Από τον Αποκλεισμό στην Ένταξη: Εκπαίδευση, Αναπηρία και Βιοηθική στον 21ο αιώνα – ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗΣ της ΦΩΚΙΑΝΟΥ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ – ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ, Π.Μ.Σ. ΒΙΟΗΘΙΚΗΣ – Μέρος 15ο

Απρ 24, 2026 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Από τον Αποκλεισμό στην Ένταξη: Εκπαίδευση, Αναπηρία και Βιοηθική στον 21ο αιώνα – ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗΣ της ΦΩΚΙΑΝΟΥ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ – ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ, Π.Μ.Σ. ΒΙΟΗΘΙΚΗΣ – Μέρος 15ο

 

3.2       Αποσαφήνιση όρων « Ένταξη vs Ενσωμάτωση»

 

Κύριο μέλημα της ένταξης είναι το κάθε άτομο να αναγνωρίζεται ως μια αυτόνομη και ανεξάρτητη προσωπικότητα το οποίο έχει την δυνατότητα να συμμετέχει ισότιμα σε όλους τους τομείς της κοινωνίας. Πιο συγκεκριμένα, να μπορεί να αναπτύξει ανθρώπινες διαπροσωπικές σχέσεις, να εργάζεται, να έχει πρόσβαση σε όλους τους χώρους, να συμμετέχει στην πολιτική αλλά και στην εκπαίδευση, που αποτελεί το θεμέλιο λίθο κάθε κοινωνίας. Η πραγμάτωση αυτού του στόχου βέβαια απαιτεί θεσμικές και εκπαιδευτικές αλλαγές.

Σχετικά με το περιεχόμενο της έννοιας «ένταξης» έχουν δοθεί πολλοί ορισμοί τόσο στην ελληνική όσο και στην ξένη ορολογία. Ωστόσο, υπάρχει μια σύγχυση ανάμεσα στους όρους

«ένταξη» και «ενσωμάτωση». Στο σημείο αυτό θα γίνει μια προσπάθεια κατανόησης των εννοιών.

Σύμφωνα με τον Κόμπο, η ένταξη ορίζεται ως μια διαδικασία κατά την οποία τα παιδιά με ειδικές ανάγκες, όπως νοητική υστέρηση, σωματικές αναπηρίες ή δυσκολίες στη συμπεριφορά, εγγράφονται και φοιτούν στις συνηθισμένες τάξεις ενός τυπικού δημοτικού σχολείου. Αντίθετα, η ενσωμάτωση περιγράφει μια ολιστική προσέγγιση, όπου τα παιδιά συμμετέχουν ισότιμα στην εκπαιδευτική και κοινωνική ζωή της τάξης (Κόμπος, 1990). Για άλλους, ένταξη είναι η αποδοχή μέσα σε μια ήδη υπάρχουσα ομάδα, με τις δικές της δυναμικές, μιας θέσης από ένα άτομο διαφορετικό σε κοινωνικό ή βιολογικό ή ψυχολογικό ή οικονομικό επίπεδο, παρέχοντας την κατάλληλη βοήθεια για τη διατήρηση αυτής της θέσης στο σύνολο. Η ενσωμάτωση, από την άλλη, σχετίζεται με την αποδοχή ενός ατόμου από μία ομάδα ή ένα σύνολο, χωρίς την παροχή πρόσθετης βοήθειας με αποτέλεσμα την απορρόφηση της προσωπικότητας από το σύνολο (Τσιναρέλης, 1993). Παράλληλα, η ένταξη στοχεύει στην αναγνώριση κάθε ατόμου ως μια ολοκληρωμένη και μοναδική προσωπικότητα, η οποία αναπτύσσεται, μαθαίνει και συμμετέχει ισότιμα σε όλες τις πτυχές της κοινωνικής ζωής (Ζώνιου – Σιδέρη, 1996). Σύμφωνα με τον Κυπριωτάκη, η ενσωμάτωση σχετίζεται με την διαδικασία κοινωνικοποίησης, ώστε να αποφευχθεί η απομόνωση και όχι με την προσαρμογή της εκπαιδευτικής διαδικασίας στις ανάγκες του μαθητή. Η ένταξη θεωρείται έννοια στενά συνδεδεμένη με την ενσωμάτωση, η οποία αναφέρεται στην τοποθέτηση ενός ατόμου σε μια ομάδα. Συχνά, η συμμετοχή αυτή δεν είναι αποτέλεσμα προσωπικής επιλογής, αλλά καθορίζεται από τρίτους, όπως για παράδειγμα, όταν ένας μαθητής εντάσσεται σε μια τάξη (Κυπριωτάκης, 2001).

Η παραπάνω άποψη συγκλίνει σε σημαντικό βαθμό με την άποψη της Τζουριάδου, σύμφωνα με την οποία ο όρος ενσωμάτωση αναφέρεται στις προσπάθειες αποφυγής της περιθωριοποίησης και της απομόνωσης των παιδιών με ειδικές ανάγκες στην εκπαίδευση. Επιπλέον, το επίπεδο ενσωμάτωσης τους καθορίζεται τόσο από τον ρόλο του εκπαιδευτικού όσο και από τις στάσεις των γονιών και των συνομηλίκων τους (Τζουριάδου, 1995). Μια άλλη άποψη παρουσιάζει την ενσωμάτωση ως μια τάση που επικρατεί σε διεθνές επίπεδο και στοχεύει στη δημιουργία κατάλληλων συνθηκών στο οικογενειακό, σχολικό, επαγγελματικό και στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον, με σκοπό την ισότιμη συμμετοχή των ατόμων με ειδικές ανάγκες με τους συνανθρώπους τους (Λιοδάκης, 2000).

