλήμματα και προβληματισμοί από την ενταξιακή εκπαίδευση των ανάπηρων μαθητών
6.1 Ισότητα VS Ισονομία
Στην εγχώρια και τη διεθνή βιβλιογραφία υπάρχει μια σύγχυση ανάμεσα στους όρους ισότητα και ισονομία. Πολύ συχνά, διατυπώνεται η άποψη ότι ένας από τους πιο βασικούς στόχους της ενταξιακής εκπαίδευσης είναι η παροχή ίσων ευκαιριών. Στο σημείο αυτό τίθεται το ερώτημα πόσο δίκαιο είναι η ίση μεταχείριση των ατόμων, όταν αυτή μπορεί να τους στιγματίσει και να τους απομονώσει. Σύμφωνα και με την άποψη του Αριστοτέλη, «Δεν υπάρχει τίποτα πιο άνισο από την ίση μεταχείριση των ανίσων» (Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1279a22 – 1281a10).
Η ισότητα, ως μια από τις θεμελιώδες αρχές των ανθρώπινων δικαιωμάτων, πιστοποιεί ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι και δεν θα έπρεπε να γίνονται διακρίσεις βάσει των προσωπικών τους ατομικών χαρακτηριστικών. Μια περιοριστική αντίληψη της ισότητας υποστηρίζει ότι ο ίσος τρόπος μεταχείρισης θα οδηγήσει στην ισότητα (Arnardottir, 2009). Κατά την χρονική περίοδο 1950-1970, σε νομοθετικό και πολιτικό επίπεδο δημιουργήθηκε η ιδέα της πρόσβασης των ανάπηρων ατόμων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση χωρίς όμως να υπάρχει κάποια διάταξη η οποία θα εξασφάλιζε την ίση συμμετοχή σ’ αυτήν. Έτσι, οι φοιτητές με αναπηρία έπρεπε να εντοπίσουν τον τρόπο εισόδου σε μη προσβάσιμα κτίρια και να αντεπεξέλθουν σε ένα αυστηρό και δύσκαμπτο καθεστώς εξετάσεων, προσπαθώντας να αναδείξουν την αξία τους (University of Kent, 2018). Επίσης, η ενισχυτική βοήθεια της τεχνολογίας για την διεξαγωγή των εξετάσεων ήταν ανεπίτρεπτη (Osborne, 2019).
Ένα άλλο θέμα της τυπική ισότητας είναι η στάση των εκπαιδευτικών στο ζήτημα των προσαρμογών. Σε σχολεία της Αυστραλίας, όταν οι μαθητές με αναπηρία αιτούνταν στις δυο τελευταίες τάξεις του λυκείου για προσαρμογές, το αίτημα τους δεν γινόταν δεκτό με την δικαιολογία πως οφείλουν να συναγωνίζονται με ίσους όρους με τους μη ανάπηρους μαθητές. Πιο συγκεκριμένα, ένας μαθητής με αναπηρία πρέπει να ολοκληρώσει το έργο του στις ίδιες
συνθήκες με τους υπόλοιπους. Η προσαρμογή συνήθως σχετίζεται με την παροχή πρόσθετου χρόνου (Cumming et al., 2013). Στην ουσία οι προσαρμογές αφορούν κάποια μέσα, τα οποία στοχεύουν στην ισορροπία των πιθανοτήτων επιτυχίας όλων των μαθητών μέσω της ανατροφοδότησης. Ωστόσο, πολλοί εκπαιδευτικοί δεν είναι θετικοί προς την πραγματοποίηση των προσαρμογών, καθώς πιστεύουν ότι κάποιοι μπορούν να βρεθούν σε πλεονεκτική θέση έναντι κάποιων άλλων ειδικά σε σημαντικούς διαγωνισμούς (Poed, 2015).
Η πραγματική ισότητα στοχεύει στην αντιμετώπιση των εμποδίων για ισότιμη συμμετοχή των ομάδων, μέσω της παροχής προσαρμογών και την διαφορετική αντιμετώπιση τους. Ο όρος των εύλογων προσαρμογών συμπίπτει τόσο με την έννοια της ισότητας όσο και της ισονομίας. Η ισότητα σχετίζεται με τις ομάδες, ενώ η ισονομία αναφέρεται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ατόμων. Για τον λόγο αυτό, η κάθε προσαρμογή πρέπει να είναι σχεδιασμένη με τις εκάστοτε ανάγκες του κάθε ατόμου. Έτσι, η ισονομία συνδέεται με τις προσωπικές διαφορές γι’ αυτό και είναι απαραίτητη η «άνιση» μεταχείριση σε κάποιες περιπτώσεις για την διασφάλιση ίσων ευκαιριών.
Η πραγματοποίηση των προσαρμογών προϋποθέτει ότι οι εκπαιδευτικοί θα κάνουν κάτι διαφορετικό. Πολλές φορές όμως διακατέχονται από άγχος, καθώς αυτό το διαφορετικό μπορεί να οδηγήσει στο στιγματισμό και αυτό αποθαρρύνει τους εκπαιδευτικούς από την χρήση των προσαρμογών, δημιουργώντας το «δίλημμα της διαφοράς» (Minow, 1990). Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την Minow, κάποιοι γονείς παιδιών με αναπηρία εξέφρασαν την δυσαρέσκεια τους, καθώς ο διαφορετικός τρόπος αντιμετώπισης των παιδιών τους είχε ως συνέπεια το στιγματισμό τους. Αν γίνει λοιπόν κάτι διαφορετικό σε κάποια παιδιά και σε κάποια άλλα δεν γίνει, υπάρχει πάλι ο κίνδυνος του αποκλεισμού (Graham & Tancredi, 2019). Επομένως, οι εκπαιδευτικοί οφείλουν να βρουν τον τρόπο ώστε να ξεπεραστούν αυτά τα εμπόδια, εξασφαλίζοντας την ισότιμη συμμετοχή των μαθητών χωρίς κίνδυνο αποκλεισμού.
Ο στιγματισμός αποτελεί συνέπεια της κατηγοριοποίησης των ατόμων από την κοινωνία. Το ίδιο παρατηρείται και στην εκπαιδευτική κοινότητα. Επομένως, εφόσον ένας μαθητής διαγνωστεί με μια εκπαιδευτική ιδιαιτερότητα – δυσκολία, η εφαρμογή των προσαρμογών είναι διασφαλίζοντας την ισότιμη πρόσβαση του μαθητή στην εκπαίδευση και αποτρέποντας την κατηγοριοποίηση του (Graham & Tancedi, 2019).
