6.5 Χρήση τεχνολογίας vs περιορισμός αυτονομίας: ενδυνάμωση ή εξάρτηση;
Η χρήση της τεχνολογίας αποτελεί μία από τις σημαντικότερες παραμέτρους που επιδρά ενισχυτικά στη συμμετοχή των ανάπηρων μαθητών στην εκπαιδευτική διαδικασία. Μέσω της Υποστηρικτικής Τεχνολογίας επιτυγχάνεται η ενίσχυση της λειτουργικότητας των μαθητών με δυσκολίες, ώστε η σύνδεση τους με το περιβάλλον να μην οδηγεί σε «αναπηρία» (Cook et al., 2007). Ωστόσο, τίθεται ο προβληματισμός σε ποιο βαθμό η τεχνολογία ενισχύει την αυτονομία ή υπάρχει ο κίνδυνος να την περιορίσει. Το δίλημμα αυτό συνδέεται άμεσα με τον τρόπο χρήσης της τεχνολογίας, την εξοικείωση των εκπαιδευτικών με τα τεχνολογικά μέσα, τις βλέψεις των οικογενειών αλλά και με τον τρόπο που αναπαρίσταται η αναπηρία από την κοινωνία (Ζώνιου – Σιδέρη, 2011).
Η Υποστηρικτική Τεχνολογία αποτελείται απ’ όλες τις συσκευές και τα προϊόντα που έχουν ως στόχο να καλυτερεύσουν την λειτουργία των ικανοτήτων των ανάπηρων μαθητών και να ενισχύσουν την ανεξαρτησία τους (Χατζοπούλου, 2018). Ειδικότερα, για τους μαθητές με προβλήματα όρασης υπάρχουν μέσα επικοινωνίας, οθόνες, σύστημα Braille, λογισμικά που αναγνωρίζουν οπτικά χαρακτήρες κλπ. (Σφυρή, 2017). Παράλληλα, τα βιβλία με ήχο και προγράμματα που μετατρέπουν το κείμενο σε ομιλία όπως το Voice Mate, λειτουργούν ενισχυτικά (Λάλου, 2004). Γενικότερα, τα τεχνολογικά επιτεύγματα, μέσω εφαρμογών, λογισμικών και ρομποτικής στοχεύουν στη βελτίωση της ποιότητας της ζωής και στην ενίσχυση της αυτονομίας των μαθητών με αναπηρία (Kelly, 2011; Florian&Black-Hawkins, 2011).
Είναι αποδεκτό από τους περισσότερους πως η τεχνολογία ωφελεί τους μαθητές με αναπηρία. Τα παιδιά αισθάνονται πως μπορούν να ελέγχουν διάφορες καταστάσεις, βελτιώνεται η αλληλεπίδραση τους με το υπόλοιπο κοινωνικό περιβάλλον και μπορούν να έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες με τρόπο εποικοδομητικό (Kimball&Smith, 2007). Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί ότι η Υποστηρικτική Τεχνολογία δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί από όλους τους μαθητές με τον ίδιο τρόπο (Chou&Liu, 2005). Θα πρέπει να χρησιμοποιείται η κατάλληλη μορφή της Υποστηρικτής Τεχνολογίας ανάλογα με τη μορφή της αναπηρίας.
Πιο συγκεκριμένα, για τους μαθητές που παρουσιάζουν δυσκολίες στην κίνηση τους, υπάρχουν εργαλεία και εξαρτήματα, τα οποία με τις κατάλληλες προσαρμογές μπορούν να βοηθήσουν στην ενταξιακή εκπαίδευση των ανάπηρων μαθητών. Κάποια από αυτά είναι οι φωτεινές πένες (lightpens), ποντίκια (mouse) και συγκεκριμένοι διακόπτες, οι οποίοι δίνουν την δυνατότητα στους μαθητές να μεταφέρουν σήματα στον Η/Υ με όποια κίνηση μπορούν να κάνουν όπως πχ η κίνηση του κεφαλιού. Επιπροσθέτως, ειδικά εξαρτήματα τοποθετημένα στο κεφάλι ή στο πόδι συμβάλλουν στο χτύπημα πλήκτρων. Οι μαθητές με προβλήματα ακοής μπορούν να επικοινωνούν με το κοινωνικό τους περιβάλλον μέσω του συστήματος Bliss. Είναι ένα σύστημα συμβόλων που συνδυαστικά με ειδικά φύλλα μπορούν να αποτυπώσουν στην οθόνη του Η/Υ την σκέψη των μαθητών.
