Από τον Αποκλεισμό στην Ένταξη: Εκπαίδευση, Αναπηρία και Βιοηθική στον 21ο αιώνα – ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗΣ της ΦΩΚΙΑΝΟΥ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ – ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ, Π.Μ.Σ. ΒΙΟΗΘΙΚΗΣ – Μέρος 16ο
3.3 Συμπεριληπτική Εκπαίδευση
Μία νέα ορολογία στην εκπαιδευτική κοινότητα είναι η συμπερίληψη που αναφέρεται στον αγγλικό όρο inclusive. Ο όρος αυτός προέρχεται από το λατινικό ρήμα includere που σημαίνει
«συμπεριλαμβάνω». Κύριος στόχος της συμπερίληψης είναι η δημιουργία ενός σχολείου το οποίο θα δημιουργεί ισότιμες ευκαιρίες για όλους τους μαθητές, ανταποκρινόμενο στις ανάγκες τους. Ένα εκπαιδευτικό περιβάλλον, το οποίο θα δημιουργεί τις κατάλληλες συνθήκες για αλληλεπίδραση και ενεργό συμμετοχή των ατόμων με αναπηρία ή με άλλες ιδιαιτερότητες, με σκοπό να νιώθουν αποδεκτοί και να μην στιγματίζονται. Έτσι, με τη συνεργασία εκπαιδευτικών, ειδικών και γονέων, με την κατάλληλη προσαρμογή του αναλυτικού προγράμματος και πρακτικών μεθόδων, η συμπεριληπτική εκπαίδευση θεμελιώνει την ισότητα, την αποδοχή, την προσαρμοστικότητα και την ενθάρρυνση των μαθητών.
Η σκέψη της συμπερίληψης δημιουργήθηκε στις αρχές του 1990, κατά την παγκόσμια συνδιάσκεψη της UNESCO στην Ταϊλάνδη όπου τέθηκε το ζήτημα «Εκπαίδευση για όλους». Το αίτημα αυτό στηρίχθηκε στο βασικό δικαίωμα όλων των ανθρώπων στη βασική εκπαίδευση με την λήψη των κατάλληλων μέτρων για τον περιορισμό των ανισοτήτων (Ζώνιου – Σιδέρη, 2011). Η Διακήρυξη της Σαλαμάνκα αποτελεί το ισχυρό μέσο για την υλοποίηση καινοτομιών στην εκπαίδευση. Το ουσιαστικό στοιχείο είναι ότι η διεθνής κοινότητα υιοθέτησε επίσημα μια νέα εκπαιδευτική πολιτική και έναν νέο όρο, γεγονός που επηρέασε καθοριστικά τον διεθνή διάλογο στον συγκεκριμένο τομέα. Με αυτό τον τρόπο, διαμορφώνεται σταδιακά ένα κοινό λεξιλόγιο σε διεθνές επίπεδο, σηματοδοτώντας μια γλωσσική μετατόπιση από μια έννοια σε μια άλλη, οι οποίες, σε εννοιολογικό επίπεδο, θα μπορούσαν αρχικά να θεωρηθούν ταυτόσημες (Vislie, 2003, σελ 18).
Παρόλο που ο όρος συμπερίληψη αποτελεί εξέλιξη της ενταξιακής εκπαίδευσης, υπάρχουν ορισμένες εννοιολογικές διαφορές σχετικά με τον διαχωρισμό των μαθητών. Η συμπερίληψη σχετίζεται με τα ανθρώπινα δικαιώματα και με την αναγκαιότητα σχεδιασμού ενός σχολείου που να ικανοποιεί τις ανάγκες των παιδιών, χωρίς να διαχωρίζει τους μαθητές με την δικαιολογία ότι δεν μπορεί να καλύψει τις απαιτήσεις τους. Στη συμπερίληψη δεν υπάρχουν μαθητές δύο κατηγοριών, μαθητές με ειδικές ανάγκες και μη, αλλά υπάρχουν παιδιά με διαφορετικές ανάγκες. Σύμφωνα με τον Walter, η έννοια της συμπερίληψης εκφράζει μια ευρύτερη ιδέα. Ενώ η ένταξη υποδηλώνει την ύπαρξη ενός κοινωνικού διαχωρισμού, η συμπερίληψη σημαίνει συμμετοχή, συνεργασία και κοινή διαμόρφωση για όλους, χωρίς διαχωρισμούς. Πρόκειται για το όραμα μιας κοινωνίας όπου όλα τα μέλη μπορούν να συμμετέχουν ενεργά και αυτονόητα σε κάθε επίπεδο, και όπου οι ανάγκες όλων λαμβάνονται υπόψη. Η συμπερίληψη στηρίζεται στην παραδοχή ότι όλοι οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί και ότι κάθε άτομο έχει το δικαίωμα να συνδιαμορφώνει την κοινότητα του.. Δεν θα προσαρμόζονται οι άνθρωποι στις ανάγκες της κοινωνίας, αντίθετα, η κοινωνία διαμορφώνεται με τρόπο που υποστηρίζει τη συμμετοχή όλων (Walter Kroeg, όπως αναφέρεται στο Ζώνιου-Σιδέρη & Σπανδάγου, 2011, σελ. 45).
Μέσω μιας συμπεριληπτικής εκπαίδευσης καλλιεργείται και η έννοια της συμμετοχής του πολίτη, η ενεργός ενασχόληση και η κοινωνική ζωή (Carolan & O’ Leary, 2009). Καθώς το σχολείο θα αντιμετωπίζει ισάξια τους μαθητές, η γενική εκπαίδευση θα αποτελεί πρώτη επιλογή για όλους (Μιχαηλίδης, 2009). Εφόσον, λοιπόν η συμπερίληψη κατοχυρώνει το αναφαίρετο δικαίωμα του παιδιού να συμμετέχει ενεργά στην τάξη οφείλει να του εξασφαλίζει και την προσβασιμότητα (Booth & Ainscow, 1998). Έτσι, μπορούν να φοιτούν στο ίδιο σχολείο με τους φίλους τους λαμβάνοντας παράλληλα ειδικά και ενισχυτικά προγράμματα διδασκαλίας (Halvorsen & Neary, 2008).
Υπάρχουν και άλλοι συγγραφείς που προσπάθησαν να εντοπίσουν την διαφορά ανάμεσα στη συμπερίληψη και στην ένταξη όπως οι Ainscow (1997), Lindsay (1997), Wedell (1995), Florian (1997), Mittler (1995). Σύμφωνα με τους προαναφερθέντες, η ένταξη ως πρακτική δεν πέτυχε γιατί δεν υπήρχε το θεωρητικό υπόβαθρο, καθώς τα παιδιά με ειδικές ανάγκες, ανεξαρτήτως τη βοήθεια των υποστηρικτών υπηρεσιών και εκπαιδευτικών, έπρεπε να ακολουθήσουν το αναλυτικό πρόγραμμα. Από την άλλη πλευρά η συμπερίληψη προϋποθέτει: α) καταπολέμηση των προκαταλήψεων β) κράτος πρόνοιας για ισότιμες ευκαιρίες γ) αποδοχή της διαφορετικότητας δ) σχεδιασμός καινούριων αναλυτικών προγραμμάτων ε) εκπαιδευτικές αλλαγές.
Η υλοποίηση της συμπερίληψης χρειάζεται απελευθέρωση από τις ισχύουσες ιδέες, ενώ απαιτεί μεθοδική συναναστροφή με την διαφορετικότητα και μια εύκαμπτη πρακτική εναλλακτικών μεθόδων διδασκαλίας.