Όπως στην ελληνική έτσι και στην ξενόγλωσση βιβλιογραφία παρουσιάζεται ένα εύρος ορισμών για την κατανόηση των δύο όρων.Η ένταξη μπορεί να θεωρεί μια πολύπλευρη έννοια και να εξεταστεί από πολλές διαφορετικές οπτικές εφόσον θεωρηθεί στόχος ή μέθοδος (Reicher, 1989). Αναφέρεται στην κοινή αγωγή των παιδιών σε ένα σχολείο που δεν εμποδίζει την εξέλιξη και την κινητικότητα των μαθητών στη τάξη και στις βαθμίδες (Muth, 1986). Μέσω της ένταξης γίνεται προσπάθεια συμμετοχής, στο μεγαλύτερο βαθμό, τόσο των παιδιών με ειδικές ανάγκες όσο και των οικογενειών τους στην εκπαιδευτική και κοινωνική ζωή του «κανονικού» σχολείου (Cloerkes, 1985). Κάποιοι θεωρούν την ενσωμάτωση ως μια μόνιμη συνθήκη για να ενταχθούν τα άτομα με ειδικές ανάγκες σε μια κανονική τάξη μέσω ενός εξατομικευμένου προγράμματος (Hallahan και Kauffman, 1982). Παράλληλα, η ενσωμάτωση συμβάλλει στην κοινωνικοποίηση των μαθητών, όχι μόνο στις δράσεις εντός της αιθούσης αλλά και στις εξωσχολικές δραστηριότητες (Sjoqvist, 1981).

Ο Warnock (1978) αναφέρεται σε τρία είδη ένταξης:

Α) Την χωρική ένταξη όπου τα παιδιά με αναπηρία βρίσκονται στον ίδιο χώρο με τα

«κανονικά» αλλά σε διαφορετικά κτίρια περιορίζοντας την επαφή.

Β) Την κοινωνική ένταξη όπου η εκπαίδευση ανάμεσα στα παιδιά με ειδικές ανάγκες και μη, είναι ξεχωριστή αλλά έχουν κοινές κοινωνικές δραστηριότητες σε γιορτές και διαλείμματα.

Γ) Την λειτουργική ένταξη στην οποία όλα τα παιδιά εκπαιδεύονται από κοινού στη γενική τάξη με την χρήση ειδικών προγραμμάτων όπου θεωρείται απαραίτητο.

Η διάκριση αυτή γίνεται και από την Πολυχρονοπούλου – Ζαχαρογέωργα (1995) αντικαθιστώντας τον όρο «ένταξη» με τον όρο «ενσωμάτωση».

Σύμφωνα με μία άλλη προσέγγιση, η ένταξη δεν ταυτίζεται με την απλή τοποθέτηση των παιδιών σε ένα άκαμπτο σχολικό περιβάλλον με περιορισμένους πόρους, αν και παρατηρείται συχνά στα πλαίσια της ενταξιακής πολιτικής. Αντίθετα, η ενταξιακή εκπαίδευση νοείται ως μια διαρκής και απαιτητική διαδικασία, στοχεύοντας στην ενίσχυση της συμμετοχής όλων των παιδιών και, ταυτόχρονα, στην αναγνώριση και στον επαναπροσδιορισμό των αντιλήψεων και των πρακτικών που οδηγούν σε κάθε μορφή αποκλεισμού (Barton, 2012, σελ. 17 -18).

Συνοψίζοντας όλα τα παραπάνω, η διάκριση μεταξύ των εννοιών έγκειται στο ότι η ένταξη αντιμετωπίζει την εκπαιδευτική διαδικασία ως ένα δυναμικό πλαίσιο που προσαρμόζεται στις ανάγκες όλων των μαθητών. Πρόκειται για μια διαδικασία συνεχούς εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, η οποία περιλαμβάνει αλλαγές και τροποποιήσεις στο περιεχόμενο, στις διδακτικές μεθόδους, στις παιδαγωγικές προσεγγίσεις, στις δομές και στις στρατηγικές του εκπαιδευτικού συστήματος, με στόχο την άρση των εμποδίων και τη διασφάλιση ίσων ευκαιριών συμμετοχής και μάθησης για όλους τους μαθητές της ηλικιακής ομάδας (United Nations, 2016, παρ.11). Από την άλλη πλευρά, η ενσωμάτωση αναφέρεται στην τοποθέτηση των μαθητών με αναπηρία στη γενική τάξη, χωρίς να προβλέπονται ουσιαστικές υποστηρικτές παρεμβάσεις, υπό την προϋπόθεση ότι οι μαθητές θα προσαρμοστούν στις ήδη καθορισμένες απαιτήσεις του σχολείου (United Nations, 2016, παρ.11).

Μετάβαση στο περιεχόμενο