Η τεχνολογία προσφέρει τα οφέλη της και στα άτομα με προβλήματα όρασης. Το σύστημα γραφής Braille και η παραγωγή μηχανικής φωνήςμε την τοποθέτηση ειδικών μικροκυκλωμάτων στον Η/Υ, δίνουν τη δυνατότητα στο μαθητή να «εισάγει» ένα βιβλίο και να «εξάγει» ένα κείμενο με τη μηχανική προφορά του συνθέτη φωνής ή γραμμένο σε σύστημα Braille. Τα προβλήματα ακοής αντιμετωπίζονται με ένα πρόγραμμα γραφικής απεικόνισης των λέξεων, ο λόγος του εκπαιδευτικού μέσω του μικροφώνου μετατρέπεται σε γραφική παράσταση στην οθόνη του Η/Υ (Whalen et al. 2006; Williams et al. 2002). Συμπερασματικά, η τεχνολογία αποτελεί καίριο μηχανισμό για την πρόσβαση των ανάπηρων μαθητών στην εκπαίδευση. Εργαλεία και μηχανισμοί συμβάλλουν στην επικοινωνία και στην αυτοκατευθυνόμενη μάθηση των μαθητών με κινητικές, γνωστικές και αισθητήριες αναπηρίες (Meyer, Rose&Gordon, 2014). Η συνετή και ορθή χρήση της τεχνολογίας οδηγεί στην αύξηση της αυτοεκτίμησης και στην ενίσχυση της συμμετοχής στην εκπαιδευτική διαδικασία με μεγαλύτερη αυτονομία (Ainscow, 2020). Με την αρωγή της υποστηρικτικής τεχνολογίας βελτιώνεται η λειτουργικότητα των μαθητών με αναπηρία, ειδικά όταν γίνεται συνδυαστικά με μια διαφοροποιημένη διδασκαλία (Αναγνωστοπούλου & Βλάχου, 2019).
Ωστόσο, η άκριτη και αλόγιστη χρήση της τεχνολογίας μπορεί να περιορίσει την αυτονομία των μαθητών. Όταν τα τεχνολογικά μέσα υποκαθιστούν τον μαθητή, δημιουργείται ένα είδος εξάρτησης (Kelly, 2011). Η τεχνολογία οφείλει να προωθεί την αυτονομία και όχι να την αντικαθιστά (Beauchamp&Childress, 2001). Αυτό συμβαίνει, όταν δεν υπάρχει ένα εξατομικευμένο πρόγραμμα υποστήριξης, οι εκπαιδευτικοί δεν είναι εξοικειωμένοι με τη χρήση των τεχνολογικών μέσων και η τεχνολογία επισκιάζει τις ανθρώπινες σχέσεις Επιπλέον, η ελλιπής επιμόρφωση των εκπαιδευτικών σε θέματα τεχνολογίας και αναπηρίας μπορούν να λειτουργήσουν αρνητικά και να μετατρέψουν την υποστηρικτική τεχνολογία από παιδαγωγικό μέσο σε τεχνικό βοήθημα. Η συνθήκη αυτή μειώνει την ενεργή δράση και οδηγεί στην παθητικοποίηση. Επίσης, η τεχνολογία μπορεί να μετατραπεί σε μέσο χειραγώγησης ειδικά με τη συλλογή ευαίσθητων δεδομένων (Kelly, 2011). Παράλληλα, η πρόσβαση στα τεχνολογικά μέσα πολλές φορές επηρεάζεται από διάφορους κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες, δημιουργώντας ένα πλαίσιο ψηφιακής ανισότητας (Goggin&Newell, 2007). Τέλος, η υποστηρικτική τεχνολογία μπορεί να θεωρηθεί ως «σήμα διαφορετικότητας», οδηγώντας στο στιγματισμό (Shakespeare, 2013).
Συμπερασματικά, η υποστηρικτική τεχνολογία μπορεί δράσει ενισχυτικά στα πλαίσια της συνεκπαίδευσης των μαθητών με αναπηρία και τη ένταξη τους στη γενική τάξη, όταν πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις. Αρχικά, οι προδιαγραφές της τεχνολογίας πρέπει να ανταποκρίνονται στις εκάστοτε ανάγκες του μαθητικού πληθυσμού (Atkinson, 2004). Επιπλέον, ο σχεδιασμός και η κατασκευή της τεχνολογίας επιβάλλεται να είναι συμβατοί με τον χρήστη για την επίτευξη της μέγιστης αξιοποίησης των δυνατοτήτων του (Dix et al., 2004). Επιπροσθέτως, η χρήση της υποστηρικτικής τεχνολογίας πρέπει να συνάδει με τις πρακτικές μεθόδους του σχολείου, στοχεύοντας στη διασφάλιση της μέγιστης καλλιέργειας των δυνατοτήτων των μαθητών σε ένα πλαίσιο ισοτιμίας (Schleef, 2003). Τέλος, καθώς η επιλογή της τεχνολογίας εφαρμόζεται βάσει των αναγκών των μαθητών, θα οφείλει να δρα συμπληρωματικά της παιδαγωγικής πράξης και να μη την αντικαθιστά (Ζώνιου –Σιδέρη, 2011).
