1.7. Αφηγηματική αντίσταση
Η αφηγηματική αντίσταση αναφέρεται σε αφηγηματικές πρακτικές και παραστάσεις που αποδομούν συνειδητά τις καταπιεστικές πρακτικές. Παράγει εναλλακτικούς, αφηγηματικούς πόρους στο πολιτισμικό απόθεμα των ιστοριών. Τα δεδομένα της έρευνας ‘Life of Disabled Persons in Finland 2013–2014’ έδειξαν ότι οι πράξεις αφηγηματικής αντίστασης κατά της εξιδανίκευσης της κανονικότητας, συνδέονται με την αναγνώριση. Σε αυτά τα δεδομένα, η αντίσταση εκδηλώθηκε κυρίως ως μια τροποποιημένη αφήγηση του σώματος, στην οποία το ενδιαφέρον μετατοπίστηκε από το ατομικό σώμα, στο σώμα υπό διαφορετικές συνθήκες. Η παραπάνω οπτική σαφώς συνδέεται με την γλώσσα των δικαιωμάτων, αφού αν αλλάξει η συνθήκη, το κοινωνικό πλαίσιο, η χώρα, οι πολιτικές πρακτικές, είναι πολύ εύκολο να αλλάξει και όλη η οπτική για τον αποκλεισμό εξαιτίας της βλάβης (Tarvainen, 2019).
Ένας από τους αφηγητές παρουσιάζει την πρώτη του σύγκρουση με τις υπηρεσίες αναπηρίας.
« Ένας γιατρός μου είπε ότι είμαι πολύ αρτιμελής, για να είμαι ανάπηρος» και ένας άλλος «ότι είμαι πολύ ανάπηρος…» Νομίζω ότι είμαι ενταγμένος στην κοινωνία, με εξαίρεση τα ζητήματα γραφειοκρατίας» (Tarvainen, 2019, p. 295). Το παραπάνω παράδειγμα τεκμηριώνει πως η λογική της εξιδανίκευσης της κανονικότητας νομιμοποιεί την ταξινόμηση και επιτρέπει την χρήση μιας κλίμακας που κατατάσσει τους ανάπηρους σε λίγο, αρκετά, πολύ ανάπηρους, αφού οι ιατρικές διαγνώσεις «έχουν θεοποιηθεί». Τέλος, σύμφωνα με τον αφηγητή οι πρακτικές της ένταξης «καθορίζονται από την ικανή πλειοψηφία» (Tarvainen, 2019).
Ένα άλλο σημείο της αφηγηματικής αντίστασης είναι η διάκριση του πραγμοποιημένου και ποσοτικοποιημένου σώματος από το βιωμένο (Tarvainen, 2019).
«Θέλω να ορίσω εν συντομία την έννοια της ικανότητας… Η διατήρηση της εργασιακής ικανότητας περιλαμβάνει πολλά πράγματα. Όπως, το εργασιακό και κοινωνικό περιβάλλον, καθώς και τις τρέχουσες οικονομικές συνθήκες στην κοινωνία… Τελικά κατανοώ την δική μου σχέση με την ικανότητα μου. Έχω περισσότερες και πιο σημαντικές ικανότητες από την μετρήσιμη ικανότητα μου να κάνω συγκεκριμένες σωματικές κινήσεις… Καθώς σπουδάζω και εργάζομαι ξεχνάω τους φυσικούς περιορισμούς μου…» (Tarvainen, 2019 σελ. 296).
Η αφηγήτρια διαχωρίζει τις ικανότητες της από την μετρήσιμη ικανότητα να κάνει συγκεκριμένες σωματικές κινήσεις. Κάνει την διάκριση μεταξύ του σώματος ως φυσικού αντικειμένου και του βιωμένου σώματος σε σχέση με τις κοινωνικές και υλικές συνθήκες. Η αφηγήτρια αντιστάθηκε στην αντίληψη της αναπηρίας ως μιας περιοριστικής συνθήκης και επισήμανε την σημασία των υπόλοιπων παραγόντων που την περιορίζουν (Tarvainen, 2019).Στόχος της παρουσίασης και της κριτικής στις παραπάνω αφηγήσεις ήταν να αποδειχθεί η σημασία της προβολής και αναγνώρισης της αναπηρικής εμπειρίας. Για όλους τους παραπάνω λόγους, οφείλουμε να δίνουμε χώρο σε αυτές της αφηγήσεις, ώστε να γίνει ξεκάθαρο πως οι ανάπηροι ζουν σε έναν κόσμο φτιαγμένο για μη ανάπηρους, επομένως το βάρος του αρνητικού συναισθήματος δεν είναι προσωπικό, αλλά συλλογικό ζήτημα. Αν το προσωπικό είναι πολιτικό και η εμπειρία της βλάβης είναι προσωπική, τότε πρέπει να είναι και πολιτική (Barnes et al., 2014).
