1.6 Η εξιδανίκευση της κανονικότητας ως συνθήκη ετεροποίησης
Οι διαθέσιμοι πόροι του πολιτισμικού αποθέματος των ιστοριών επηρεάζουν τις εσωτερικές και τις αφηγηματικές αφηγήσεις, καθώς και την σύνδεση με την αφηγηματική μετάδοση. Εξαιτίας της κυριαρχίας μιας γκάμας ιστοριών «των ικανών ατόμων», η αναπηρία χρησιμοποιείται για να μεταφραστεί ως απόκλιση ή ανεπιθύμητη διαφορά (Campbell, 2009; Penketh, 2017). Αυτό καθιστά την εξιδανίκευση της κανονικότητας ως μια συνθήκη ετεροποίησης. Στις αφηγήσεις αυτές, η παραπάνω συνθήκη μεταφράζεται ως μη προσβασιμότητα.
Η αναπηρία στις αφηγήσεις παρουσιάζεται ως αντιθετικό ζεύγος της ικανότητας. Τέλος, η εξιδανίκευση της κανονικότητας γίνεται αντιληπτή σε αρκετές περιπτώσεις ως συνονθύλευμα προκαταλήψεων και περιβαλλοντικών εμποδίων, ενώ οι αφηγητές φάνηκε να εμπλέκονται σε συζητήσεις «πλημμυρισμένες» από ιδεώδη που έχουν τις ρίζες τους στην κανονιστική λογική και την πραγματικότητα των μη ανάπηρων (Tarvainen,2019). Ακολουθούν μερικά σχετικά παραδείγματα αναπηρικών αφηγήσεων.
«Ανεξάρτητα από όλα τα ζητήματα, ήμουν ευτυχής που μπορούσα να εργαστώ. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί μόνο από την ανάγκη να ζούμε κανονικά. Ποτέ δεν ήθελα να καταλήξω έξω από την ζωή.» (Tarvainen, 2019, p. 294).
Σε αυτή την αφήγηση παρατηρούμε πως η εργασία και η κοινωνικά διεκδικούμενη «φυσιολογική» ζωή είναι αλληλένδετες (Penketh, 2017). Η λεγόμενη κανονική ζωή χρησιμοποιείται ως μια κανονιστική κατηγορία για την οποία η αναπηρία αποτελεί ανωμαλία. Η αναπηρία επιτελείται έξω από το διεκδικούμενο πρότυπο. Παράλληλα, η κανονικότητα χρησιμοποιείται ως αφηγηματική κατηγορία μιας κοινωνικά διεκδικούμενης πορείας ζωής και «καταλήγει έξω από την ζωή», λόγω της βλάβης. Η αναπηρία παρουσιάζεται ως συνθήκη ενάντια στην λογική της εξιδανίκευσης της κανονικότητας (Tarvainen, 2019). Το επόμενο παράδειγμα αφορά την συμμετοχή αναπήρου σε μια συνηθισμένη πολιτιστική εκδήλωση. Οι συνθήκες αποδείχθηκαν μισαναπηρικές για τον αφηγητή που ήταν χρήστης αμαξιδίου.
«Οι ανάπηροι, οι ασθενείς και οι ηλικιωμένοι στερούνται την χαρά να συμμετέχουν σε πολιτιστικές δραστηριότητες. Συνήθως, οι πολιτιστικές εκδηλώσεις λαμβάνουν χώρα σε κτίρια με σκάλες… Το πλήθος των μη ανάπηρων στέκεται μπροστά μας. Δεν βλέπεις τίποτα. Πρέπει να συνηθίσεις να κοιτάς τις πλάτες του μπροστινού σου. Ακόμη και αν περιμένεις την σειρά σου, δεν θα την πάρεις ποτέ…» (Tarvainen, 2019, p. 294).
Σε αυτό το παράδειγμα ταυτίζονται κατά κάποιον τρόπο η αναπηρία, με την ασθένεια και τα γηρατειά, ενώ πρόκειται για διαφορετικές μεταξύ τους συνθήκες. Συγχρόνως, μέσα από αυτή την εμπειρία γίνεται αντιληπτό ότι ο αποκλεισμός των αναπήρων ακόμα και σε μια ευχάριστη συνθήκη είναι σχεδόν αναπόφευκτος (Tarvainen, 2019). Η Campbell απαίτησε την μετατόπιση από την προσωπική τραγωδία, στο κοινωνικό τραύμα, αφού δεν πρόκειται στην πραγματικότητα για καταστάσεις που ευθύνεται το άτομο ή η βλάβη του, αλλά για αδυναμία της κοινωνίας να αφουγκραστεί τις αναπηρικές εμπειρίες (Tarvainen, 2019).
