Από τον Αποκλεισμό στην Ένταξη: Εκπαίδευση, Αναπηρία και Βιοηθική στον 21ο αιώνα – ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗΣ της ΦΩΚΙΑΝΟΥ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ – ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ, Π.Μ.Σ. ΒΙΟΗΘΙΚΗΣ – Μέρος 5ο

Απρ 20, 2026 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Από τον Αποκλεισμό στην Ένταξη: Εκπαίδευση, Αναπηρία και Βιοηθική στον 21ο αιώνα – ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗΣ της ΦΩΚΙΑΝΟΥ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ – ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ, Π.Μ.Σ. ΒΙΟΗΘΙΚΗΣ – Μέρος 5ο

 

1.2       Μοντέλα αναπηρίας

 

1.2.1    Ιατρικό μοντέλο

 

Το ιατρικό μοντέλο αναπηρίας κυριαρχεί στον δυτικό κόσμο από τις αρχές του 20ου αιώνα έως και τις αρχές της δεκαετίας του 1980 και επικρατεί στο εκπαιδευτικό σύστημα, στις υπηρεσίες αποκατάστασης και στον ακαδημαϊκό χώρο. Οι δύο βασικές παραδοχές στις οποίες στηρίζεται το μοντέλο αυτό είναι ότι η αναπηρία αποτελεί πρόβλημα του ίδιου του ατόμου και ότι οι αιτίες του «προβλήματος» προέρχονται από τους περιορισμούς που προκαλεί η αναπηρία. Βιώνεται ως μια προσωπική τραγωδία, ένα τραγικό γεγονός που συμβαίνει σε τυχαίους και άτυχους ανθρώπους (Καραγιάννη & Κουτσοκλένης, 2023). Σύμφωνα με την ιατρική προσέγγιση, η αναπηρία θεωρείται αποτέλεσμα ανεπάρκειας του σώματος και τα άτομα με αναπηρία παρουσιάζονται ως «φυλακισμένα μέσα στα ίδια τους τα σώματα», γεγονός που τα καθιστά θύματα της αναπηρίας τους (Michael Oliver, 1996). O Hughes επισημαίνει ότι στη σύγχρονη κοινωνία το να είναι κάποιος «ελαττωματικός» ισοδυναμεί με προσβολή της αισθητικής που έχει επιβληθεί από την «κανονικότητα» της κοινωνίας (Bill Hughes, 1993).

Σύμφωνα με την Εθνική Συνομοσπονδία Ατόμων με Αναπηρία, στο ιατρικό μοντέλο κυρίαρχη θέση κατέχουν τα ιατρικά επαγγέλματα, όπως οι ιατροί, οι νοσηλευτές και οι φυσικοθεραπευτές, καθώς η κρίση για το αν ένα άτομο είναι ανάπηρο στηρίζεται σε ιατρικές γνωματεύσεις. Μέσω της ιατρικής προσέγγισης θεωρείται ότι ορισμένες δυσλειτουργίες μπορούν να θεραπευτούν, ώστε τα άτομα να γίνουν «φυσιολογικά» (Ε.Σ.Α με Α. 2008). Καθώς, λοιπόν, ένα άτομο με ανεπάρκεια, βάσει της κλινικής διάγνωσης, θεωρείται άρρωστο και αντιμετωπίζεται ως ασθενής, ενδέχεται να χρειαστεί τη βοήθεια από επαγγελματίες υγείας και σε κάποιες περιπτώσεις, να κριθεί απαραίτητη η διαμονή του ατόμου σε ειδικά κέντρα φύλαξης (Στασινός, 2016).

Στο συγκεκριμένο μοντέλο, ο ιατρός παρουσιάζεται ως αυθεντία έχοντας τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο για τη θεραπεία του ασθενούς με αναπηρία (Bailey, 1988; Παπαχριστόπουλος, 2013; Σούλης, 2013). Από τη μια πλευρά, η αναπηρία θεωρείται προσωπική ευθύνη ή έλλειμμα και από την άλλη, ο ασθενής δεν έχει λόγο για το σχεδιασμό της ζωής του και στην επιλογή της ιατρικής θεραπείας (Terzi, 2004). Επίσης, αναπαράγεται μια εξιδανικευμένη «κανονικότητα» χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι κοινωνικές δομές αλλά και άλλοι περιβαλλοντολογικοί παράγοντες που μπορούν να δυσχεραίνουν την προσβασιμότητα και τη συμμετοχή των ανάπηρων ατόμων (Oliver, 2013; Terzi, 2005). Ωστόσο, η κριτική στο ιατρικό μοντέλο αναπηρίας δεν πρέπει να συγχέεται με την ίδια την επιστήμη και τις τεχνολογικές παρεμβάσεις, οι οποίες έχουν συμβάλλει σημαντικά στη βελτίωση της ζωής και της καθημερινότητας των ατόμων με αναπηρία. Η βασική αδυναμία στο συγκεκριμένο μοντέλο έγκειται στο γεγονός ότι αντιλαμβάνεται την αναπηρία αποκλειστικά μέσα από τους περιορισμούς που η ίδια επιβάλλει στο άτομο αγνοώντας τους περιορισμούς που θέτει η κοινωνία και το περιβάλλον.

Μεταφέροντας αυτή την αντίληψη στην εκπαιδευτική κοινότητα, ο μαθητής με αναπηρία θεωρείται το «πρόβλημα» και όχι η έλλειψη κρατικής μέριμνας, η απουσία κατάλληλων υποδομών και αναλυτικών εκπαιδευτικών προγραμμάτων προσαρμοσμένο στις ανάγκες των μαθητών.

Μετάβαση στο περιεχόμενο